Είναι καλή η ανάπτυξη; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Είναι καλή η ανάπτυξη;

Οι πόροι, η εξέλιξη και το μέλλον του πλανήτη

Στο πρόσφατο βιβλίο μου και έκθεση της Λέσχης της Ρώμης «2052: Η Παγκόσμια Πρόβλεψη για τα Επόμενα 40 Χρόνια» (2052: A Global Forecast for the Next Forty Years), υποστηρίζω ότι οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου θα προκαλέσουν μέχρι το 2052 την αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη κατά δύο βαθμούς Κελσίου υψηλότερη από όσο ήταν στην προβιομηχανική εποχή. Στις επόμενες δεκαετίες, ο κόσμος θα είναι τρεις βαθμούς Κελσίου θερμότερος και πιθανώς αρκετά ζεστός για να προκαλέσει μια ανεξέλεγκτη περαιτέρω αύξηση της μέσης παγκόσμιας θερμοκρασίας που προκαλείται από τη σταδιακή τήξη των παγετώνων. Εν ολίγοις, αυτό το μέλλον είναι δυσάρεστα παρόμοιο με το «επίμονο σενάριο ρύπανσης» στο «Τα όρια της ανάπτυξης», με το διοξείδιο του άνθρακα ως τον επίμονο ρύπο.

Η αύξηση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου θα είναι ο κρίσιμος παράγοντας που διαμορφώνει το μέλλον της ζωής στη γη. Οι εκπομπές αυτές θα μπορούσαν εύκολα να μειωθούν, εάν η ανθρωπότητα αποφάσιζε να αναλάβει δράση. Αλλά, συγκρατημένη από μυωπική λήψη αποφάσεων, η ανθρωπότητα δεν φαίνεται πιθανό να αλλάξει την συμπεριφορά της. Στη σύγχρονη, δημοκρατική οικονομία της αγοράς, οι επενδύσεις, κυρίως ρέουν σε ό, τι είναι κερδοφόρο, όχι σε ό, τι είναι αναγκαίο. Και οι ρυθμιστικές αρχές, οι οποίες θα μπορούσαν επί της αρχής να εξετάσουν αμφότερες την οικονομική ανάπτυξη και τις ευρύτερες κοινωνικές ανάγκες, δεν λαμβάνουν τις αναγκαίες πολιτικές εντολές από κοντόφθαλμους ψηφοφόρους που θέλουν χαμηλούς φόρους και χαμηλές τιμές. Η κοινωνία μπορεί να αντιμετωπίσει τα περιβαλλοντικά προβλήματα μόνο αν ανακτήσει κάποιο έλεγχο πάνω στη ροή των επενδύσεων.

Ο Jørgen Randers είναι καθηγητής στο BI Norwegian Business School. Είναι συν-συγγραφέας του The Limits to Growth και των δύο συνεχειών του.

Η ΚΙΝΔΥΝΟΛΟΓΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΜΕΝΗ

John Harte και Mary Ellen Harte

Στο δοκίμιό του, ο Bjørn Lomborg ξεκινά επικρίνοντας την έννοια ότι το κύριο εμπόδιο στην οικονομική ανάπτυξη είναι το πεπερασμένο των πόρων, ως εάν αυτό εξακολουθεί να είναι η πεποίθηση της επιστημονικής κοινότητας. Οι περιβαλλοντικοί επιστήμονες έχουν αναγνωρίσει από καιρό, ωστόσο, ότι ο βασικός περιορισμός για την ανάπτυξη δεν είναι η εξάντληση των πόρων, αλλά μάλλον η εξάντλησης του διαθέσιμου χώρου για τα υποπροϊόντα αυτής της ανάπτυξης. Οι άνθρωποι γεμίζουν την ατμόσφαιρα της γης με τα αέρια του θερμοκηπίου, σπιλώνουν τον υδροφόρο ορίζοντα και τα επιφανειακά ύδατα με θανατηφόρους ρύπους, διαβρώνουν τα εδάφη της και επιτρέπουν σε βλαβερές τοξικές ουσίες να συσσωρεύονται στο ανθρώπινο σώμα.

Παθιασμένος με την αριθμητική ακρίβεια των προβλέψεων που έγιναν πριν από δεκαετίες στο The Limits to Growth, ο Lomborg αγνοεί τη σημασία των ποιοτικών ιδεών της μελέτης αυτής, που εξακολουθούν να ισχύουν και σήμερα, σχετικά με τις διασυνδέσεις μεταξύ της ανθρωπότητας και του φυσικού κόσμου. Το βιβλίο παρουσιάζει τους πολλούς τρόπους με τους οποίους οι αυξήσεις στον ανθρώπινο πληθυσμό και στα επίπεδα κατανάλωσης υπονομεύουν την βιωσιμότητα της ανθρώπινης κοινωνίας, μεταξύ άλλων μέσω της ρύπανσης, της εξάντλησης των ανανεώσιμων και μη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, καθώς και της βιομηχανικής παραγωγής. Ο Lomborg αγνοεί, επίσης, κάποια από την ακριβή ποσοτική γνώση της μελέτης: οι πρόσφατες αναλύσεις των επιστημόνων δείχνουν ότι «Τα όρια της ανάπτυξης» ήταν παραδόξως σωστά σε τουλάχιστον μερικές από τις πιο σημαντικές προβλέψεις τους. Σε μια επανεξέταση της μελέτης, οι οικολόγοι Charles Hall και John Day έδειξαν ότι αν ένα χρονοδιάγραμμα προστεθεί στις προβλέψεις του βιβλίου, με το έτος 2000 στα μέσα του δρόμου «τότε τα αποτελέσματα του μοντέλου είναι σχεδόν ακριβώς τα ίδια περίπου 35 χρόνια αργότερα, το 2008».

«Τα όρια της ανάπτυξης» αντιμετώπισαν την μακάρια άγνοια πολλών οικονομολόγων και μεγιστάνων των επιχειρήσεων που ήθελαν να πιστεύουν στο όνειρο για το βολικό «κέρας» της απεριόριστης ανάπτυξης, αρνούμενοι το πεπερασμένο του φυσικού περιβάλλοντος. Πολλοί πολιτικοί, ωστόσο, κατανόησαν την αξία της μελέτης και προσπάθησαν να ενσταλάξουν τις βασικές του έννοιες μέσα στον πολιτισμό μας, αλλά χωρίς επιτυχία. Η επιστημονική κοινότητα έχει έτσι ένα ακόμα εκπαιδευτικό έργο να κάνει, και το να το ολοκληρώσει είναι απαραίτητο για την εξασφάλιση του μέλλοντος του πολιτισμού μας.

ΤΙ ΛΕΕΙ Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ

Ο Lombοrg προωθεί πολλές παρανοήσεις στο δοκίμιό του. Θρηνώντας για τα αποτελέσματα «Των ορίων της ανάπτυξης» ως ούτε «απλά ούτε εύκολα να γίνουν κατανοητά», ο Lomborg αποτυγχάνει να συλλάβει αυτό που πολλοί καταξιωμένοι επιστήμονες και πολιτικοί έχουν μάθει από καιρό: ότι η πρόβλεψη των λεπτομερειών των σύνθετων φαινομένων είναι δύσκολη. Υπό το πρίσμα αυτό, «Τα όρια της ανάπτυξης» ήταν μόνο ένα πρώτο πλήγμα στην ανάλυση των περίτεχνων δυναμικών που κάνουν την συνεχιζόμενη οικονομική ανάπτυξη να απειλεί τη βιωσιμότητα της ανθρώπινης κοινωνίας.

Ο Lomborg εμφανίζει περαιτέρω επιστημονική άγνοια, όταν μιλάει για τα παρασιτοκτόνα. Η εκτίμησή του για 20 θανάτους Αμερικανών ετησίως από τα παρασιτοκτόνα αγνοεί τόσο την οικολογική ζημιά που προκαλούν καθώς και τα ανθρώπινα προβλήματα υγείας, όπως ο καρκίνος, οι ορμονικές διαταραχές καθώς και οι νευρολογικές επιπτώσεις που σχετίζονται με την έκθεση σε φυτοφάρμακα. Το επιχείρημά του ότι το DDT είναι μια φθηνή και αποτελεσματική λύση για την ελονοσία παραβλέπει την ικανότητα των κουνουπιών, όπως και των άλλων παρασίτων, να αναπτύσσουν αντιστάσεις. Τα παρασιτοκτόνα μπορούν να αποτελέσουν πολύτιμα εργαλεία όταν χρησιμοποιούνται ως νυστέρια, αλλά όταν χρησιμοποιούνται ως αξίνες, η ανάπτυξη αντιστάσεων συχνά αναιρεί την αποτελεσματικότητά τους. Αυτός είναι ο λόγος που πολλοί επιδημιολόγοι φοβούνται ότι η κοινωνία απομακρύνεται από την ευτυχισμένη εποχή των αποτελεσματικών αντιβιοτικών.