Παιδεία και ανάπτυξη | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Παιδεία και ανάπτυξη

Το «ευρωπαϊκό παράδοξο» και η ελληνική τραγωδία
Περίληψη: 

Έχει γίνει πλέον σαφές ότι οι ευρωπαϊκές πολιτικές σχετικά με την ανάπτυξη της Έρευνας και Καινοτομίας έχουν αποτύχει. Η ΕΕ σήμερα συζητά ένα νέο σχέδιο για να αμυνθεί στην πνευματική επέλαση των αναδυόμενων χωρών αφιερώνοντας μεγάλα κονδύλια στην Παιδεία. Ωστόσο, η Ελλάδα δεν ακολουθεί την υπόλοιπη Ευρώπη ούτε σε αυτό: η κατάσταση των πανεπιστημίων της χώρας αλλά και η γενικότερη Παιδεία παραμένει τραγική.

Ο ΙΩΑΝΝΗΣ Α. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ είναι καθηγητής του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου και μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν σήμερα οι ευρωπαϊκές κοινωνίες είναι εξαιρετικά σοβαρές: η υπερθέρμανση του πλανήτη, τα φθίνοντα ενεργειακά, υδάτινα και διατροφικά αποθέματα, η γήρανση του πληθυσμού, οι νέες πανδημίες και οι προκλήσεις για την ασφάλεια. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, με το μέγεθός της και τα ειδικά αναπτυξιακά, κοινωνικά και πολιτισμικά της χαρακτηριστικά είναι εξαιρετικά ευάλωτη. Την ίδια στιγμή, οι συσχετισμοί δυνάμεων στη διεθνή αρένα γίνονται όλο και πιο δυσμενείς για την ΕΕ: πέρα από τους παραδοσιακούς εταίρους και ανταγωνιστές, μια πλειάδα αναδυόμενων χωρών (Κίνα, Ινδία, Βραζιλία, Τουρκία κ.α.) εμφανίζονται με αξιώσεις στο διεθνές προσκήνιο και διεκδικούν γεωστρατηγικό ρόλο βασιζόμενες στην αλματώδη οικονομική, τεχνολογική αλλά και δημογραφική τους ανάπτυξη.

Όλες οι ενδείξεις συνηγορούν στο ότι ως το 2025 το κέντρο βάρους της παγκόσμιας οικονομίας, έρευνας, καινοτομίας, τεχνολογικής και κοινωνικής ανάπτυξης θα έχει μετατοπιστεί προς την Ασία. Το 2025 η Ασία θα φιλοξενεί το 61% του παγκόσμιου πληθυσμού, ενώ η ΕΕ θα αποτελεί μια μικρή ένωση έχοντας μόλις το 6,5% του παγκόσμιου πληθυσμού και μάλιστα το 30% των Ευρωπαίων θα έχει ηλικία μεγαλύτερη των 65 ετών.

Παράλληλα, η ερευνητική και τεχνολογική πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ και της ΕΕ θα έχει υποσκελιστεί από την Κίνα και την Ινδία, χώρες που αυξάνουν με εντυπωσιακούς ρυθμούς τις επενδύσεις τους στην έρευνα και που περνούν πλέον από την οικονομικά επιτυχημένη συνταγή της απλής αντιγραφής δυτικών τεχνολογιών στην εγχώρια αυτοδύναμη τεχνολογική καινοτομία. Μια τεχνολογική καινοτομία των μέσων παραγωγής που έχει γίνει επιτρεπτή από την μαζική μεταφορά δυτικής και ιαπωνικής τεχνογνωσίας προς τα τεράστια ασιατικά πολυεργοστάσια που παράγουν τα προϊόντα που καταναλώνουν μαζικά οι αγορές της δύσης. Ήδη στις χώρες της Ασίας εγκαθίστανται όλο και περισσότερες τεχνολογικά καινοτόμες εταιρείες, καθώς και πολυάριθμα πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα, που έχοντας πρόσβαση σε άφθονους οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους, έχουν ήδη αρχίσει να κατακλύζουν με επιστημονικές δημοσιεύσεις (χαμηλότερου, για την ώρα, επιπέδου) τη διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία.

Αυτή η νέα, μετά από αιώνες, μετατόπιση του ιστορικού εκκρεμούς προς την Ανατολή, θα συνοδεύεται από συνθήκες αυξημένου ανταγωνισμού για τους ταχέως μειούμενους φυσικούς πόρους του πλανήτη (υδρογονάνθρακες, σπάνιες γαίες αλλά και πόσιμο νερό) και ενδεχομένως να πραγματοποιηθεί σε ένα πλαίσιο πρωτόγνωρων κλιματικών αλλαγών και μετατοπίσεων πληθυσμών.

Οι ιστορικές αυτές εξελίξεις δεν αποτελούν κεραυνό εν αιθρία. Ήδη από το 2000 τα Ευρωπαϊκά κράτη είχαν συνειδητοποιήσει την ανάγκη για την μετεξέλιξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην «πλέον δυναμική και ανταγωνιστική οικονομία της γνώσης». Η φιλόδοξη Στρατηγική της Λισαβόνας εστίασε σε «περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας», καθώς και στην μετεξέλιξη της Ευρώπης σε μια «οικονομία της γνώσης», η οποία βασιζόμενη στο γνωστό τρίγωνο της γνώσης «εκπαίδευση-έρευνα-καινοτομία» θα τροφοδοτούσε νέες μεθόδους παραγωγής και καινοτομικής οικονομικής δραστηριότητας, που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν το μοντέλο κοινωνικού κράτους και το επίπεδο διαβίωσης στο οποίο η ΕΕ έχει συνηθίσει.

Δώδεκα χρόνια μετά, και εν μέσω της σοβαρότερης οικονομικής και πολιτικής κρίσης που έχει βιώσει η Ευρώπη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, διαπιστώνουμε ότι η μη επίτευξη των στόχων της Λισαβόνας δεν είναι μια συνήθης υστέρηση έναντι κάποιων αυθαίρετων αριθμητικών στόχων αλλά ένδειξη μιας στρατηγικής αποτυχίας, κρίσιμης για το παρόν και το μέλλον της Ευρώπης.

Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι στην αρένα της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, η επιστήμη είναι μια ολοένα και πιο ανταγωνιστική προσπάθεια. Η Έρευνα και η Καινοτομία αποτελούν τις βασικές κινητήριες δυνάμεις προώθησης της ανάπτυξης και της απασχόλησης στην αναδυόμενη οικονομία της γνώσης. Ωστόσο, οι ευρωπαϊκές επενδύσεις για την Έρευνα και την Καινοτομία παραμένουν στο 2% του ΑΕΠ, κατά μέσο όρο, έναντι του στόχου 3% της Λισαβόνα το 2010, ποσοστό που οι ΗΠΑ προσεγγίζουν, ενώ η Ιαπωνία ξεπερνά με 3,5%. Την ίδια ώρα, το ερευνητικό χάσμα εντός της ίδιας της ΕΕ αυξάνει, καθώς χώρες όπως η Ελλάδα, η Κύπρος και η Ρουμανία πασχίζουν να φτάσουν μόλις στο 0,5% του ΑΕΠ. Και δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί κανείς για το αν η υπο-επένδυση στην Έρευνα και την Καινοτομία αποτελεί αποτέλεσμα ή αίτιο της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης.

Δυστυχώς, η εικόνα του συνολικού ερευνητικού τοπίου της ΕΕ δεν αφήνει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Οι Ευρωπαϊκές επενδύσεις σε μια σειρά από τεχνολογίες-κλειδιά, όπως οι Τεχνολογίες Πληροφορικής και Επικοινωνίας, η βιοτεχνολογία, η νανοτεχνολογία, η νανοηλεκτρονική και τα εξελιγμένα υλικά, παραμένουν συγκριτικά χαμηλές έναντι των διεθνών ανταγωνιστών. Η ΕΕ δεν καταφέρνει να ανακόψει τα κύματα της «διαρροής εγκεφάλων», του «brain drain», πόσω μάλλον να το μετατρέψει σε «brain gain», συγκέντρωση των λαμπρότερων μυαλών του κόσμου, προς όφελός της. Οι ερευνητές από την Ασία και την Ευρώπη συνεχίζουν να αξιολογούν ως ελκυστικότερη μια καριέρα στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, ενώ η διαρροή εγκεφάλων από τον Ευρωπαϊκό νότο προς τον Βορρά δεν αφήνει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας για χώρες όπως η δική μας. Η Ελλάδα ενδεχομένως να μπορέσει να συνέλθει από την φυγή των χρηματοοικονομικών κεφαλαίων αλλά είναι αμφίβολο αν θα αντέξει την απώλεια του νοητικού κεφαλαίου που συνεπάγεται αυτή η «φυγή εγκεφάλων».