Η κακή πολιτική μπορεί να υπονομεύσει την καλή δημόσια υγεία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η κακή πολιτική μπορεί να υπονομεύσει την καλή δημόσια υγεία

Γιατί ακόμη και καλά προετοιμασμένες χώρες απέτυχαν στο τεστ της πανδημίας
Περίληψη: 

Η θανατηφόρα και με μεγάλο κόστος δοκιμασία του περασμένου έτους αποκάλυψε ότι οι κυβερνήσεις που λειτουργούν καλά και διαθέτουν περιορισμένα εργαλεία έχουν καλύτερη απόδοση από εκείνες που λειτουργούν άσχημα και διαθέτουν τα καλύτερα εργαλεία.

Ο CHRISTOPHER T. LEE είναι ιατρικός επιδημιολόγος και διευθυντής της Global Epidemic Preparedness and Response στην Resolve to Save Lives. Στο παρελθόν διετέλεσε ιατρικός αξιωματούχος στην Ομάδα Εξάλειψης της Ιλαράς, στο Τμήμα Παγκόσμιας Ανοσοποίησης, στα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων και ως αξιωματικός υπηρεσίας πληροφοριών για τις επιδημίες τοποθετημένος στο Τμήμα Υγείας της Νέας Υόρκης.

Ο TOM FRIEDEN είναι ανώτερος συνεργάτης για την Παγκόσμια Υγεία στο Council on Foreign Relations και πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Resolve to Save Lives, μιας πρωτοβουλίας της Vital Strategies. Διετέλεσε Διευθυντής των Κέντρων Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των ΗΠΑ από το 2009 έως το 2017 και Επίτροπος του Υπουργείου Υγείας της Νέας Υόρκης από το 2002 έως το 2009.

Τον Μάιο του 2018, ηγέτες των ΗΠΑ συναντήθηκαν σε ένα ξενοδοχείο στην Ουάσινγκτον για να συζητήσουν την αντίδρασή τους σε μια κρίση: ένας κακοποιός δρων είχε κυκλοφορήσει έναν νέο ιό -έναν παράγοντα βιοτρομοκρατίας γνωστό ως «Clade X» που σκότωσε 150 εκατομμύρια ανθρώπους σε λιγότερο από δύο χρόνια. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετώπιζαν την πρώτη παγκόσμια πανδημία τους σε έναν αιώνα, και οι πολιτικοί ηγέτες έπρεπε να πάρουν σκληρές αποφάσεις εν αναμονή της ανάπτυξης ενός εμβολίου.

Η άσκηση ήταν απλώς μια προσομοίωση [1] μεταξύ υψηλού επιπέδου ηγετών της κυβέρνησης, αλλά απέδωσε ένα σαφές μήνυμα: ο κόσμος δεν ήταν προετοιμασμένος για μια πανδημία. Δυστυχώς, ένα συγκρίσιμο σενάριο εκτυλίχθηκε στην πραγματική ζωή με την COVID-19, και ο κόσμος απέτυχε επίσης σε αυτό το τεστ.

30032021-1.jpg

Εργαζόμενος σε νεκροθάλαμο στις Βρυξέλλες, τον Απρίλιο του 2020. Yves Herman / Reuters
---------------------------------------------------------

Ο νέος κορωνοϊός δεν μπορεί να ειπωθεί ότι έχει καταλάβει τους παγκόσμιους ηγέτες εντελώς εξαπίνης. Ένα παρόμοιο παθογόνο, ο SARS-CoV-1 (ο ιός που προκαλεί το SARS), έπληξε τμήματα της Ασίας το 2003, και μετά από αυτό ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) αναθεώρησε τους Διεθνείς Κανονισμούς Υγείας του με στόχο να βοηθήσει τις χώρες να προετοιμαστούν καλύτερα για την αντιμετώπιση της εκδήλωσης μολυσματικών ασθενειών. Την περίοδο 2014 –15, ο Έμπολα κατέστρεψε τμήματα της Δυτικής Αφρικής, οδηγώντας πολλές χώρες να βελτιώσουν την ετοιμότητά τους στο να αντιμετωπίσουν μια σημαντική βιολογική απειλή. Η Νιγηρία δημιούργησε ένα νέο και πολύ αποτελεσματικό Κέντρο Ελέγχου Νόσων (Nigeria Centre for Disease Control, NCDC) [2] και η Αφρικανική Ένωση δημιούργησε ένα περιφερειακό CDC [3] που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ενίσχυση της απόκρισης της Αφρικής στην COVID-19.

Ακόμη πιο σημαντικό, μετά την επιδημία του Έμπολα, περισσότερες από 100 χώρες έχουν χρησιμοποιήσει ένα διεθνές εργαλείο για την αξιολόγηση και την ενίσχυση της ετοιμότητας στην αντιμετώπιση των πανδημικών απειλών. Ο ΠΟΥ, μαζί με έναν συνασπισμό διεθνών εταίρων, συμπεριλαμβανομένης της Φινλανδίας, της Νότιας Κορέας, των Ηνωμένων Πολιτειών και άλλων, σχεδίασαν την Κοινή Εξωτερική Αξιολόγηση (Joint External Evaluation, JEE) το 2016 ως εθελοντική, διαφανή και αντικειμενική αξιολόγηση του επιπέδου ετοιμότητας κάθε χώρας για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της σύμφωνα με τους Διεθνείς Κανονισμούς Υγείας (International Health Regulations). Η JEE εξετάζει την ικανότητα μιας χώρας σε 19 τεχνικούς τομείς και προσδιορίζει εκείνους που χρειάζονται βελτίωση ώστε να μην εξαπλωθούν ανεξέλεγκτα οι ασθένειες. Πολλές χώρες –συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών– έχουν ανταποκριθεί στις JEE τους, προσπαθώντας να ενισχύσουν την ικανότητά τους να προλαμβάνουν, να βρίσκουν, και να σταματούν τα κρούσματα.

Η τρέχουσα πανδημία οδήγησε ορισμένους [4] στο συμπέρασμα ότι η JEE απέτυχε. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, στο κάτω-κάτω, σημείωσαν υψηλή βαθμολογία σε αυτήν την αξιολόγηση, όπως και το Ηνωμένο Βασίλειο σε μια πρόδρομο της JEE. Καμία από αυτές τις χώρες δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει θέσει ένα ιδιαίτερα υψηλό πρότυπο ανταπόκρισης στην COVID-19 -και αμφότερες είχαν πολύ υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας COVID ανά πληθυσμό από πολλές άλλες χώρες υψηλού εισοδήματος. Ως εκ τούτου, οι επικριτές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η JEE παρανόησε την ετοιμότητα αντιμετώπισης μιας πανδημίας και πρέπει να εγκαταλειφθεί ή να τροποποιηθεί ριζικά.

Γιατί όμως δεν ήταν η ετοιμότητα, όπως μετρήθηκε από την JEE, ενδεικτική της επιτυχίας στην διαχείριση της COVID-19; Η απάντηση δεν είναι ότι η JEE είναι λανθασμένη, αλλά ότι αξιολογεί την ισχύ μόνο ενός από τους πυλώνες στους οποίους στηρίζεται η αποτελεσματική αντίδραση πανδημίας. Η JEE εξετάζει τις ικανότητες της δημόσιας υγείας μιας χώρας: την ανθεκτικότητα των εργαστηριακών συστημάτων της, για παράδειγμα, και την παρουσία εκπαιδευμένου εργατικού δυναμικού. Αλλά έχουν σημασία και οι πολιτικοί δείκτες. Η αξιολόγηση του τρόπου προετοιμασίας των χωρών για την επόμενη πανδημία θα σημαίνει ότι κοιτάζουμε την JEE, όπως και πριν, αλλά και το συμπλήρωμα αυτής της διαδικασίας ώστε να παρέχεται ορατότητα εντός της διακυβέρνησης.

Η ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΕΙΧΕ ΣΗΜΑΣΙΑ

Η ικανότητα για καλή δημόσια υγεία μπορεί να υπονομευθεί από την κακή πολιτική ηγεσία. Ολοκληρώσαμε πρόσφατα μια ανάλυση [5] που δείχνει, αδιαμφισβήτητα, ότι οι χώρες απέτυχαν στην δοκιμασία της COVID-19 εάν είτε τα συστήματα υγείας τους δεν είχαν ικανότητα είτε εφόσον οι ηγέτες τους απέτυχαν να χρησιμοποιήσουν τα στοιχεία για να καθοδηγήσουν προς αποτελεσματικές απαντήσεις. Η ετοιμότητα όπως μετρήθηκε από την JEE αποδείχθηκε ότι δεν αρκεί από μόνη της για να μετριάσει τον αντίκτυπο της COVID-19: οι Ηνωμένες Πολιτείες πέτυχαν 87 στα 100 στην JEE αλλά έχουν ένα από τα υψηλότερα σωρευτικά ποσοστά θανάτων από COVID-19 από οποιαδήποτε άλλη χώρα. Μια τέτοια χαμηλή απόδοση ήταν μακράν του να είναι μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά η θεαματική αποτυχία της ηγεσίας των ΗΠΑ να αναπτύξει ένα σχέδιο, μια εθνικά οργανωμένη απόκριση, πολιτικές βασισμένες στην επιστήμη, ή μια αποτελεσματική και αξιόπιστη επικοινωνία, συνοψίζει το πρόβλημα.