Η Ελλάδα θύμα τής λιτότητας ή της «ολλανδικής ασθένειας»; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η Ελλάδα θύμα τής λιτότητας ή της «ολλανδικής ασθένειας»;

Τι αποκαλύπτει η διάκριση μεταξύ διεθνώς «εμπορευσίμων» και «μη-εμπορευσίμων» αγαθών και υπηρεσιών
Περίληψη: 

Σήμερα, γνωρίζουμε καλά ότι η ελληνική οικονομία εμπεριείχε μια σειρά από «φούσκες» οι οποίες έσκασαν μόλις η παγκόσμια οικονομία άρχισε να μπαίνει σε κρίση. Ωστόσο, δεν είναι ακόμα σαφές ούτε γιατί δημιουργήθηκαν οι φούσκες ούτε πώς θα αποφύγει η Ελλάδα την δημιουργία νέων. Ιδού μερικές απαντήσεις.

Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ Α. ΙΩΑΝΝΟΥ είναι οικονομολόγος
Ο ΧΡΗΣΤΟΣ Α. ΙΩΑΝΝΟΥ είναι οικονομολόγος (Ph. D) και Βοηθός Συνήγορος του Πολίτη

Ο μεθοδολογικός διαχωρισμός των αγαθών και των υπηρεσιών σε διεθνώς εμπορεύσιμα και διεθνώς μη-εμπορεύσιμα χρησιμοποιείται στην οικονομική φιλολογία για δύο κυρίως λόγους: είτε για να εκτιμηθεί η «πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία» (real exchange rate) με την οποία λειτουργεί μια οικονομία, είτε για να υπολογισθεί η πραγματική καταναλωτική δυνατότητα του πληθυσμού της, με την θεωρία της «ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης» (purchasing power parity). Εν τούτοις, υπάρχει μια, λιγότερο γνωστή και αναφερόμενη, τρίτη όψη της μεθοδολογικής αυτής διακρίσεως η οποία σχετίζεται με την επίδραση που τα δύο είδη αγαθών και υπηρεσιών εξασκούν επί της μακροχρόνιας τάσης μεγέθυνσης των εθνικών οικονομιών. Είναι ακριβώς υπό αυτό το πρίσμα που η εν λόγω διάκριση παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον όσον αφορά την τρέχουσα -διαρθρωτικού χαρακτήρα- οικονομική κρίση της Ελλάδας.

Όπως έχει αξιόπιστα δειχθεί από τους Kuznets (1966), Balassa (1964), Samuelson (1964) και Baumol (1967) [1], όσο χαμηλότερη είναι η μέση παραγωγικότητα μιας οικονομίας, τόσο μεγαλύτερος πρέπει να είναι σε αυτήν ο τομέας των διεθνώς εμπορευσίμων ως ποσοστό του ΑΕΠ. Τα διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες είναι εκείνα τα οποία μπορούν να μεταφερθούν και να καταναλωθούν μακρυά από το σημείο της παραγωγής τους. Συνεπώς η τιμή τους διαμορφώνεται σε παγκόσμιο επίπεδο σύμφωνα με τον «νόμο της ενιαίας τιμής» (one price law). Ένας εγχώριος παραγωγός ο οποίος δεν είναι σε θέση να προσφέρει το προϊόν του σε ίση ή καλύτερη τιμή από τον ξένο ανταγωνιστή του είναι αναπόφευκτο να εξοβελισθεί ακόμη και από την αγορά της ίδιας του της χώρας. Τα διεθνώς εμπορεύσιμα, συνεπώς, παράγονται για μια παγκόσμια ανταγωνιστική αγορά, σύμφωνα με το πραγματικό συγκριτικό πλεονέκτημα της κάθε χώρας. Όσον αφορά το πλεονέκτημα αυτό, υπάρχουν δύο πλευρές του: είτε στηρίζεται στην φυσική προικοδότηση της χώρας (φυσικό αέριο για την Νορβηγία, ήλιος και θάλασσα για τις Μπαχάμες), είτε στην δυνατότητά της να παράγει πλησίον τού «συνόρου» οικονομικής αποτελεσματικότητας, δηλαδή κατά μήκος της καμπύλης προσφοράς της διεθνούς οικονομίας (πράγμα που μπορεί να σημαίνει ότι παράγει με την ελάχιστη δυνατή δαπάνη, όπως μια υφαντουργία στο Μπανγκλαντές, ή ότι μπορεί να παράγει στο «τεχνολογικό σύνορο», όπως συμβαίνει με τις εταιρείες των ΗΠΑ στον τομέα της πληροφορικής και του διαδικτύου).

Ο τομέας των διεθνώς μη-εμπορευσίμων, αντιθέτως, περιλαμβάνει ένα διαφορετικό είδος προϊόντων και υπηρεσιών. Η κοπή των μαλλιών είναι το τυπικό παράδειγμα. Παρά το ότι υπάρχουν ισχυρές πιθανότητες πως οι κουρείς στο Μαρακές κάνουν καλύτερη δουλειά από τους ομολόγους τους στο Μανχάτταν, με αμοιβή τριάντα φορές μικρότερη, κανένας κάτοικος της Νέας Υόρκης δεν ενδιαφέρεται να εκμεταλλευθεί την ευκαιρία αυτή. Το να ταξιδέψεις από την Νέα Υόρκη στο Μαρακές για ένα κούρεμα, ή το να φέρεις τον κουρέα από εκεί στην Νέα Υόρκη για τον λόγο αυτό, δεν είναι μια οικονομικά ορθολογική πράξη, εξ αιτίας της απαιτούμενης μεταφορικής δαπάνης. Συνεπώς οι κουρείς στο Μαρακές και στην Νέα Υόρκη δεν είναι ανταγωνιστές σε καμία περίπτωση. Η κάθε πλευρά έχει την δική της αγορά, τελείως αποκομμένη και στεγανοποιημένη από την άλλη. Τα διεθνώς μη-εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες μπορούν να καταναλωθούν μόνο στο σημείο που παράγονται και ως εκ τούτου η τιμή τους διαμορφώνεται επιτοπίως.

Τα διεθνώς εμπορεύσιμα, κατά πρώτον, είναι εξαιρετικά σημαντικά από αναπτυξιακής απόψεως: ο τομέας τους παράγει και παρέχει τα προς επένδυση νέα κεφαλαιουχικά αγαθά τα οποία επιτρέπουν στην οικονομία να αυξάνει την κατά κεφαλήν παραγωγική της δυνατότητα. Το ενδογενές αναπτυξιακό δυναμικό μιας οικονομίας είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένο με το, μεγαλύτερο ή μικρότερο, σφρίγος τού τομέως των διεθνώς εμπορευσίμων. Αυτό φυσικά δεν υπονοεί ότι τα μη-εμπορεύσιμα είναι άσχετα όσον αφορά την ανάπτυξη, εφ’ όσον και αυτά χρησιμοποιούνται ως παραγωγικές εισροές. Το γεγονός, όμως, είναι ότι ακόμη και αυτή η ίδια η ποιότητά τους καθορίζεται από το επίπεδο της ποιότητας των διεθνώς εμπορευσίμων τα οποία, από την φύση τους, ενσωματώνουν τις τελευταίες εξελίξεις της επιστημονικής γνώσης και της τεχνολογικής προόδου, υπερκαθορίζοντας έτσι, αλλά και ασκώντας την πλέον αποφασιστική επιρροή στο σύνολο της παραγωγικής και οικονομικής διαδικασίας.

Δεδομένου ότι η προσφορά τους περιορίζεται από τις κατά περίπτωσιν τρέχουσες παραγωγικές δυνατότητες της εγχώριας οικονομίας, το ειδικό χαρακτηριστικό των διεθνώς μη-εμπορευσίμων είναι ότι σε περίπτωση ξαφνικής αυξήσεως της ζήτησης γι’ αυτά, η προσφορά τους βραχυπρόθεσμα δεν μπορεί να αυξηθεί διότι δεν είναι δυνατόν να εισαχθούν περισσότερα. Ως εκ τούτου, βραχυχρονίως πάντοτε, η αγορά επανισορροπεί μέσω προσαρμογής της τιμής. Άλλωστε, τόσο στο θεώρημα των Balassa-Samuelson όσο και στην υπόθεση του «αποτελέσματος Baumol», συνθήκη ισχύος του συμπεράσματός τους ότι τα μη-εμπορεύσιμα μπορούν να «συλλαμβάνουν» στο επίπεδο της αμοιβής των παραγωγικών τους συντελεστών, την αύξηση της παραγωγικότητας που επιτυγχάνεται στον κυρίως παραγωγικό, (δηλαδή διεθνώς εμπορεύσιμο) τομέα της οικονομίας, είναι ότι η εισοδηματική ελαστικότητα (των μη-εμπορευσίμων) είναι μεγαλύτερη της μονάδας ή ότι η ελαστικότητα τιμής είναι μικρότερη της μονάδας. Μεσοχρονίως ή μακροχρονίως, πάντως, παραγωγικοί συντελεστές μπορούν να μετακινηθούν από τους τομείς των εμπορευσίμων στους τομείς των μη-εμπορευσίμων για να επωφεληθούν από τα αυξανόμενα περιθώρια κέρδους, αυξάνοντας έτσι και τις παραγόμενες ποσότητές τους.