Πλήρης αποτυχία στη Συρία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πλήρης αποτυχία στη Συρία

Οι αντάρτες δεν μπορούν να νικήσουν χωρίς την υποστήριξη των αξιωματικών
Περίληψη: 

Οι εξεγέρσεις συνήθως δεν πετυχαίνουν αν δεν επιβληθούν πάνω στις ένοπλες δυνάμεις της χώρας. Στη Συρία, ο στρατός παρέμεινε σθεναρά σύμμαχος με το καθεστώς Άσαντ, και η εμπλοκή των ΗΠΑ είναι απίθανο να το αλλάξει αυτό.

Ο ZOLTAN BARANY είναι καθηγητής Διακυβέρνησης στην έδρα Frank C. Erwin, Jr. στο Πανεπιστήμιο του Τέξας και ο συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο The Soldier and the Changing State (Princeton University Press, 2012).

Από τότε που άρχισε η εξέγερση στη Συρία, πριν από περισσότερο από δύο χρόνια, 90.000 άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους, εκατομμύρια έχουν εκτοπιστεί και ένα μεγάλο μέρος της χώρας έχει μετατραπεί πλέον σε ερείπια. Παρ’ όλα αυτά, η συντριπτική πλειοψηφία των ανώτερων στρατιωτικών αξιωματικών του Σύριου ηγέτη Μπασάρ αλ-Άσαντ παραμένουν πιστοί σε αυτόν. Ορισμένοι παρατηρητές αρχικά πίστευαν ότι, βλέποντας την αδιάλλακτη αντιμετώπιση του καθεστώτος στις διαδηλώσεις, πολλοί αξιωματικοί θα ακολουθούσαν το παράδειγμα των Τυνήσιων και Αιγύπτιων συναδέλφων τους και θα αποσκιρτούσαν. Αλλά κάτι τέτοιο δεν ήταν ποτέ πιθανό. Στην πραγματικότητα, η συνεχιζόμενη στήριξη του καθεστώτος από την πλειοψηφία του σώματος των αξιωματικών ήταν απόλυτα προβλέψιμη, όπως ήταν, ως εκ τούτου, και υψηλή η πιθανότητα ότι η εξέγερση δεν θα πετύχει. Μια εξωτερική παρέμβαση δεν θα αλλάξει τώρα τους υπολογισμούς τους - εκτός από το να τους κάνει, ίσως, ακόμη πιο αποφασισμένους υποστηρικτές του Άσαντ - πράγμα που σημαίνει ότι οι ελπίδες της Ουάσιγκτον για μια ταχεία λήξη του πολέμου κατά πάσα πιθανότητα θα παραμείνουν ανεκπλήρωτες.

Αν και δεν είμαστε καλοί στην πρόβλεψη για το πότε μπορεί να ξεσπάσουν εξεγέρσεις, ξέρουμε όμως ένα πολύ σημαντικό πράγμα για αυτές: από τη στιγμή που ξεκινούν, δεν μπορούν να επιτύχουν χωρίς την υποστήριξη των μοχλών καταναγκασμού που διαθέτει το καθεστώς, πιο συγκεκριμένα τον τακτικό στρατό. Τι είναι αυτό, λοιπόν, που καθορίζει τη στάση των στρατηγών σε μια επανάσταση; Όπως υποστήριξα τον περασμένο Απρίλιο στην Journal of Democracy, είναι δυνατόν να κάνουμε μια εικασία με βάση την εμπειρία και την γνώση.

Ένας στρατός στηρίζεται σε τέσσερις διακριτές πηγές πληροφοριών, καθώς διαμορφώνει την αντίδρασή του σε μια επανάσταση. Με έντονη κριτική διάθεση, οι στρατηγοί αξιολογούν την συνοχή και την σύνθεση των ενόπλων δυνάμεων που υπηρετούν κάτω από αυτούς: Μήπως υπάρχουν εθνο-θρησκευτικές διαιρέσεις, διαιρέσεις μεταξύ των ελίτ και των τακτικών μονάδων, μεταξύ των κλάδων των ενόπλων δυνάμεων, μεταξύ των εθελοντών και των αξιωματικών; Δεύτερον, αξιολογούν το καθεστώς, την συμπεριφορά του απέναντι στις ένοπλες δυνάμεις, το ιστορικό της διακυβέρνησης και τις οδηγίες του προς τον στρατό κατά τη διάρκεια της επανάστασης. Το τρίτο κομμάτι των πληροφοριών που οι στρατιωτικοί ηγέτες λαμβάνουν υπόψη τους αφορά στην κοινωνία, ιδίως στις σχέσεις μεταξύ των ενόπλων δυνάμεων και της κοινωνίας, την δημοτικότητα της εξέγερσης και τα βασικά χαρακτηριστικά των διαμαρτυριών, όπως το μέγεθός τους και την σύνθεσή τους. Τέλος, ο στρατός εξετάζει την διεθνή κατάσταση, συμπεριλαμβανομένης της απειλής μιας εξωτερικής παρέμβασης.

Σίγουρα, αυτοί οι παράγοντες δεν έχουν την ίδια βαρύτητα: μερικοί είναι σημαντικότεροι από άλλους στο να εξηγήσουν τη θέση των ενόπλων δυνάμεων απέναντι στην επανάσταση. Επιπλέον, διάφορες μεταβλητές που μπορεί να είναι εξαιρετικά σημαντικές σε μια περίπτωση - ας πούμε, θρησκευτικές διαιρέσεις στο σώμα των αξιωματικών - μπορεί να είναι ασήμαντες σε άλλες. Στην περίπτωση της Αραβικής Άνοιξης, όμως, το να διαβλέψει κανείς τον ρόλο του στρατού δεν ήταν καθόλου δύσκολο. Εξετάζοντας τις πρόσφατες αραβικές εξεγέρσεις, για παράδειγμα, κανείς ο οποίος έχει έστω και μια μικρή εξοικείωση με το Μπαχρέιν δεν θα εκπλαγεί που ο επανδρωμένος εξολοκλήρου με σουνίτες κλάδος της ασφάλειας του Μπαχρέιν συντάχθηκε με τις άρχουσες ελίτ των σουνιτών εναντίον των κυρίως σιιτών ανταρτών. Η πρόβλεψη ότι ο στρατός της Τυνησίας θα υποστηρίξει την επανάσταση ήταν κάπως πιο δύσκολη, αλλά όχι αδύνατη, δεδομένου ότι πρόκειται για έναν άκρως επαγγελματικό στρατό κληρωτών που ποτέ δεν ενεπλάκη στην πολιτική, ότι ήταν μια περιθωριοποιημένη συνιστώσα του κλάδου ασφαλείας τού προέδρου Ζινέ ελ-Αμπιντίν Μπεν Αλί, ότι το καθεστώς είχε λίγη νομιμοποίηση στα μάτια των στρατιωτών του και στον πληθυσμό, και ότι η εξέγερση ήταν εξαιρετικά δημοφιλής.

Οπότε, τι γίνεται με τη Συρία; Σε αυτή την περίπτωση, επίσης, το να γίνει μια εμπεριστατωμένη εικασία ότι ο στρατός θα συνταχθεί με τους ηγέτες του δεν ήταν ιδιαίτερα δύσκολη. Εδώ, η θρησκευτική σύνθεση των συριακών ενόπλων δυνάμεων ήταν ο πιο σημαντικός παράγοντας. Ακόμα κι αν χιλιάδες επιστρατευμένοι στρατιώτες και κυρίως χαμηλότερου επιπέδου αξιωματικοί λιποτάκτησαν ή προσχώρησαν στην εξέγερση, οι κορυφαίοι αξιωματικοί - με ελάχιστες εξαιρέσεις - και το μεγαλύτερο μέρος του σώματος των αξιωματικών συνέχισαν να συντάσσονται με το καθεστώς.

Η συριακή ηγεσία, ίσως περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη αραβική Δημοκρατία, έχει πλήρη επίγνωση των απειλών οι οποίες μπορούν να την ανατρέψουν. Μεταξύ 1949 και 1970 έγιναν τουλάχιστον δέκα πραξικοπήματα στη Δαμασκό, συχνά με διάφορες στρατιωτικές φατρίες να πολεμάνε η μια την άλλη. Ο πατέρας Άσαντ, ο πρόεδρος Χαφέζ αλ-Άσαντ, ένας πρώην πτέραρχος, συμμετείχε σε τουλάχιστον τρία από αυτά (1962, 1966, 1970) και συνειδητοποίησε την αναγκαιότητα να θωρακίσει το καθεστώς του από πραξικοπήματα. Μόλις ήρθε στην εξουσία, ο Άσαντ έκανε το στρατό δικό του, κατόρθωσε να ενοποιήσει τις διάφορες φατρίες των αξιωματικών, και δημιούργησε μια σειρά δομών εσωτερικής ασφαλείας – οι οποίες υπόκειντο άμεσα σε αυτόν - που κατασκοπεύουν η μια την άλλη καθώς και τις τακτικές ένοπλες δυνάμεις, σε μια προσπάθεια να διασφαλίσει την αφοσίωση του στρατού. Κατά κυριολεξία, η οικογένεια Άσαντ σε όλη της την πολιτική καριέρα προετοιμαζόταν για μια λαϊκή εξέγερση.