Το παραμύθι τού Πούτιν | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το παραμύθι τού Πούτιν

Γιατί η Ρωσία θα προσπαθήσει –και θα αποτύχει- να χτίσει μια νέα αυτοκρατορία
Περίληψη: 

Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν έχει παρουσιάσει ένα τολμηρό νέο όραμα για την Ρωσία, βασισμένο στην αναβίωση του καθεστώτος τής «μεγάλης δύναμης». Αλλά, η νέα εθνική ιστορία τού Πούτιν απλώς έχει να προσφέρει στους Ρώσους απογοήτευση και οικονομικό πόνο.

Ο ALEXANDER KLIMENT είναι διευθυντής ερευνών για την Ρωσία και τις αναδυόμενες αγορές στο Eurasia Group, ειδικευμένο στην ανάλυση πολιτικού ρίσκου

Από τότε που επέστρεψε στην ρωσική προεδρία το 2012, εν μέσω οικονομικής στασιμότητας και μειούμενων δημοσκοπικών ποσοστών, ο Βλαντιμίρ Πούτιν έχει γραπωθεί σε μια αφήγηση που θα μπορούσε να νομιμοποιήσει μια δεύτερη δεκαετία βασιλείας του. Αυτή η ανάγκη του εξηγεί, εν μέρει, γιατί ο Πούτιν όρμησε στην κρίση στην Ουκρανία. Του επέτρεψε να παρουσιάσει ένα τολμηρό νέο όραμα για την Ρωσία, ένα όραμα με βάση την υπόσχεση μιας εθνικής ανάδυσης, μια υπόσχεση που είναι εξαιρετικά ελκυστική για τους Ρώσους - βραχυπρόθεσμα τουλάχιστον. Αλλά μακροπρόθεσμα, η νέα εθνική ιστορία τού Πούτιν τούς έχει καταστήσει έτοιμους μόνο για απογοήτευση και οικονομικό πόνο.

Για το μεγαλύτερο διάστημα της δεκαετίας τού 2000, το ημι-αυταρχικό πολιτικό μοντέλο τού Πούτιν στηριζόταν σε μια απλή συμφωνία με τον πληθυσμό τής Ρωσίας: Οι πολιτικές ελευθερίες σας μπορεί να συρρικνωθούν, αλλά τα εισοδήματά σας θα αυξηθούν. Αυτό ήταν αληθές για τους απλούς Ρώσους, και σε εντυπωσιακά μεγαλύτερη κλίμακα, για τους ολιγάρχες. Ο πλούτος και το βιοτικό επίπεδο αυξήθηκε ταχύτερα κατά την περίοδο αυτή από ό, τι σε οποιοδήποτε άλλο σημείο στην ιστορία τής Ρωσίας. Κατά την πρώτη δεκαετία τού 21ου αιώνα, το κατά κεφαλήν εισόδημα αυξήθηκε από περίπου 2.000 δολάρια σε περισσότερα από 10.000 δολάρια. Στο πλαίσιο αυτής της ανάπτυξης, οι περισσότεροι Ρώσοι ήταν πρόθυμοι να ανεχθούν μια σταθερή συστολή τής πολιτικής λογοδοσίας και την ανάπτυξη μιας επιθετικής και διεφθαρμένης γραφειοκρατίας.

Η οικονομία τής Ρωσίας εξακολουθεί να αναπτύσσεται, αλλά χάνει ατμό. Στα χρόνια πριν από την παγκόσμια οικονομική κρίση τής περιόδου 2008-9, το ρωσικό ΑΕΠ αυξανόταν περίπου 7% κάθε χρόνο. Στα χρόνια έκτοτε, το μέγεθος αυτό έχει μειωθεί σε μόλις 2,5% και το 2013 η οικονομία αναπτύχθηκε μόλις κατά 1,3% - η χειρότερη επίδοση από το σοκ τού 2009 και ο χαμηλότερος θετικός ρυθμός ανάπτυξης από το 1999. Η αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος έχει καταρρεύσει σε μόλις 1,5% το χρόνο, ενώ αυξανόταν κατά μέσο όρο με σχεδόν 15% κάθε χρόνο μεταξύ 2004 και 2010, με εξαίρεση το έτος κρίσης τού 2009, σύμφωνα με τα στοιχεία τού Bloomberg.

Οι οικονομολόγοι λένε ότι η βελτίωση της οικονομικής ανάπτυξης της Ρωσίας θα απαιτήσει μια σειρά από διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Ο Πούτιν, έχοντας θερμό ενδιαφέρον να προστατεύσει την κύρια εκλογική του βάση - αφενός οι ολιγάρχες, αφετέρου το μεγάλο μέρος τού πληθυσμού τής Ρωσίας με θέσεις εργασίας εξαρτημένες από το κράτος, οι γραφειοκράτες και οι συνταξιούχοι - έχει αποφύγει σημαντικές αλλαγές πολιτικής. Ως αποτέλεσμα, η οικονομία έχει διολισθήσει περαιτέρω σε στασιμότητα. Επομένως, δεν ήταν έκπληξη, όταν οι θετικές γνώμες για τον Πούτιν έπεσαν στο 61% στα τέλη τού περασμένου έτους - μια αξιοζήλευτη δημοφιλία για τους περισσότερους δυτικούς πολιτικούς αυτές τις μέρες, αλλά το χειρότερο αποτέλεσμα για τον Πούτιν μέσα σε 14 χρόνια.

Ως απάντηση, ο πρόεδρος εγκατέλειψε τις οικονομικές δικαιολογίες για την διακυβέρνησή του και υιοθέτησε έναν αντιδραστικό συντηρητισμό. Έχει αγκαλιάσει την ευρασιατική ιδέα μιας ηθικά εξαιρετικής και πολιτιστικά διακριτής Ρωσίας που πολιορκείται από την Δυτική ανηθικότητα και τον υλισμό. Τα κρατικά μέσα ενημέρωσης έχουν ασχοληθεί με όλο και πιο ξενοφοβικά και, ιδίως, ομοφοβικά θέματα κατά το παρελθόν έτος, και τα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης έχουν βρεθεί κάτω από έντονη πίεση. Μετά από ένα σύντομο, αυστηρά ελεγχόμενο πείραμα να επιτρέψει την εμφάνιση μιας πραγματικής αντιπολίτευσης, το Κρεμλίνο έχει κλείσει και πάλι τις πύλες στον εκδημοκρατισμό. Η συντηρητική ανάκαμψη έχει σχεδιαστεί κυρίως για να καταστείλει τα ερωτήματα σχετικά με την νομιμοποίηση του Πούτιν, και όχι για να τα απαντήσει.

Ο Πούτιν έχει πλέον «πατήσει» σε μια νέα αφήγηση για να δικαιολογήσει την προεδρία του. Στην μαχητική ομιλία του την περασμένη εβδομάδα για την υπεράσπιση της προσάρτησης της Κριμαίας, προσδιόρισε την ανατροπή τού πρώην προέδρου τής Ουκρανίας Βίκτορ Γιανουκόβιτς ως μια πράξη επιθετικότητας από την Δύση εναντίον τής Ρωσίας. Έφτασε να πει ότι η Ρωσία ήταν τελικά έτοιμη να αντιδράσει απέναντι σε δεκαετίες, αν όχι αιώνες, δυτικής εχθρότητας. Περιέγραψε ένα νέο δόγμα εξωτερικής πολιτικής με έναν επεκτατικό ορισμό των ρωσικών συμφερόντων. Η Μόσχα θα αντιμετωπίζει πλέον την ευημερία των Ρώσων έξω από την Ρωσία ως πιο σημαντική από το διεθνές δίκαιο, τις διμερείς σχέσεις με τους γείτονές της και την προσέγγιση με την Δύση. Είναι ένα έντονα ρεβανσιστικό μήνυμα πλαισιωμένο με όρους λαϊκής βούλησης και ιστορικά παράπονα. «Εάν συμπιέσετε ένα ελατήριο μέχρι το τέρμα του», απείλησε ο Πούτιν, «θα αναπηδήσει πολύ δυνατά».

Ο πουτινισμός δεν υποστηρίζεται πλέον από την υπόσχεση της οικονομικής ανάπτυξης, αλλά από το όραμα μιας αναβίωσης της ρωσικής αυτοκρατορίας. Αυτό έχει πάει πολύ καλά στον ρωσικό πληθυσμό, ο οποίος υποστήριξε με συντριπτική πλειοψηφία την προσάρτηση της Κριμαίας, ακόμα και εις βάρος των σχέσεων της Ρωσίας με την Δύση. Το ποσοστό των Ρώσων που σκέφτονται την Ρωσία ως «μια μεγάλη δύναμη», είναι υψηλότερο από ποτέ στο 63%, ενώ οι απόψεις για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται σε μετα-σοβιετική χαμηλά – 56% των Ρώσων βλέπει τις Ηνωμένες Πολιτείες αρνητικά, και 41% λένε το ίδιο για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ακόμη και πριν από την ομιλία για την Κριμαία, οι θετικές γνώμες για τον Πούτιν εκτοξεύτηκαν σε υψηλό τριών ετών στο 72%, σύμφωνα με το ανεξάρτητο Κέντρο Levada στη Μόσχα. Έκτοτε, το ποσοστό έχει αυξηθεί στο 80%, η υψηλότερη δημοφιλία του προέδρου σε τέσσερα χρόνια.