Γιατί οι αυταρχικοί λατρεύουν τους Ολυμπιακούς Αγώνες | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Γιατί οι αυταρχικοί λατρεύουν τους Ολυμπιακούς Αγώνες

Ένα μποϊκοτάζ κατά του Πεκίνου το 2022 θα κάνει λίγα για να ανασχέσει την Κίνα
Περίληψη: 

Σε αντίθεση με πολλές δημοκρατίες, η Κίνα, η Ρωσία και άλλα αυταρχικά κράτη ενδιαφέρονται πολύ για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, επενδύοντας σε μεγάλο βαθμό τόσο στην διοργάνωση των Αγώνων όσο και στην αύξηση του αριθμού των μεταλλίων τους. Βλέπουν τους Αγώνες ως έναν τρόπο να συνεχίσουν την αντιπαλότητα μεγάλων δυνάμεων με άλλα μέσα.

Η DAWN BRANCATI είναι ερευνήτρια στο Yale University.
Ο WILLIAM C. WOHLFORTH είναι καθηγητής Διακυβέρνησης στην έδρα Daniel Webster στο Dartmouth College.

Περισσότερες από 180 ομάδες ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πολιτικοί και δικηγόροι κάλεσαν τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους να μποϊκοτάρουν τους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 2022 στο Πεκίνο. Επιμένουν ότι η βίαιη μεταχείριση της Κίνας στους φιλο-δημοκρατικούς ακτιβιστές στο Χονγκ Κονγκ και η σκληρή καταστολή των εθνοτικών Ουιγούρων πρέπει να την αποκλείσουν από την διοργάνωση μιας εκδήλωσης τέτοιου παγκόσμιου επιπέδου.

02042021-1.jpg

Η τελετή λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2008 στο Πεκίνο, στην Κίνα, τον Αύγουστο του 2008. Claro Cortes / Reuters
--------------------------------------------------------

Οι επικριτές του προτεινόμενου μποϊκοτάζ υποστηρίζουν ότι η απόσυρση από έναν αθλητικό διαγωνισμό δεν θα επηρεάσει σημαντικά την κινεζική συμπεριφορά. Και αυτό είναι σε μεγάλο βαθμό αληθές: ένα μποϊκοτάζ των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων πιθανότατα δεν θα ανάγκαζε το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα να αλλάξει ριζικά την πορεία του. Ωστόσο, τα ολυμπιακά μποϊκοτάζ εξακολουθούν να είναι ισχυρά όπλα που πλήττουν τη ματαιοδοξία των αυταρχικών χωρών, γι' αυτό αποτελούν επαναλαμβανόμενο χαρακτηριστικό της σύγχρονης διεξαγωγής των Αγώνων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σοβιετική Ένωση αμφότερες αρνήθηκαν να συμμετάσχουν σε διάφορους Ολυμπιακούς Αγώνες κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Και εκκλήσεις για μποϊκοτάζ ανέκυψαν επίσης περί τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2008 στο Πεκίνο και τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2014 στο Σότσι της Ρωσίας.

Σε αντίθεση με πολλές δημοκρατίες, η Κίνα, η Ρωσία και άλλα αυταρχικά κράτη ενδιαφέρονται πολύ για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, επενδύοντας σε μεγάλο βαθμό τόσο στην διοργάνωση των Αγώνων όσο και στην αύξηση του αριθμού των μεταλλίων τους. Βλέπουν τους Αγώνες ως έναν τρόπο να συνεχίσουν την αντιπαλότητα μεγάλων δυνάμεων με άλλα μέσα. Όσοι υποστηρίζουν ένα μποϊκοτάζ καταλαβαίνουν πόσο σημαντικοί είναι οι Ολυμπιακοί Αγώνες για τις φιλοδοξίες ήπιας ισχύος της Κίνας και άλλων αυταρχικών δυνάμεων και πόσο πολύ το Πεκίνο θέλει να βρεθεί στο προσκήνιο.

ΕΠΙΔΕΙΚΤΙΚΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ

Πριν από έναν αιώνα, ο Αμερικανός οικονομολόγος Thorsten Veblen επινόησε τον όρο «επιδεικτική κατανάλωση» για να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο οι πλουτοκράτες των τελών του [19ου] αιώνα επιδείκνυαν τον πλούτο τους για να αποκτήσουν κοινωνικό status. «Δεν αρκεί απλώς να κατέχεις πλούτο ή δύναμη», έγραψε ο Veblen στο [βιβλίο του] The Theory of the Leisure Class. «Ο πλούτος ή η δύναμη πρέπει να τεκμηριωθούν, γιατί η εκτίμηση αποδίδεται μόνο βάσει αποδεικτικών στοιχείων». Αυτό που ήταν αλήθεια τότε για τους νεόπλουτους ισχύει τώρα για τις αυταρχικές χώρες: η φιλοξενία των Ολυμπιακών Αγώνων και η επιτυχία σε αυτούς είναι κλασικές περιπτώσεις επιδεικτικής κατανάλωσης.

Οι Ολυμπιακοί Αγώνες είναι ειδικά σχεδιασμένοι για [να προσδίδουν] status νικητή στην διεθνή σκηνή, και είναι εγγενώς επιδεικτικοί. Κάθε δύο χρόνια, είτε η θερινή είτε η χειμερινή εκδοχή των Ολυμπιακών Αγώνων βρίσκεται στο επίκεντρο και προσελκύει παγκόσμια προσοχή. Η φιλοξενία μιας καλά εκτελεσμένης ολυμπιάδας μπορεί να καταδείξει την ανάπτυξη και τα επιτεύγματα μιας χώρας, παρέχοντας αποδεικτικά στοιχεία για την οικονομική ανάπτυξη και την θεσμική ικανότητα. Οι κυβερνήσεις είναι επομένως πρόθυμες να δαπανήσουν φαινομενικά παράλογα ποσά για την επιδίωξη του κερδισμένου status μέσω της διοργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων. Σύμφωνα με πληροφορίες, το Sochi 2014 κόστισε 50 δισεκατομμύρια δολάρια, ξεπερνώντας τους Αγώνες του Πεκίνου 2008 ως τους πιο ακριβούς Ολυμπιακούς Αγώνες στην ιστορία.

Το γόητρο της διοργάνωσης Ολυμπιακών Αγώνων έρχεται επίσης με την πίεση της απόδοσης στον στίβο. Η Κίνα και η Ρωσία εξακολουθούν να βλέπουν τους Αγώνες όπως η παλιά Σοβιετική Ένωση, ως επέκταση του γεωπολιτικού ανταγωνισμού. Η επιτυχία στον αθλητικό χώρο προσφέρει ένα ευρύτερο είδος δικαίωσης. Σίγουρα, οι δημοκρατίες έχουν κερδίσει περισσότερα μετάλλια από τα αυταρχικά καθεστώτα στην ιστορία των Ολυμπιακών Αγώνων, και οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν κερδίσει συνολικά πάνω από δύο φορές περισσότερα μετάλλια από την Ρωσία και τέσσερις φορές περισσότερα από την Κίνα. Ωστόσο, υπολογίζοντας το γεγονός ότι οι δημοκρατικές χώρες τείνουν να είναι πλουσιότερες από τις αυταρχικές, όπως κάνουμε στην έρευνά μας [1], οι περισσότεροι τύποι αυταρχικών καθεστώτων είναι πολύ πιο πιθανό να κερδίσουν Ολυμπιακά μετάλλια.

ΟΙ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΩΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τα αυταρχικά κράτη πηγαίνουν πέρα από τις δυνάμεις τους για έναν απλό λόγο: προσπαθούν σκληρότερα. Κάνουν την επιδίωξη της Ολυμπιακής επιτυχίας ένα είδος βιομηχανικής πολιτικής. Η ακριβής έκταση των επενδύσεων της Κίνας στους ολυμπιακούς αθλητές της δεν είναι γνωστή. Σύμφωνα με πληροφορίες, η Ρωσία ξόδεψε τουλάχιστον 25 εκατομμύρια δολάρια [2] για να υποστηρίξει τους ολυμπιακούς αθλητές της πριν από τους Χειμερινούς Αγώνες του 2018, ένα ποσό αφιερωμένο στην συντήρηση κορυφαίων εγκαταστάσεων προπόνησης, σε πληρωμές επιδομάτων για προπονητές, γιατρούς και αθλητές, και στην χρηματοδότηση ταξιδιών και προπονήσεων των αθλητών στο εξωτερικό . Οι κινεζικές και ρωσικές επενδύσεις στη νίκη δεν είναι μόνο οικονομικές. Η Κίνα μιμείται το παλιό σοβιετικό μοντέλο με το λειτουργών από το κράτος σύστημά της, το οποίο απομακρύνει τα παιδιά από τα σπίτια τους και τα τοποθετεί σε σχολεία που τα υποβάλλουν σε έντονη εκπαίδευση και πίεση να ξεχωρίσουν από νεαρή ηλικία. Το κράτος κατευθύνει τα παιδιά σε αθλήματα στα οποία η Κίνα είναι ανεπαρκής ή σε εκείνα για τα οποία καυχάται [ότι διαθέτει] ήδη ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.