Είναι καλή η ανάπτυξη; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Είναι καλή η ανάπτυξη;

Οι πόροι, η εξέλιξη και το μέλλον του πλανήτη
Περίληψη: 

Οι προειδοποιήσεις του βιβλίου «The Limits to Growth» (Τα Όρια της Ανάπτυξης) ήταν πολύ πιο προφητικές από όσο ο Bjørn Lomborg λέει, υποστηρίζουν αρκετοί επικριτές του, μεταξύ των οποίων δύο από τους συγγραφείς του βιβλίου. Όχι δεν ήταν, επιμένει ο Lomborg.

Ο ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΛΟΓΟΙ ΔΕΝ ΑΝΤΙΤΙΘΕΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ

Frances Beinecke

Το 1970, όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ρίτσαρντ Νίξον υπέγραψε τον νόμο Clean Air Act, σηματοδότησε την έναρξη ενός από τα πιο επιτυχημένα προγράμματα δημόσιας υγείας και περιβάλλοντος στην ιστορία. Στην πρώτη δεκαετία που ακολούθησε, στο Λος Άντζελες, το ποσό της ρύπανσης από όζον - το κύριο συστατικό της αιθαλομίχλης - υπερέβαινε τα κυβερνητικά όρια για την δημόσια υγεία 200 ημέρες κάθε χρόνο. Μέχρι το 2004, ο αριθμός αυτός είχε μειωθεί στις 28 ημέρες. Στη δεκαετία του 1970, επίσης, ως αποτέλεσμα του μολυσμένου αέρα, σχεδόν το 90% των παιδιών στις ΗΠΑ είχαν μόλυβδο στο αίμα τους σε επίπεδα υψηλότερα από ό, τι θεωρούν ασφαλή τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων και οι γονείς ανησυχούσαν από μελέτες που έδειχναν ότι ο μόλυβδος παρενέβαινε στην γνωστική ανάπτυξη. Σήμερα, μόνο 2% των παιδιών έχουν τόσο υψηλά επίπεδα μολύβδου στο σώμα τους.

Με το να ελέγξει τις επικίνδυνες εκπομπές ρύπων, ο Clean Air Act προσέφερε αυτά και πολλά άλλα οφέλη για την υγεία. Και το έκανε χωρίς να περιορίσει την οικονομική ανάπτυξη. Το ΑΕΠ των Ηνωμένων Πολιτειών έχει αυξηθεί κατά 207% από την ψήφιση του νόμου που έγινε πριν από περισσότερο από τέσσερις δεκαετίες. Και επειδή ο νόμος προκάλεσε καινοτομία - από τους καταλυτικούς μετατροπείς, οι οποίοι μετατρέπουν τα τοξικά καυσαέρια των αυτοκίνητων σε λιγότερο επικίνδυνες ουσίες, ως τα φίλτρα στα φουγάρα – η μείωση της ρύπανσης έχει αποδειχθεί σχετικά φθηνή. Σύμφωνα με την Αμερικανική Υπηρεσία Προστασίας Περιβάλλοντος, για κάθε δολάριο που οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν δαπανήσει για τη μείωση της ρύπανσης μέσω του Clean Air Act, έχουν κερδίσει περισσότερα από 40 δολάρια σε οφέλη.

Ωστόσο, στο πρόσφατο άρθρο του (Foreign Affairs, The Hellenic Edition, «Η κινδυνολογία για το περιβάλλον, τότε και τώρα», τεύχος Αυγούστου / Σεπτεμβρίου 2012, σελ. 126) [1], ο Bjørn Lomborg υποστηρίζει ότι η προσοχή του σύγχρονου περιβαλλοντικού κινήματος έχει αποσπαστεί από μη παραγωγικούς στόχους και μια επιθυμία να ματαιώσει την οικονομική ανάπτυξη. Ως αποδεικτικά στοιχεία, παραθέτει «Τα όρια στην ανάπτυξη», ένα βιβλίο που δημοσιεύθηκε το 1972 από μια ομάδα επιστημόνων που σχετίζονται με τη Λέσχη της Ρώμης. Το βιβλίο προειδοποιούσε ότι η εκθετική αύξηση του πληθυσμού, της κατανάλωσης και της ρύπανσης θα εξαντλήσει τους πεπερασμένους φυσικούς πόρους της γης και θα προκαλέσει την κατάρρευση του παγκόσμιου συστήματος. Ο Lomborg ορθώς επισημαίνει ότι οι χειρότερες προβλέψεις του Club της Ρώμης ποτέ δεν πραγματοποιήθηκαν, αλλά ο ίδιος πιστεύει ότι το βιβλίο είχε επιδράσει δυσμενώς στον τρόπο που οι άνθρωποι σκέφτονται. «Με το να συνιστά όρια στην παγκόσμια ανάπτυξη προκειμένου να αποτραπεί μια υποτιθέμενη κατάρρευση μέλλον», γράφει, «το βιβλίο Τα Όρια της Ανάπτυξης οδήγησε τους ανθρώπους να αμφισβητούν την αξία της επιδίωξης της οικονομικής ανάπτυξης».

Ο Lomborg υποθέτει ότι εκείνοι που αναγνωρίζουν ότι ο πλανήτης έχει πεπερασμένους πόρους οπωσδήποτε αντιτάσσονται στην οικονομική πρόοδο. Αυτό το πλαίσιο αποκαλύπτει τους περιορισμούς του επιχειρήματος του Lomborg. Το ερώτημα που θέτει το περιβαλλοντικό κίνημα δεν είναι, «Πώς μπορούμε να σταματήσουμε την ανάπτυξη;». Το ερώτημα είναι, «Τι είδους ανάπτυξη θέλουμε;». Για δεκαετίες, αρχηγοί κρατών, οικονομολόγοι, βιομήχανοι και περιβαλλοντολόγοι έχουν ευνοήσει το είδος της ανάπτυξης που επιτρέπει στην οικονομική παραγωγή να αυξάνεται, ενώ ταυτόχρονα κάνει τον αέρα πιο καθαρό και προστατεύει τους φυσικούς πόρους του πλανήτη.

Η έκκληση της κοινής γνώμης για προστασία του περιβάλλοντος δεν άρχισε με τη δημοσίευση του λεπτού σε όγκο βιβλίου της Λέσχης της Ρώμης. Προέκυψε από ό, τι είδαν με τα μάτια τους οι άνθρωποι: ακατέργαστα λύματα στην περιοχή των Μεγάλων Λιμνών, ένα τόσο πυκνό νέφος που έκρυψε την γέφυρα George Washington, πετρελαϊκή λεηλασία των παρθένων παραλιών της Santa Barbara, αρχαία δάση απογυμνωμένα στο Όρεγκον. Ήταν η επιθυμία των Αμερικανών να προστατεύσουν τις οικογένειές τους και τους πόρους τους που άναψε το σύγχρονο περιβαλλοντικό κίνημα και ενέπνευσε το πέρασμα του νόμου Clean Air Act, του Clean Water Act (του νόμου για Ασφαλές Πόσιμο Νερό), και κάθε άλλης εμβληματικής νομοθεσίας.

Ο Lomborg, ωστόσο, υποστηρίζει ότι οι τρομερές προειδοποιήσεις της Λέσχης της Ρώμης αποσπούν την προσοχή των ανθρώπων από το να κάνουν πραγματική πρόοδο. «Εξαιτίας αναλύσεων, όπως αυτή που παρουσιάζεται στα Όρια της Ανάπτυξης, πολύς χρόνος και προσπάθεια όλα αυτά τα χρόνια έχει εκτραπεί από χρήσιμες δραστηριότητες σε άλλες αμφίβολες ή ακόμα και ολέθριες». Σαν παράδειγμα, λέει ότι αντί να απαγορεύσουν το DDT, ένα γνωστό καρκινογόνο, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έπρεπε να επικεντρωθούν στην ατμοσφαιρική ρύπανση. Ισχυρίζεται ότι, επειδή η ατμοσφαιρική ρύπανση δεν απολαμβάνει «διάσημους υποστηρικτές» έχει «αγνοηθεί». Οι ζωές που σώθηκαν από τον Clean Air Act αποδεικνύει το λάθος του. Για 40 χρόνια, το περιβαλλοντικό κίνημα προσπάθησε να κάνει τον αέρα ασφαλέστερο για τον άνθρωπο, το νερό καθαρότερο και την άγρια ζωή καλύτερα προστατευμένη. Μόνο εκείνοι που ξεχνούν το θέαμα της κιτρινο-καφέ ομίχλης ή των φλεγόμενων ποταμών θα το ονόμαζαν αυτό «απόσπαση της προσοχής».

ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΣΩΣΤΑ