Ποιος θα σώσει την Αίγυπτο; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ποιος θα σώσει την Αίγυπτο;

Η οικονομική καταστροφή της Αιγύπτου και ποιοι παλεύουν για να την αποτρέψουν
Περίληψη: 

Πίσω από όλη την οργή στην Αίγυπτο βρίσκεται ένα κρίσιμο γεγονός: η οικονομία της χώρας αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα. Κανονικά, μια χώρα σε τόσο κακή κατάσταση θα απευθυνόταν στο ΔΝΤ για υποστήριξη. Αντ' αυτού, προσπάθησε να χρησιμοποιήσει τα κεφάλαια και τους χορηγούς του Κόλπου για να επιβιώσει.

Η MARINA OTTAWAY είναι ανώτερη ερευνήτρια στο Woodrow Wilson International Center for Scholars.

Οι Αιγύπτιοι έχουν πολλούς λόγους να είναι αναστατωμένοι αυτές τις μέρες, και το δείχνουν. Η πρώτη επέτειος από την ανάληψη καθηκόντων του Προέδρου της Αιγύπτου, Μοχάμεντ Μόρσι συνοδεύτηκε από μεγάλες διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις, ενισχύοντας τους φόβους για αναβίωση της πολιτικής βίας. Πίσω από όλη την οργή βρίσκεται ένα κρίσιμο γεγονός: η αιγυπτιακή οικονομία αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα.

Από τότε που ο πρώην Πρόεδρος Χόσνι Μουμπάρακ ανατράπηκε, το 2011, τα έσοδα του κράτους μειώθηκαν αισθητά. Ο επιχειρηματικός τομέας είναι σε στασιμότητα και οι επενδύσεις έχουν στερέψει καθώς αμφότεροι οι εγχώριοι και οι ξένοι επενδυτές αφήνουν τον χρόνο να περνάει περιμένοντας να ξεθολώσει το πολιτικό τοπίο. Την ίδια στιγμή, οι κρατικές δαπάνες αυξάνονται. Η αύξηση είναι εν μέρει αποτέλεσμα των μισθολογικών αυξήσεων που παραχωρήθηκαν στους δημόσιους υπάλληλους μετά την εξέγερση, σε μια προσπάθεια να κατασταλούν οι ταραχές. Το πιο σοβαρό, όμως, είναι ότι το κόστος των επιδοτήσεων στις τιμές των τροφίμων και πάνω απ' όλα της ενέργειας συνεχίζει να αυξάνεται, καθώς οι τιμές του πετρελαίου ανεβαίνουν στην παγκόσμια αγορά, αλλά οι Αιγύπτιοι καταναλωτές χρεώνονται με τις ίδιες τιμές όπως και πριν. Οι ενεργειακές επιδοτήσεις τώρα ανέρχονται σε περισσότερα από 16 δισ. αμερικανικά δολάρια ετησίως, με επιπλέον 4 δισ. δολάρια να πηγαίνουν στα τρόφιμα.

Μια χώρα σε τόσο δεινή θέση θα στρεφόταν κανονικά προς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) για στήριξη, αποδεχόμενη επώδυνες, ακόμα και πολιτικά επικίνδυνες μεταρρυθμίσεις για να εξασφαλίσει ένα πολυπόθητο δάνειο. Αλλά μετά από δύο χρόνια διαπραγματεύσεων, οι οποίες ξεκίνησαν με την πρώτη μετά-Μουμπάρακ μεταβατική κυβέρνηση, υπό το Ανώτατο Συμβούλιο των Ενόπλων Δυνάμεων (SCAF), η Αίγυπτος δεν έχει ακόμη καταλήξει σε συμφωνία με το ΔΝΤ. Οι συνομιλίες είναι πλέον σε δεύτερη μοίρα μέχρι τις βουλευτικές εκλογές της Αιγύπτου, οι οποίες θα διεξαχθούν κάποια στιγμή αυτό το φθινόπωρο ή το 2014. Εντωμεταξύ, τα συναλλαγματικά αποθέματα της χώρας έχουν ελαττωθεί από 36 δισ. δολάρια πριν από την εξέγερση, σε 16 δισεκατομμύρια δολάρια, το Μάιο του 2013, φθάνοντας στο χαμηλότερο επίπεδο των 13,4 δισ. δολαρίων, το Μάρτιο. Επίσης, το Μάιο, η Standard & Poor υποβάθμισε τη μακροπρόθεσμη πιστοληπτική ικανότητα της χώρας από Β- σε CCC + και το έλλειμμα του προϋπολογισμού έφθασε πάνω από το 11% του ΑΕΠ, από 8,3% που ήταν πριν από την εξέγερση.

Πολλοί παράγοντες εξηγούν την αποτυχία των διαπραγματεύσεων μεταξύ της Αιγύπτου και του ΔΝΤ. Η εθνική υπερηφάνεια, κατά πρώτον, έχει παίξει κάποιο ρόλο. Τον Ιούνιο του 2011, αφού οι δύο πλευρές κατέληξαν σε συμφωνία για ένα 12μηνο δάνειο 3 δισ. δολαρίων που απαιτούσε από την Αίγυπτο να προωρήσει σε κάποιες απαιτητικές οικονομικές μεταρρυθμίσεις, η κυβέρνηση υπό την ηγεσία του SCAF αποχώρησε. Η ηγεσία ανακοίνωσε ότι η Αίγυπτος, ούτως ή άλλως, δεν χρειάζεται δάνειο και ότι θα προχωρούσε σε δικές της μεταρρυθμίσεις, αντί εκείνων που επιβάλλονταν από το ΔΝΤ. Στην περίπτωση αυτή, η αιγυπτιακή εθνική υπερηφάνεια υπερίσχυσε της οικονομικής ανάγκης.

Ο φόβος των συνεπειών τής μεταρρύθμισης υπήρξε επίσης αποτρεπτικός παράγοντας, κυρίως επειδή καμία κυβέρνηση από το 2011 δεν έχει απολαύσει μεγάλη νομιμοποίηση. Πολλοί Αιγύπτιοι θεώρησαν τις διαδοχικές κυβερνήσεις που συγκροτήθηκαν υπό το SCAF ως στιγματισμένες από το στρατό και σε κάθε περίπτωση ως προσωρινές. Και παρόλο που οι εκλογές που έφεραν τον Μόρσι στην εξουσία ήταν καθαρές, η νομιμοποίησή του (και ολόκληρης της κυβέρνησής του) αμφισβητείται σχεδόν κάθε μέρα από την αντιπολίτευση. Δεν υπάρχει αμφιβολία, λοιπόν, ότι καμία κυβέρνηση δεν είχε μεγάλη επιθυμία να θεσπίσει σκληρές μεταρρυθμίσεις. Ακόμη και ο Μουμπάρακ, ο οποίος είχε πολύ περισσότερη εμπιστοσύνη στην αντοχή της κυβέρνησής του, δεν τόλμησε ποτέ να μεταρρυθμίσει τις μη βιώσιμες και χωρίς διακρίσεις επιδοτήσεις τροφίμων και ενέργειας.

Παίζοντας το χαρτί του Κόλπου
Όποιοι και αν είναι οι ακριβείς λόγοι για τους οποίους οι διαδοχικές αιγυπτιακές κυβερνήσεις αρνήθηκαν να υπογράψουν μια συμφωνία με το ΔΝΤ, η στάση τους κατέστη δυνατή μόνο χάρη στη γενναιόδωρη υποστήριξη από τις χώρες της περιοχής, κυρίως από τα κράτη του Κόλπου που είναι πλούσια σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο.

Από την πλευρά του, το Κατάρ παρείχε στην Αίγυπτο 5 δισ. δολάρια αφότου εξελέγη ο Μόρσι, τον Ιούνιο του 2012. Μερικά από αυτά έφθασαν ως άμεσες καταθέσεις στην Κεντρική Τράπεζα, τα υπόλοιπα ως δάνεια με χαμηλό επιτόκιο. Το μικρό εμιράτο υποσχέθηκε επιπλέον 3 δισ. δολάρια, τον Απρίλιο του 2013, τα οποία δόθηκαν με τη μορφή δανείου με χαμηλό επιτόκιο, τον επόμενο μήνα. Η Σαουδική Αραβία ανακοίνωσε ένα πακέτο βοήθειας 4 δισ. δολαρίων, στα μέσα του 2011, και τον Δεκέμβριο του 2012 κατέβαλε περίπου τα 1,750 δισ. δολάρια από αυτά, μεγάλο μέρος τους δε ως άμεσες καταθέσεις. Τα υπόλοιπα υποτίθεται πως θα διατεθούν ως δάνεια για έργα ανάπτυξης και χρηματοδοτήσεις για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.

Η Τουρκία, εντωμεταξύ, ανακοίνωσε δάνειο 2 δισ. δολαρίων, το Σεπτέμβριο του 2012. Μέχρι το τέλος του 2012, το ήμισυ του ποσού αυτού είχε κατατεθεί στην αιγυπτιακή Κεντρική Τράπεζα, με το υπόλοιπο να προορίζεται για την χρηματοδότηση αναπτυξιακών έργων. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα υποσχέθηκαν επίσης 3 δισ. δολάρια ως βοήθεια προς την Αίγυπτο, από το 2011, αλλά τον Ιούνιο του 2013 κανένα τμήμα του ποσού αυτού δεν είχε επιδοθεί. Οι αξιωματούχοι των ΗΑΕ υποσχέθηκαν ότι η δέσμευση θα τηρηθεί, αλλά ότι θα χρειαστεί χρόνος για να γίνει με «το σωστό τρόπο». Τέλος, ακόμη και η εμπόλεμη, αλλά πλούσια σε πετρέλαιο Λιβύη έχει βάλει το χέρι στην τσέπη. Τον Απρίλιο του 2013, ανακοίνωσε και χορήγησε αμέσως άτοκο δάνειο 2 δισ. δολαρίων.