Το ίντερνετ βρίσκεται υπό εντεινόμενη παρακολούθηση | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το ίντερνετ βρίσκεται υπό εντεινόμενη παρακολούθηση

Η Ουάσιγκτον ευαγγελίζεται την ελευθερία στο ίντερνετ αλλά στην πράξη το παρακολουθεί στενά
Περίληψη: 

Καθώς ο Λευκός Οίκος επιβάλλει κυρώσεις στο Ιράν και τη Συρία επειδή χρησιμοποιούν την τεχνολογία για να στοχοποιήσουν τους πολίτες τους, άλλα τμήματα της αμερικανικής κυβέρνησης οδηγούν στην ανάπτυξη πολιτικών, ρυθμιστικών κανόνων και επιχειρηματικών πρακτικών που ενθαρρύνουν αυταρχικές κυβερνήσεις να αστυνομεύουν ηλεκτρονικά τους πληθυσμούς τους.

Η REBECCA MACKINNON είναι βασική υπότροφος στην έδρα Bernard L. Schwartz στο Ίδρυμα New America, συνιδρυτής του δικτύου πολιτών Global Voices Online, και συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο Consent of the Networked: The Worldwide Struggle for Internet Freedom.

Λίγο μετά από την πτώση του Αιγύπτιου προέδρου Χόσνι Μουμπάρακ πέρυσι, διαδηλωτές εισέβαλαν στο αρχηγείο της αιγυπτιακής Εθνικής Ασφάλειας, στο οποίο στεγάζονται τα αρχεία της αστυνομίας. Κάποιοι Αιγύπτιοι βρήκαν αρχεία που οι αρχές είχαν συντάξει για το πρόσωπό τους. Άλλοι αποκάλυψαν αρχεία που εστιάζονταν σε φίλους και συναδέλφους. Υπήρχαν αντίγραφα υποκλοπών, τεράστιος όγκος εκτυπώσεων από ιδιωτικά e-mail, sms και επικοινωνίες που είχαν υποκλαπεί.

Όπως αποδεικνύεται, η αμερικανική τεχνολογία βοήθησε τον Μουμπάρακ και τις δυνάμεις ασφάλειας του καθεστώτος του να συλλέγουν, να συγκεντρώνουν και να αναλύουν τεράστιες ποσότητες δεδομένων σχετικά με τους απλούς πολίτες. Η αιγυπτιακή κυβέρνηση χρησιμοποιούσε μια τεχνολογία «έρευνας βαθέων πληροφοριών» αγορασμένη από την Narus, μια εταιρία με έδρα στο Sunnyvale της Καλιφόρνια και η οποία ανήκει στην Boeing. Το πιο επιτυχημένο προϊόν της εταιρίας είναι το NarusInsight, το οποία σύμφωνα με την ιστοσελίδα της Narus βοηθά τους «φορείς εκμετάλλευσης δικτύων και ασφάλειας να έχουν σε πραγματικό χρόνο επίγνωση της κατάστασης της κυκλοφορίας που διέρχεται από τα δίκτυά τους». Εν ολίγοις, η ίδια τεχνολογία όχι μόνο βοηθά τους διαχειριστές δικτύου να ανιχνεύσουν επιτιθέμενους και εισβολείς αλλά μπορεί επίσης να βοηθήσει τις κυβερνήσεις να περιπολούν τις online δραστηριότητες των πολιτών τους. Ο πυρήνας των πελατών της Narus είναι το αμερικανικό υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας και η Υπηρεσία Εθνικής Ασφάλειας, αλλά ένα μεγάλο μέρος των δραστηριοτήτων της εταιρείας προέρχεται από το εξωτερικό. Το 2005, η Narus υπέγραψε μια συμφωνία πολλών εκατομμυρίων δολαρίων για να αδειοδοτήσει τη χρήση της τεχνολογίας της στην Αίγυπτο, την Παλαιστίνη, τη Σαουδική Αραβία και τη Λιβύη.

Το να σημειώσει κανείς την περίπτωση της Narus αυτή την περίοδο είναι ιδιαίτερα ειρωνικό, καθώς ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε νέες κυρώσεις κατά του Ιράν και της Συρίας, γιατί χρησιμοποιούν τεχνολογία που η Τεχεράνη και η Δαμασκός χρησιμοποιούν για να στοχοποιήσουν τους δικούς τους πολίτες. Ο Πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα δήλωσε ότι οι τεχνολογίες του διαδικτύου και των κινητών τηλεφώνων «θα πρέπει να υπάρχουν για την ενίσχυση των πολιτών, όχι για την καταστολή τους».

Στην εποχή του διαδικτύου, είναι τεχνικά πανεύκολο για τις εταιρίες και τις κυβερνήσεις να αποκτήσουν πρόσβαση στις ιδιωτικές επικοινωνίες των ανθρώπων και να παρακολουθούν τις κινήσεις τους. Η κυβέρνηση Ομπάμα αναγνωρίζει ότι η ηλεκτρονική ελευθερία απαιτεί όχι μόνο ένα ανοικτό και χωρίς λογοκρισία διαδίκτυο αλλά και ένα διαδίκτυο στο οποίο οι κρατικές και εταιρικές εξουσίες εποπτείας να περιορίζονται κατάλληλα, έτσι ώστε οι πολίτες να προστατεύονται από καταχρήσεις, και οι παραβάτες να λογοδοτούν. Χωρίς ισχυρά παγκόσμια πρότυπα δημόσιας διαφάνειας και λογοδοσίας για το πώς αναπτύσσονται οι τεχνολογίες παρακολούθησης, η ενδυνάμωση των δυνατοτήτων του διαδικτύου μειώνεται γρήγορα.

Ωστόσο, ακόμη και καθώς ο Λευκός Οίκος πιέζει το Ιράν και τη Συρία, άλλα τμήματα της αμερικανικής κυβέρνησης οδηγούν στην ανάπτυξη πολιτικών, ρυθμιστικών κανόνων και πρακτικών των επιχειρήσεων που παρωδούν τις καλοπροαίρετες προσπάθειες της Ουάσιγκτον να επεκτείνουν την ελευθερία στο διαδίκτυο διεθνώς. Με άλλα λόγια, παρότι το υπουργείο Εξωτερικών κατευθύνει εκατομμύρια δολάρια σε μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς για την καταπολέμηση της λογοκρισίας και της παρακολούθησης πέρα από τα σύνορα των ΗΠΑ, η κατασταλτική ψηφιακή παρακολούθηση σε όλο τον κόσμο συνεχίζει να επεκτείνεται σε περισσότερα πεδία και με εξυπνότερο τρόπο.

Κατά τα τελευταία τέσσερα χρόνια, ως μέρος της ατζέντας της υπουργού Εξωτερικών Χίλαρι Κλίντον περί «παγκόσμιας ελευθερίας στο διαδίκτυο» , το Στέιτ Ντιπάρτμεντ έχει δαπανήσει περισσότερα από 70 εκατομμύρια δολάρια για την προώθηση της πρόσβασης στο Internet σε όλο τον κόσμο. Τα κεφάλαια αυτά χρηματοδότησαν έργα που παράγουν λογισμικό παράκαμψης – για παράδειγμα τα Tor, Psiphon, UltraSurf και Freegate - που έχουν βοηθήσει εκατομμύρια ανθρώπους στην Κίνα, το Ιράν και άλλες χώρες να έχουν πρόσβαση σε λογοκριμένες ιστοσελίδες. Άλλες πρωτοβουλίες έχουν παράσχει εκπαίδευση σε θέματα ασφάλειας στο Internet για ακτιβιστές και μπλόγκερς. Χρηματοδοτούμενες ομάδες από το υπ. Εξωτερικών δημοσιεύουν τώρα τεχνικά εγχειρίδια εκπαίδευσης σε περισσότερες από δώδεκα γλώσσες.

Υπογραμμίζοντας το νόημα αυτό, τον περασμένο Δεκέμβριο η Κλίντον μίλησε σε ένα συνέδριο στη Χάγη υπό την αιγίδα της Ολλανδίας για την ελευθερία στο Διαδίκτυο, κάνοντας έκκληση για μια «παγκόσμια συμμαχία για να διατηρήσει ένα ανοικτό διαδίκτυο». Λίγο μετά την ομιλία της, τα 34 κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ υιοθέτησαν αρχές που κατατείνουν στο να παραμείνει το διαδίκτυο ανοικτό και διασυνδεδεμένο και κάλεσαν τα κράτη μέλη να «διασφαλίσουν την διαφάνεια, την δίκαιη διαδικασία και τη λογοδοσία». Αλλά τότε το σχετικό έγγραφο «τα γύρισε» - τόνισε την ανάγκη «να ενθαρρυνθεί η συνεργασία για την προώθηση της ασφάλειας στο διαδίκτυο» και «να δοθεί η δέουσα προτεραιότητα στις προσπάθειες επιβολής του νόμου». Αυτή η φρασεολογία δημιούργησε ένα παραθυράκι για τις κυβερνήσεις να κάνουν αυτό που κρίνουν αναγκαίο για όσο διάστημα ο στόχος ονομάζεται «ασφάλεια» και «επιβολή».