Προσοχή στα «κενά» τής ΕΕ | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Προσοχή στα «κενά» τής ΕΕ

Πώς θα κλείσει το δημοκρατικό έλλειμμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση
Περίληψη: 

Ο ευρωσκεπτικισμός αποτελεί πλέον μια ασθένεια σε όλη την ήπειρο, με την δυναμική να έχει στραφεί στην πλευρά του. Για να ξανακερδίσει τους πολίτες, η ΕΕ θα πρέπει να κάνει λιγότερα, αλλά να τα κάνει καλύτερα.

Ο GARETH HARDING είναι διευθυντής τού Brussels Program στο Missouri School of Journalism. Μπορείτε να τον ακολουθείτε στο Twitter @garethharding.

Το δημοκρατικό έλλειμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης σπάνια ήταν σαφέστερα εμφανές από όσο στις 26 Μαΐου, την επόμενη ημέρα αφότου έκλεισαν οι κάλπες για τις ευρωεκλογές. Παρά το γεγονός ότι οι εχθρικές προς την ΕΕ δυνάμεις είχαν σημειώσει τεράστια κέρδη, ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, José Manuel Barroso, ανακοίνωσε ότι το status quo που είναι υπέρ τής λιτότητας «είχε κερδίσει και πάλι». Υπό την στενή έννοια, ο κ. Μπαρόζο είχε δίκιο: οι φιλοευρωπαίοι κατάφεραν να κερδίσουν περισσότερα από τα τρία τέταρτα των εδρών στο ευρωκοινοβούλιο, το μόνο άμεσα εκλεγμένο όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε τέσσερις από τις έξι μεγαλύτερες χώρες-μέλη τής Ένωσης - Γερμανία, Ιταλία, Πολωνία και Ισπανία – τα κυβερνώντα κόμμα κυριάρχησαν στις ευρωεκλογές. Και το ετερόκλητο πλήθος των ευρωφοβικών οι οποίοι εξελέγησαν για το επόμενο ευρωκοινοβούλιο είναι ενωμένοι μόνο στην διχόνοιά τους.

Ωστόσο, οι εκλογές είναι μόνο εν μέρει αριθμητική. Είναι, επίσης, σχετικές με την διάθεση και την δυναμική. Και για τους υποστηρικτές τών Βρυξελλών το αναπόφευκτο γεγονός είναι ότι οι Ευρωπαίοι στρέφονται κατά του σχεδίου που δημιουργήθηκε στο όνομά τους. Η νίκη τού Κόμματος Ανεξαρτησίας τού Ηνωμένου Βασιλείου (UKIP) στη Μεγάλη Βρετανία και του ακροδεξιού Εθνικού Μετώπου στην Γαλλία - και η ισχυρή παρουσία των αντιευρωπαϊκών κομμάτων στην Αυστρία, την Δανία, την Ελλάδα, την Ουγγαρία και τις Κάτω Χώρες - είναι απόδειξη ότι ο ευρωσκεπτικισμός δεν είναι πλέον μια βρετανική ασθένεια, αλλά έχει εξαπλωθεί σε ολόκληρη την ήπειρο. Έχει επίσης με το μέρος του την δυναμική. Τα περισσότερα μέσα ενημέρωσης ανέφεραν τα αποτελέσματα των εκλογών σαν να ήταν μια φυσική καταστροφή - ένας απροσδόκητος πολιτικός σεισμός σε μια περιοχή που δεν είναι γνωστή για ιδεολογικά ρήγματα. Αλλά ήταν δυνατό να αισθανθεί κάποιος τις δονήσεις για σχεδόν δέκα χρόνια – από τότε που οι ψηφοφόροι στην Γαλλία και την Ολλανδία, δύο από τα έξι ιδρυτικά κράτη τής ΕΕ, απέρριψαν κατηγορηματικά ένα σύνταγμα για την Ένωση, το 2005.

Λοιπόν, τι πρέπει να κάνει η ΕΕ για να αντιστραφεί το ευρωσκεπτικιστικό κύμα και να ξανακερδίσει την εμπιστοσύνη των πολιτών της; Οι καλύτερες δημόσιες σχέσεις θα ήταν μια αρχή. Στο παρελθόν, τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα ήταν το ίδιο χάλια στο να δίνουν προσοχή στους Ευρωπαίους όσο και στην επικοινωνία μαζί τους - γεγονός που εξηγεί γιατί τα δύο τρίτα των ερωτηθέντων σε πρόσφατη δημοσκόπηση του Pew [1] δήλωσαν ότι η Ένωση δεν κατανοεί τις ανάγκες τους και κάτι λιγότερο από τρία τέταρτα δήλωσαν ότι η φωνή τους δεν ακούγεται στις Βρυξέλλες. Οι αξιωματούχοι τής ΕΕ πρέπει να μάθουν να δέχονται την κριτική, να παραδέχονται τα λάθη τους και κάνουν μια ειλικρινή συζήτηση με τους αντιπάλους τους.

Εκατομμύρια Ευρωπαίοι βιώνουν ακραίες οικονομικές δυσκολίες ως αποτέλεσμα των μέτρων λιτότητας που επιβλήθηκαν από τις Βρυξέλλες - σχεδόν τα δύο τρίτα των Ευρωπαίων πολιτών περιγράφουν [2] την οικονομική κατάσταση της χώρας τους ως «κακή», και πάνω από το ήμισυ της ελληνικής και της ισπανικής νεολαίας παίρνει το επίδομα ανεργίας. Η νέα Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία αναλαμβάνει καθήκοντα το Νοέμβριο, θα μπορούσε να δείξει την αλληλεγγύη της προς αυτούς που υποφέρουν καταργώντας τα πολλά γενναιόδωρα προνόμια και τις απολαβές που απολαμβάνουν οι υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θα μπορούσε να αρχίσει με το πάγωμα των αποδοχών των 25.000 δημοσίων υπαλλήλων της - το ένα πέμπτο των οποίων παίρνουν ετησίως στην πατρίδα τους [3] περισσότερα χρήματα από τον Βρετανό πρωθυπουργό. Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να καταργήσει το επίδομα που λαμβάνουν οι εκπατρισμένοι δημόσιοι υπάλληλοι για να ζουν στις Βρυξέλλες – ένα επιπλέον 16% επί του μισθού τους - και να σταματήσει να πληρώνει την ιδιωτική εκπαίδευση για τα 21.000 παιδιά τους. Από την πλευρά του, το νέο κοινοβούλιο της ΕΕ, το οποίο συνεδριάζει για πρώτη φορά τον Ιούλιο, θα μπορούσε να σφίξει την ζώνη του, τερματίζοντας την παράλογη μηνιαία μετακίνησή του στην δεύτερη έδρα του στο Στρασβούργο, κάτι που στοιχίζει στους φορολογούμενους 200 εκατομμύρια ευρώ (272 εκατομμύρια δολάρια) ετησίως. Τέλος, οι αρχηγοί των κρατών-μελών τής ΕΕ θα πρέπει να έχουν το θάρρος να καταργήσουν έναν ικανό αριθμό θεσμικών οργάνων και οργανισμών που είναι είτε γραφειοκρατικοί είτε απλώς υπάρχουν ως «σφραγίδες» - όπως η Επιτροπή των Περιφερειών και η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή - που είναι κάτι περισσότερο από ηρωοποιημένες δεξαμενές σκέψης (think tanks).

Τέτοιες επιδείξεις συναίσθησης μπορεί να κάνουν την ΕΕ να φαίνεται λιγότερο άψυχη. Αλλά ο μόνος τρόπος για να ανακοπεί με διαρκή τρόπο η λαϊκίστικη παλίρροια θα είναι να μπουν χρήματα στις τσέπες των ανθρώπων και να τους προσφερθεί ρεαλιστική ελπίδα για απασχόληση. Στα τελευταία αρκετά χρόνια, καθώς επέβαλε δρακόντεια μέτρα λιτότητας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κήρυξε το ευαγγέλιο της απασχόλησης και της ανάπτυξης. Δεν κατάφερε ούτε το ένα ούτε το άλλο. Τώρα, η Επιτροπή θα πρέπει να τα καταφέρει, κάνοντας καλύτερη χρήση των 140 δισ. ευρώ (190 δισεκατομμύρια δολάρια) του προϋπολογισμού της, για παράδειγμα με την δημιουργία προγραμμάτων που έχουν στόχο την επανεκπαίδευση των Ευρωπαίων εργαζομένων και την διασυνοριακή χρηματοδότηση ενεργειακών και συγκοινωνιακών έργων που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας. (Επί του παρόντος, το ποσό που δαπανά η ΕΕ για την εκπαίδευση και την δημιουργία θέσεων εργασίας είναι ελάχιστο σε σύγκριση με το ποσό που μοιράζει στους αγρότες, οι οποίοι, αν και αποτελούν μόνο το 5% του πληθυσμού τής Ευρώπης, λαμβάνουν το 40% του προϋπολογισμού τής Ευρωπαϊκής Ένωσης). Η Επιτροπή θα μπορούσε να επίσης να καλλιεργήσει ένα καλύτερο οικονομικό κλίμα με τη μείωση των υφιστάμενων εμπορικών φραγμών στην Ευρώπη (κυρίως στον τομέα των υπηρεσιών), με την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεών της με τις Ηνωμένες Πολιτείες για μια διατλαντική συμφωνία ελεύθερου εμπορίου, καθώς και με την προώθηση της καινοτομίας με το να επιβάλλει νομικά δεσμευτικούς εθνικούς στόχους για την επιστημονική χρηματοδότηση της έρευνας.