Η Ασία για τους Ασιάτες | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η Ασία για τους Ασιάτες

Γιατί η σινο-ρωσική φιλία έχει μέλλον
Περίληψη: 

Η Μόσχα και το Πεκίνο έχουν διαφωνίες σχετικά με την μελλοντική τάξη που οραματίζονται για τις περιοχές τους. Αλλά συμφωνούν ότι η γεωπολιτική τάξη τής Ανατολής θα πρέπει να είναι σε αντίθεση με αυτήν της Δύσης -και αυτό έχει οδηγήσει σε σημαντικά στενότερες διμερείς σχέσεις.

Ο GILBERT ROZMAN είναι συνεργαζόμενο μέλος στο τμήμα Ανατολικο-ασιατικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Princeton. Το πιο πρόσφατο βιβλίο του έχει τίτλο The Sino-Russian Challenge to the World Order.

Πρόσφατα, η Κίνα και η Ρωσία αμφισβήτησαν την διεθνή τάξη δίνοντας η μια στην άλλη διπλωματική υποστήριξη για να αντιμετωπίσουν την Ουκρανία και το Χονγκ Κονγκ, αντίστοιχα. Αλλά οι Δυτικοί παρατηρητές έχουν ως επί το πλείστον παρεξηγήσει τους λόγους για τους οποίους οι δύο χώρες οικοδομούν στενότερους δεσμούς μεταξύ τους. Το κίνητρό τους βασίζεται λιγότερο στα κοινά υλικά συμφέροντα από όσο σε μια κοινή αίσθηση εθνικής ταυτότητας που αυτοπροσδιορίζεται στην αντίθεση με την Δύση και στην υποστήριξη του πώς βλέπει η καθεμιά την κληρονομιά τού παραδοσιακού κομμουνισμού. Η Μόσχα και το Πεκίνο έχουν διαφωνίες σχετικά με την μελλοντική τάξη που οραματίζονται για τις περιοχές τους. Αλλά συμφωνούν ότι η γεωπολιτική τάξη τής Ανατολής θα πρέπει να είναι σε αντίθεση με αυτήν τής Δύσης - και τούτο έχει οδηγήσει σε σημαντικά στενότερες διμερείς σχέσεις.

Ορισμένοι Δυτικοί παρατηρητές έχουν δώσει υπερβολική έμφαση στις σινο-σοβιετικές εντάσεις κατά την διάρκεια της εποχής τού Ψυχρού Πολέμου, επιχειρηματολογώντας επίσης ότι η σχέση ανάμεσα στο Πεκίνο και την Μόσχα είναι πιθανό να παραμείνει εύθραυστη λόγω των εξελίξεων στις δύο χώρες από την δεκαετία τού 1990, συμπεριλαμβανομένου του εκδημοκρατισμού στην Ρωσία, της παγκοσμιοποίησης στην Κίνα, καθώς και της ραγδαίας ανόδου και στις δύο χώρες τής μεσαίας τάξης που έχει πρόσβαση σε πληροφορίες από το εξωτερικό. Στον βαθμό που η Κίνα και η Ρωσία οικοδομούν δεσμούς, αυτοί οι παρατηρητές πίστευαν ότι η σχέση θα είναι σαν ένας γάμος σκοπιμότητας που θα υπονομεύεται από άλλα εθνικά συμφέροντα, συμπεριλαμβανομένων των καλών σχέσεων με την Δύση.

Αλλά οι περισσότεροι Δυτικοί έχουν αποτύχει να καταλάβουν ότι, από το 1990, οι αξιωματούχοι στην Κίνα και την Ρωσία έχουν μετανιώσει βαθιά για τις εντάσεις τού Ψυχρού Πολέμου μεταξύ των χωρών τους. Καταλαβαίνουν ότι το πρόβλημα ήταν λιγότερο η έλλειψη της επικάλυψης στα εθνικά συμφέροντα από όσο οι εθνικές ταυτότητες που στρεβλώθηκαν από ιδεολογικές αξιώσεις στην ηγεσία. Η Μόσχα έκανε ένα κρίσιμο λάθος με το να περιμένει ότι το Πεκίνο θα συναινούσε στην ηγεσία της, αποδεχόμενο έναν ρόλο νεαρού εταίρου. Η ηγεσία τής Κίνας δεν αποδέχεται αυτόν τον ρόλο, δεδομένης της εμμονής της με την ιδεολογική υπεροχή.

Οι σημερινοί πολιτικοί και στις δύο χώρες είναι αποφασισμένοι να μην επαναλάβουν αυτά τα προβλήματα. Παρά το γεγονός ότι η Κίνα είναι πλέον σε θέση να ενεργεί ως ο κυρίαρχος εταίρος στην μεταξύ τους σχέση, έχει δείξει αυτοσυγκράτηση. Οι ηγέτες στην Μόσχα και το Πεκίνο θέλουν να αποφύγουν να αφήσουν τον σοβινιστικό εθνικισμό σε κάθε χώρα να υπονομεύσει το αμοιβαίο εθνικό τους συμφέρον που βρίσκεται στην ελαχιστοποίηση της επιρροής τής Δύσης στις αντίστοιχες περιοχές τους.

Για τον σκοπό αυτό, οι κυβερνήσεις των δύο χωρών έχουν συνειδητά δώσει έμφαση σε εξωτερικές πολιτικές που απορρίπτουν την Δυτική νομιμοποίηση, ενώ αποφεύγουν προσεκτικά να σχολιάσουν τις φιλοδοξίες τής εξωτερικής πολιτικής ο ένας τού άλλου. Ο Κινέζος πρόεδρος Xi Jinping έχει περιγράψει ένα λεγόμενο China Dream (Κινεζικό Όραμα) που περιλαμβάνει μια νέα γεωπολιτική τάξη στην Ασία χτισμένη από τις κυβερνήσεις τής περιοχής, με το Πεκίνο να παίζει ένα υπερμεγέθη ρόλο. Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν έχει επίσης διευκρινίσει ότι στόχος του είναι να δημιουργήσει μια Ευρασιατική Ένωση, στην οποία οι σχέσεις μεταξύ των πρώην σοβιετικών κρατών θα καθορίζονται από την Μόσχα. Και τα δύο κράτη έχουν κατηγορήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες ότι ακολουθούν μια επιθετική ψυχροπολεμική νοοτροπία, προσπαθώντας να περιορίσουν τις νόμιμες φιλοδοξίες των δύο χωρών στις περιοχές τους.

Υπάρχουν τουλάχιστον έξι λόγοι για να πιστεύουμε ότι αυτή η σιωπηρή συνεργασία μεταξύ της Ρωσίας και της Κίνας είναι ανθεκτική. Πρώτον, ο Πούτιν και ο Σι έχουν στηριχτεί σε ιδιαίτερα παρόμοιες ιδεολογίες για να δικαιολογήσουν την κυριαρχία τους. Και οι δύο τονίζουν την υπερηφάνεια της σοσιαλιστικής εποχής, τον σινοκεντρισμό ή τον ρωσοκεντρισμό που επιδιώκει να επεκτείνει την υφιστάμενη εσωτερική πολιτική τάξη των χωρών προς το εξωτερικό, και τον αντι-ηγεμονισμό. Παρότι ο ρωσικός εθνικισμός περιλαμβάνει έναν άξονα ξενοφοβίας που τροφοδότησε δημαγωγία κατά της Κίνας στην δεκαετία τού 1990, ο Πούτιν έχει περιορίσει σημαντικά την πτυχή εκείνη και αποφεύγει τις άμεσες αναφορές στην άνοδο της Κίνας. Η σινοκεντρική ιδεολογία είχε ομοίως την τάση να τροφοδοτεί εντάσεις με την Ρωσία –συμπεριλαμβανομένου του να αμφισβητεί ρωσικές διεκδικήσεις στην Κεντρική Ασία, οι οποίες προηγουμένως ήταν μέρος τής Σοβιετικής Ένωσης. Αλλά οι σημερινοί ηγέτες τής Κίνας έχουν δείξει σε διεθνείς συναντήσεις και φόρουμ, συμπεριλαμβανομένου του Οργανισμού Συνεργασίας τής Σαγκάης, ότι είναι έτοιμοι να δείξουν σεβασμό στην ρωσική πολιτική και πολιτιστική επιρροή.

Δεύτερον, η Κίνα και η Ρωσία υπογραμμίζουν τις ιστορικές διαφορές τους με την Δύση και δίνουν έμφαση στο χάσμα με τις Ηνωμένες Πολιτείες στην ψυχροπολεμική εποχή. Οι επίσημες καθιερωμένες γραφές και στις δύο χώρες, κάνουν ελάχιστες αναφορές στην σινο-σοβιετική διαμάχη του Ψυχρού Πολέμου. Παρά το γεγονός ότι ορισμένοι Κινέζοι ιστορικοί είχαν προηγουμένως αναγνωρίσει ότι ο Πόλεμος της Κορέας άρχισε εξαιτίας της επιθετικότητας της Βόρειας Κορέας προς την Νότια Κορέα, τα τελευταία εγχειρίδια κατηγορούν καθολικά τις Ηνωμένες Πολιτείες για τον πόλεμο. Ομοίως, πολιτικοί και αναλυτές και στις δύο χώρες υποστηρίζουν όλο και περισσότερο ότι η Δύση δεν άλλαξε ποτέ την ιμπεριαλιστική ψυχροπολεμική νοοτροπία της (όπως αποδεικνύεται από την υποτιθέμενη υποστήριξή της στις λεγόμενες έγχρωμες επαναστάσεις στην Ουκρανία και το Χονγκ Κονγκ). Αυτή η ρητορική υποδηλώνει ότι η Κίνα και η Ρωσία εξακολουθούν να είναι υποχρεωμένες να αντισταθούν στην επιρροή της και να συμβάλουν στην δημιουργία μιας νέας διεθνούς τάξης.