Η Ελλάδα και η διαχρονική απειλή της χρεοκοπίας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η Ελλάδα και η διαχρονική απειλή της χρεοκοπίας

"Τα χρεοστάσια του 1843, 1893 και 1932, τα πολιτικά τους αίτια και οι δομικές συνέχειες"
Περίληψη: 

Η ανικανότητα της πολιτικής διακυβέρνησης, η μεγάλη και δαπανηρή δημόσια διοίκηση και οι υψηλές στρατιωτικές δαπάνες αποτελούσαν από την ίδρυση του ελληνικού κράτους τις βασικές αιτίες της οικονομικής του κακοδαιμονίας, μαζί, βέβαια, με τους πολέμους και τα επακόλουθα δεινά που υπέστη η Ελλάς. Σήμερα, περίπου 200 χρόνια από την γέννηση της σύγχρονης Ελλάδας τίποτα δεν φαίνεται να έχει αλλάξει.

Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ είναι επίκουρος καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας στο ΤΕΙ Καλαμάτας και διδάσκει στο Διατμηματικό Μεταπτυχιακό «Ιστορική Έρευνα, Διδακτική και Νέες Τεχνολογίες» του Τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου.

Σε περιόδους κρίσης είναι γνωστή η τάση των διανοουμένων, των δημοσιολογούντων και της εκάστοτε κοινής γνώμης να ανατρέχουν στο παρελθόν για να βρουν απαντήσεις στα σύγχρονά τους κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα. Η τάση αυτή είναι αναμενόμενη και δικαιολογημένη. Ενώπιον νέων και πιεστικών διλημμάτων τα οποία είναι λίγο ή καθόλου προετοιμασμένες να αντιμετωπίσουν, οι κοινωνίες αναζητούν μία πυξίδα στον τρόπο που οι προηγούμενες γενιές διαχειρίστηκαν αντίστοιχες καταστάσεις, και στρέφονται στη δική τους συσσωρευμένη εμπειρία για να βρουν έναν οδηγό προς ναυτιλλομένους σε ταραγμένες θάλασσες. Η ιστοριογραφία και οι ιστορικοί (επαγγελματίες ή μη) έγιναν οι κατεξοχήν διαμεσολαβητές σε αυτή τη διαδικασία, ιδίως στον 20ο αιώνα που είναι εκτός όλων των άλλων και ο αιώνας της μεγάλης ανάπτυξης των ιστορικών σπουδών και των μεγάλων ιστοριογράφων. Αυτοί είναι εκείνοι που κατορθώνουν να αναπτύξουν για πρώτη φορά σε τόσο γερά επιστημονικά θεμέλια τον ιστοριογραφικό κλάδο και να του προσδώσουν το κύρος της αντικειμενικότητας.

Από την άλλη όμως, μια τέτοια κοινωνική τάση κρύβει και κινδύνους. Διότι για το διψασμένο για μαθήματα από το παρελθόν υποκείμενο, η «αντικειμενική» γνώση που προκύπτει από τη μελέτη της ιστορίας μπορεί εύκολα να πάρει τη μορφή μιας λειτουργιστικής αντίληψης που θέλει την ιστορία να «επαναλαμβάνεται» κάθε φορά που συνδυάζεται ένα δεδομένο πλέγμα παραγόντων. Αντιθέτως, ο ιστορικός λόγος είναι επιστημονικός όχι όταν μάς επιτρέπει να «πάρουμε μαθήματα» από το παρελθόν αλλά όταν μας βοηθάει να σχετικοποιήσουμε πρώτα και κύρια τα προβλήματα του παρόντος μας που είναι αυτά που προσδιορίζουν και τον τρόπο που κοιτάζουμε προς τα πίσω στο χρόνο. Εν προκειμένω μπορεί για παράδειγμα να μας δώσει τη δυνατότητα να δούμε τις μεγάλες συνέχειες του ελληνικού κράτους, να συνειδητοποιήσουμε τον αυξανόμενο βαθμό αλληλεξάρτησης της Ελλάδας με τις υπόλοιπες χώρες της ηπείρου της και όχι μόνο, προϊόντος του χρόνου, και να διαπιστώσουμε τις διαβρωτικές παρενέργειες του λαϊκισμού, του πολιτικαντισμού καθώς και τις εγγενείς αδυναμίες που καταγράφει η ελληνική κοινωνία να προσαρμοστεί κάθε φορά στις μεγάλες ιστορικές αλλαγές που αγγίζουν την ίδια μέσω του διεθνούς της περίγυρου.

Τέλος, μας βοηθάει να κατανοήσουμε – αν και όχι με διάθεση μετατόπισης των εθνικών ευθυνών στους «κακούς ξένους»- και τη σχέση των Μεγάλων Δυνάμεων με το μικρό (άλλοτε εξαρτημένο και άλλοτε ανυπάκουο) εταίρο τους. Άλλωστε, η ιστορική περίοδος που καλύπτει το τελευταίο τρίτο του 19ου αιώνα και φθάνει μέχρι τις πρώτες δεκαετίες μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο πλαισιώνει μία κρίσιμη συγκυρία όπου οι ανταγωνισμοί των τελευταίων «αυτοκρατοριών» συμπίπτουν με τους τελευταίους σπασμούς τής αποικιοκρατίας. Και σε αυτή τη συγκυρία, η Ελλάδα θα βιώσει, πότε με ενθουσιασμό και πότε μέσα από πικρά δράματα, τη σχέση αυτή με τα ισχυρότερα έθνη της Γηραιάς Ηπείρου.

ΤΑ ΤΡΙΑ «ΚΑΚΑ» ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΜΑΣ ΜΟΙΡΑΣ

Το ελληνικό κράτος και οι κυβερνώσες ελίτ του, από τα πρώτα χρόνια της ύπαρξής του – μάλιστα πριν καν συγκροτηθεί και αναγνωριστεί επισήμως ως τέτοιο, δηλαδή ήδη από τα χρόνια της εθνικής επανάστασης του 1821- καταγράφει μια πάγια δυσκολία να διαχειριστεί με χρηστό και λελογισμένο τρόπο αφενός αυτή καθαυτή τη δυνατότητα δανεισμού του από το εσωτερικό ή το εξωτερικό, αφετέρου τα κεφάλαια που εισρέουν από αυτή τη δυνατότητα, για σκοπούς παραγωγικούς και συλλογικά επωφελείς. Το ζήτημα έχει να κάνει ασφαλώς με τον τρόπο που το εκάστοτε πολιτικό σύστημα ιεραρχούσε τις ανάγκες τις δικές του (της αναπαραγωγής της εξουσίας του) αλλά και του κράτους, καθώς και με τον τρόπο που το ίδιο οργάνωνε τις σχέσεις του με την κοινωνία. Μόνο που σχεδόν όλες τις φορές, η αδυναμία αυτή (από ιδιοτέλεια ή κακό υπολογισμό) στον τρόπο διαχείρισης του δανεισμού είχε σοβαρότατες επιπτώσεις στο μέλλον της ίδιας της πολιτικής τάξης οδηγώντας ακόμη και στην πλήρη ανατροπή της.

Είναι χαρακτηριστικό, για παράδειγμα, ότι η εμπλοκή που σημειώθηκε από ελληνικής πλευράς τον Ιανουάριο του 1843 στην αποπληρωμή της δόσης τού δανείου των 60.000.000 φράγκων (που υπήρξε η «προίκα» του Όθωνα για την ανάληψη του Θρόνου στο νεότευκτο ελληνικό βασίλειο το 1832), ήταν στην ουσία εκείνη που έδωσε την αφορμή τής εξέγερσης της 3ης Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους οδηγώντας στην παραχώρηση συντάγματος από το Στέμμα το οποίο ως τότε κυβερνούσε μονάχα «ελέω Θεού». Το χρονικό θυμίζει έντονα σε ορισμένες πτυχές του τις εξελίξεις και τις αντιπαραθέσεις στη σημερινή «μνημονιακή» Ελλάδα. Όντας απολύτως εξαρτημένο οικονομικά (εν μέρει και σκοπίμως) τις πρώτες δεκαετίες της ζωής του από τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις, την Αγγλία, τη Γαλλία και τη Ρωσία, το ελληνικό κράτος βρέθηκε στις αρχές του 1843 σε αδυναμία να αποπληρώσει την τακτική εξαμηνιαία δόση του δανείου που έληγε την 1η Μαρτίου του ίδιου έτους [1]. Ο Γραμματέας επί των εξωτερικών, Ρίζος-Νερουλός ενημέρωσε επ’ αυτού τις Μεγάλες Δυνάμεις και ζήτησε νέο δάνειο. Το προηγούμενο διάστημα, η καιροσκοπική πολιτική του Βασιλιά Όθωνα που στρεφόταν, πότε στη μία και πότε στην άλλη προστάτιδα Δύναμη, ανάλογα με το πώς διαμορφώνονταν οι ισορροπίες και οι αντιπαλότητες εντός εκείνης της «Τρόικας», είχε πετύχει να εξασφαλίζει χρήματα για τις μεγάλες ανάγκες του «πρότυπου» βασιλείου του το οποίο έπρεπε αναμφισβήτητα να συγκροτηθεί ως κράτος κυριολεκτικά από το μηδέν. Αλλά φάνηκε πλέον ότι οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν θα ανέχονταν άλλο τους ελιγμούς του ελληνικού Στέμματος.