Η επιστροφή του Μουκτάντα αλ – Σαντρ | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η επιστροφή του Μουκτάντα αλ – Σαντρ

Πώς ο πρώην αιμοσταγής κληρικός επιδιώκει να επανενταχθεί
Περίληψη: 

Μετά από τέσσερα χρόνια στην εξορία, ο πρώην ριζοσπάστης σιίτης μαχητής Μουκτάντα αλ - Σαντρ επέστρεψε στο Ιράκ στις αρχές του 2011. Τα δύο τελευταία χρόνια, προσπάθησε να «επαναλανσάρει» τον εαυτό του ως μετριοπαθή με ένα ενωτικό μήνυμα – αλλά παραμένει ασαφές εάν οι Ιρακινοί θα πρέπει να αποδεχτούν το νέο του πρόσωπο ως αληθινό.

Ο ELI SUGARMAN είναι μέλος του Προγράμματος Τρούμαν και Γενικός Διευθυντής της Gryphon Partners.
Ο OMAR AL-NIDAWI είναι ανώτερος αναλυτής για το Ιράκ στην Gryphon Partners.

Η εκκολαπτόμενη δημοκρατία του Ιράκ αντιμετωπίζει ένα νέο δίλλημα: αν πρέπει ή όχι να αποδεχτεί την πολιτική επιστροφή ενός πρώην ηγέτη παραστρατιωτικής ομάδας. Ο Μουκτάντα αλ – Σαντρ, ο εκρηκτικός σιίτης κληρικός, έχει ξεκινήσει μια εκστρατεία δημοσίων σχέσεων «επαναλανσάροντας» τον εαυτό του ως μια φωνή σεχταριστικής αρμονίας. Πρέπει οι Ιρακινοί να καλωσορίσουν με ανοιχτές αγκάλες τον Σαντρ ή να είναι δύσπιστοι όσον αφορά το νέο του πρόσωπο;

Ο Σαντρ, αρχικά έγινε γνωστός ως ένας εκκεντρικός δημαγωγός ο οποίος τροφοδοτούσε τις θρησκευτικές διαμάχες και οδηγούσε την νέα δημοκρατία του Ιράκ να πέσει στα γόνατα. Από το 2003 έως το 2008, ο Σαντρικός «Στρατός του Μαχντί» πήρε τα όπλα εναντίον των διαδοχικών κυβερνήσεων του Ιράκ και διέπραξαν αγριότητες κατά της δεδομένης σουνιτικής μειοψηφίας της χώρας, στοχεύοντας παράλληλα αμερικανικές εγκαταστάσεις και εξειδικευμένο προσωπικό, μέχρι που οι αμερικανικές δυνάμεις εγκατέλειψαν το Ιράκ στο τέλος του 2011.

Στην συνέχεια, την περασμένη άνοιξη, άλλαξε απότομα πορεία και πέρασε το προηγούμενο έτος αναδιαμορφώνοντας την εικόνα του και πλασάροντας τον εαυτό του ως την φωνή της μετριοπάθειας στο Ιράκ. Ο Σαντρ επικρίνει πλέον ανοιχτά την βία, τάσσεται υπέρ της ειρηνικής επίλυσης των πολιτικών διαφορών του Ιράκ και προσεύχεται μαζί με ηγέτες από άλλες θρησκείες και αιρέσεις.

Από την μία πλευρά η νέα στάση του Σαντρ θα μπορούσε να αντανακλά την πραγματική ωρίμανσή του και μια πρωτόγνωρη επιθυμία να διαδραματίσει ένα θετικό ρόλο στο δυσλειτουργικό ιρακινό πολιτικό σύστημα. Από την άλλη, θα μπορούσε να είναι απλώς μια νέα τακτική για να επεκτείνει την επιρροή και την δύναμή του. Ούτως ή άλλως, όσο περισσότερο ο Σαντρ θα μπορούσε να πείσει τους Ιρακινούς – τους σιίτες, τους Κούρδους όσο και του σουνίτες που στερούνται πολιτικών δικαιωμάτων –ότι είναι ένας αξιόπιστος και μετριοπαθής σύντροφος, τόσο μεγαλύτερη δύναμη θα μπορούσε πάρει σε βάρος του πρωθυπουργού Νούρι αλ - Μαλίκι, που επίσης είναι σιίτης. Οι Ιρακινοί σουνίτες άραβες και οι Κούρδοι αντιμετωπίζουν μια δύσκολη επιλογή, γιατί η συνεργασία με τον Σαντρ θα μπορούσε να οδηγήσει σε δύο πολύ διαφορετικά αποτελέσματα. Το να τον ακολουθήσουν στην αμφισβήτηση του Μαλίκι ίσως θα μπορούσε να προωθήσει μια πιο συνολική πολιτική διαδικασία, αλλά θα μπορούσε επίσης, να ενδυναμώσει εκ νέου τις σεχταριστικές παραστρατιωτικές ομάδες του κράτους. Το «κλειδί» για τους Ιρακινούς είναι να διερευνηθεί προσεχτικά ο νέος Σαντρ και να επιμείνουν ότι η ωραιοποιημένη ρητορική του πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένες δράσεις.

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ

Ο Σαντρ κατάγεται από μια οικογένεια διακεκριμένων κληρικών με μακρά ιστορία στον πολιτικό ακτιβισμό. Τόσο ο θείος του, Μοχάμεντ Μπακίρ αλ - Σαντρ, ένας εξέχων θρησκευτικός φιλόσοφος, όσο και ο πατέρας του, ένας ανώτερος κληρικός, έχασαν την ζωή τους από την κυβέρνηση του Σαντάμ Χουσεΐν. Ο ίδιος ο Σαντρ εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην πολιτική σκηνή το καλοκαίρι του 2003. Η ρητορική του, η οποία βασίστηκε σε ομιλίες μίσους και θεωρίες συνωμοσίας, είχαν απήχηση στους σιίτες που στερούνταν πολιτικών δικαιωμάτων και έγιναν γρήγορα η βάση υποστήριξής του.

Η παραστρατιωτική ομάδα του Σαντρ, ο «Στρατός του Μαχντί» - μαζί με τους ομολόγους τους στην σουνιτική αλ Κάιντα – ήταν υπεύθυνοι για μεγάλο μέρος της θρησκευτικής αιματοχυσίας που μάστιζε το Ιράκ το 2005 – 2008. Ο Στρατός του Μαχντί τρομοκρατούσε μεγάλα τμήματα του κεντρικού και του νότιου Ιράκ και επιδίωκε αιματηρές «εκκαθαρίσεις» γειτονιών σουνιτών σε όλη την Βαγδάτη. Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου, ο Σαντρ δεν έκρυψε τις απόψεις και τις ενέργειές του. Πράγματι, μια φορά καταγράφηκε να καυχιέται για την ικανότητά του να σκοτώνει σουνίτες, κάτω από κάλυψη παρεχόμενη από σιίτες κληρικούς. Μεταξύ του 2006 και του 2008, αμφισβήτησε ανοιχτά την κυβέρνηση Μαλίκι για τον έλεγχο της Βασόρας, της Καρμπάλα, της Μεϊσάν και διαφόρων περιοχών της Βαγδάτης, με αποτέλεσμα να επισπεύσει μια μεγάλης κλίμακας στρατιωτική αντιπαράθεση με την κυβέρνηση. Η επιθετικότητά του ήταν τελικά ανεπιτυχής.

Προβλέποντας την ήττα μετά την εφαρμογή του «κύματος» της αμερικανικής στρατηγικής το 2007 (σ.σ.: δηλαδή, της αύξησης στρατιωτικού εξοπλισμού και αριθμού αμερικανών στρατιωτών), ο Σαντρ αναχώρησε για το Ιράν και έμεινε εκεί για τέσσερα χρόνια σε αυτοεξορία. Οι σχέσεις του Σαντρ με τον Μαλίκι κυμάνθηκαν αρκετές φορές μεταξύ της άμεσης στρατιωτικής αντιπαράθεσης και της στενής πολιτικής συνεργασίας. Επέστρεψε στο Ιράκ στις αρχές του 2011 με μια ανανεωμένη αυτοπεποίθηση, μετά τις εκλογές στις οποίες το κόμμα του κέρδισε εντυπωσιακά 40 έδρες στο νέο κοινοβούλιο. Μετά την επιστροφή του, ο Σαντρ διατήρησε έναν προκλητικό τόνο και προσπάθησε να αξιοποιήσει την επιρροή του στο κοινοβούλιο για να αναγκάσει τον διορισμό ενός αδύναμου και εύπλαστου πρωθυπουργού. Αλλά η αντοχή του Μαλίκι σε συνδυασμό με τον φόβο του Ιράν για διασπαση της συμμαχίας των σιιτών στο Ιράκ, ανάγκασαν τον Σαντρ να βοηθήσει απρόθυμα τον Μαλίκι να κερδίσει μια δεύτερη θητεία. Χωρίς την υποστήριξη του Σαντρ ο Μαλίκι θα είχε χάσει την πρωθυπουργία. Ο Σαντρ προέβη σε αναδόμηση του κόμματός του, ώστε να αποτελέσει τον άξονα του συνασπισμού της κυβέρνησης Μαλίκι, ως εκ τούτου αμφισβητώντας τα κουρδικά κόμματα ως ο «κατασκευαστής ηγετών» στην Βαγδάτη.