Πού κάνει λάθος η νέα εστίαση στην Κίνα | Foreign Affairs - Hellenic Edition
Secure Connection

Πού κάνει λάθος η νέα εστίαση στην Κίνα

Η ανάσχεση απαιτεί ισορροπία
Περίληψη: 

Η Κίνα μπορεί να φαίνεται σε πολλούς στην Ουάσιγκτον σήμερα ως η πιο σημαντική πρόκληση εθνικής ασφάλειας που αντιμετωπίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες, μια πρόκληση που δεν έχει εύκολες λύσεις και είναι πιθανό να διαρκέσει πολύ στο μέλλον. Ωστόσο, με την προσοχή τους στην Κίνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες κινδυνεύουν να παραβλέψουν τις οξείες απειλές σε άλλα μέρη του κόσμου.

Ο RICHARD FONTAINE είναι Διευθύνων Σύμβουλος του Κέντρου για μια Νέα Αμερικανική Ασφάλεια (Center for a New American Security). Έχει εργαστεί στο Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ, στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας και ως σύμβουλος εξωτερικής πολιτικής του Αμερικανού γερουσιαστή Τζον Μακέιν.

Το 2019, ο ασκών καθήκοντα υπουργού Άμυνας των ΗΠΑ, Πάτρικ Σάναχαν, μίλησε εξ’ ονόματος πολλών στην Ουάσιγκτον, όταν θερμοπαρακαλούσε το Πεντάγωνο να εστιάσει στην «Κίνα, Κίνα, Κίνα». Πράγματι, αν υπάρχει μια ομοφωνία μεταξύ των υπεύθυνων χάραξης πολιτικής και των πολιτικών ηγετών των ΗΠΑ, είναι ότι η Κίνα αντιπροσωπεύει την κορυφαία στρατηγική πρόκληση των Ηνωμένων Πολιτειών και ότι η Ουάσιγκτον υστερεί θλιβερά στην ανάλογη ανακατεύθυνση των ενεργειών της.

04112021-1.jpg

Οι σημαίες των ΗΠΑ και της Κίνας στην Βοστώνη, τον Νοέμβριο του 2021. Brian Snyder / Reuters
------------------------------------------------------

Η νέα αποφασιστικότητα είναι, σε μεγάλο βαθμό, ένα χρήσιμο διορθωτικό μέτρο για όλα τα χρόνια ανεπαρκούς εστίασης στην Κίνα. Δεδομένου του παγκόσμιου οικονομικού μεγέθους του, των ταχέως αναπτυσσόμενων στρατιωτικών δυνατοτήτων του, των ανελεύθερων αξιών του, και της αυξανόμενης αυτοπεποίθησής του, το Πεκίνο αποτελεί τρομερό μακροπρόθεσμο κίνδυνο για την ασφάλεια και την ελευθερία της Αμερικής. Αναμφισβήτητα, μια πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση από τις ΗΠΑ είναι επιβεβλημένη. Στην βιασύνη να αντιμετωπίσει την αμέλειά της, ωστόσο, η Ουάσιγκτον κινδυνεύει να κάνει μια διαφορετική γκάφα: να εντάξει όλη την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ στην σινοαμερικανική αντιπαλότητα. Ήδη, σε αρκετά μέρη του κόσμου στρατεύματα έχουν αποσυρθεί, η περιφερειακή διπλωματία έχει επανακαθοριστεί, και τα εργαλεία των πληροφοριών των ΗΠΑ έχουν ανακατευθυνθεί, όλα στο όνομα μιας πιο σθεναρής στάσης απέναντι στην Κίνα.

Αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι μια παγκόσμια δύναμη, όχι μια περιφερειακή, και η Κίνα δεν είναι σε καμία περίπτωση το μόνο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν. Ούτε τα διαρκή αμερικανικά συμφέροντα πέραν του Ινδο-Ειρηνικού απορρέουν απλώς από τον αυξανόμενο ανταγωνισμό με την Κίνα. Είναι απαραίτητο για την Ουάσιγκτον να δώσει προτεραιότητα στην Κίνα χωρίς να επιτρέψει σε αυτή την εστίαση να βλάψει άλλα συμφέροντα και προτεραιότητες. Η ισορροπία, αντί να κλίνει πολύ προς μια κατεύθυνση, θα πρέπει να γίνει το σύνθημα.

Η τάση να ευνοείται ένα μόνο ζήτημα επανεμφανίζεται περιοδικά στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής και οι πολιτικοί, που συχνά υποστηρίζονται από μια ζωηρή ομοφωνία, μεγεθύνουν σοβαρές, βάσιμες απειλές –τον κομμουνισμό, την τρομοκρατία, τώρα την Κίνα- με τρόπο που εκτοπίζει την προσοχή που απαιτείται για την αντιμετώπιση άλλων προτεραιοτήτων και συμφερόντων. Όταν πρόκειται για την μετατόπιση στρατιωτικών πόρων, διπλωματικής ενέργειας, και προσήλωσης σε επίπεδο ηγετών από άλλα θέματα στην Κίνα, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα πρέπει να είναι επιφυλακτικοί ως προς το αφηρημένο καθήκον να «κάνουν περισσότερα». Αγνοώντας τις συνέπειες για τα συμφέροντα των ΗΠΑ σε άλλες περιοχές του κόσμου, η προσέγγιση όλα για την Κίνα κινδυνεύει να υπονομεύσει, αντί να ενισχύσει, την διεθνή τάξη στην οποία ηγούνται οι ΗΠΑ.

Η ΠΛΑΝΗ ΤΟΥ ΕΝΟΣ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ

Δεν είναι δύσκολο να βρει κάποιος στοιχεία για την αυξανόμενη κυριαρχία της Κίνας στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, η οποία διαπερνά κόμματα και κυβερνήσεις. Η Στρατηγική Εθνικής Άμυνας (National Defense Strategy) του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, το 2018, περιέγραψε μια Κίνα που «επιδιώκει βραχυπρόθεσμα την περιφερειακή ηγεμονία του Ινδο-Ειρηνικού» και «την παγκόσμια υπεροχή στο μέλλον» και έδωσε προτεραιότητα στον μακροπρόθεσμο ανταγωνισμό. Πέρυσι, κορυφαίοι αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ έκαναν ομιλίες με σαφές πρότυπο το «Μακρό Τηλεγράφημα» του Τζορτζ Κέναν, της κλασικής διαμόρφωσης της πολιτικής των ΗΠΑ από τον Αμερικάνο διπλωμάτη για τον περιορισμό της Σοβιετικής Ένωσης, αλλά με μια σημαντική διαφορά: «Η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας», είπε [1] ο Λευκός Οίκος του Τραμπ «είναι πιο ικανός ανταγωνιστής από την Σοβιετική Ένωση στο απόγειό της».

Η Κίνα είναι ακόμη πιο προεξάρχουσα στην κυβέρνηση του προέδρου Τζο Μπάιντεν. Ήταν η κύρια εστίαση της Ενδιάμεσης Στρατηγικής Καθοδήγησης Εθνικής Ασφάλειας (Interim National Security Strategic Guidance) και υπήρξε κεντρικό θέμα της διπλωματίας των ΗΠΑ στις συνόδους κορυφής του G-7, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του ΝΑΤΟ, και του Τετραμερούς Διαλόγου για την Ασφάλεια (Quadrilateral Security Dialogue). Η νέα τριμερής συμφωνία ασφαλείας AUKUS (Αυστραλία-Ηνωμένο Βασίλειο-Ηνωμένες Πολιτείες) χαιρετίστηκε από τους περισσότερους παρατηρητές στην Ουάσιγκτον ως ένα σημαντικό βήμα προς τα εμπρός στην πολιτική για την Κίνα, ακόμη και όταν οδήγησε σε νέες εντάσεις με την σύμμαχο στο ΝΑΤΟ, Γαλλία. Ο Μπάιντεν έχει πει ότι ο Κινέζος πρόεδρος, Σι Τζινπίνγκ, «είναι απόλυτα σοβαρός στο να γίνει το πιο σημαντικό, σπουδαίο έθνος στον κόσμο». Λέγεται στο Πεντάγωνο ότι η Κίνα είναι η «επερχόμενη απειλή», ενώ ο υπουργός Εξωτερικών, Άντονι Μπλίνκεν, περιγράφει τις σχέσεις των ΗΠΑ μαζί της ως «την μεγαλύτερη γεωπολιτική δοκιμασία» του 21ου αιώνα. Προχωρώντας παραπέρα, ο υφυπουργός χάραξης πολιτικής στο Υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ έχει περιγράψει την στρατηγική για την Κίνα ως ότι περιλαμβάνει όχι μόνο ένα στοιχείο εθνικής ισχύος, ή ακόμα και το σύνολο της κυβέρνησης των ΗΠΑ, αλλά μάλλον «μια προσέγγιση ολόκληρης της κοινωνίας [2]».

Γενικά, τέτοιες πολιτικές και δηλώσεις διατυπώνουν χρήσιμα την πρόκληση της Κίνας, ξεφεύγοντας από προηγούμενες προσεγγίσεις που αποσκοπούσαν στον μετασχηματισμό της κινεζικής συμπεριφοράς παρά στο να απαντούν σε αυτήν. Το πρόβλημα δεν είναι ο τόνος ή η συνολική κατεύθυνση της νέας στάσης, αλλά ό,τι αποκλείει: άλλες, μη κινεζικές προκλήσεις και άλλα συμφέροντα των ΗΠΑ εκτός της περιοχής του Ινδο-Ειρηνικού. Αυτά, επίσης, είναι σημαντικά σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από πολλαπλές απειλές σε πολλούς τομείς.