Σώζοντας τον OPEC | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Σώζοντας τον OPEC

Πώς οι παραγωγοί πετρελαίου μπορούν να εξουδετερώσουν την παγκόσμια μείωση της ζήτησης
Περίληψη: 

Αν η ζήτηση πετρελαίου πέφτει, τα μέλη τού ΟΠΕΚ, των οποίων οι οικονομίες εξαρτώνται από τα έσοδα από εξαγωγές αργού πετρελαίου, βρίσκονται σε δύσκολη θέση. Ωστόσο, οι χώρες τού ΟΠΕΚ μπορεί να επιδιώξουν τουλάχιστον τέσσερις διαφορετικές στρατηγικές για την αντιμετώπιση της μείωσης της ζήτησης, αν και καμία από αυτές δεν θα είναι εύκολη, και κανένας δεν εγγυάται την επιτυχία τους.

Ο THIJS VAN DE GRAAF είναι επίκουρος καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Ghent Institute for International Studies, στο Πανεπιστήμιο Ghent, στο Βέλγιο.
Ο AVIEL VERBRUGGEN είναι καθηγητής Ενέργειας και Περιβάλλοντος στο Πανεπιστήμιο της Αμβέρσας.

Παρά την απότομη πτώση των τιμών του πετρελαίου, ο ΟΠΕΚ αποφάσισε τον Νοέμβριο να μην μειώσει την παραγωγή, στέλνοντας την τιμή τού αργού πετρελαίου στο χαμηλότερο επίπεδο της πενταετίας. Η απόφαση δεν ήταν καλοδεχούμενη σε ορισμένα μέλη τού καρτέλ. Ο ΟΠΕΚ αισθάνεται την πίεση από την αύξηση της σχιστολιθικής παραγωγής στο Τέξας, την Βόρεια Ντακότα και άλλα μέρη στην Βόρεια Αμερική. Η Βενεζουέλα και το Ιράν θέλησαν να μειώσουν την παραγωγή, με την ελπίδα να αυξήσουν τις τιμές. Αλλά οι ιθύνοντες στην Σαουδική Αραβία, το μέλος τού ΟΠΕΚ με την μεγαλύτερη επιρροή, αποφάσισε να υπερασπιστεί το μερίδιο αγοράς τού Οργανισμού [1], έστω και με κόστος.

Αν το σχιστολιθικό πετρέλαιο ήταν το μόνο πρόβλημα, η στρατηγική τής Σαουδικής Αραβίας θα μπορούσε να λειτουργήσει. Αλλά ο ΟΠΕΚ αντιμετωπίζει επίσης μια μεγαλύτερη, πιο θεμελιώδη απειλή: Την διολισθαίνουσα παγκόσμια ζήτηση για πετρέλαιο. Η ζήτηση στις βιομηχανικές χώρες μειώθηκε από 50,1 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα το 2005 στα 45.500.000 βαρέλια την ημέρα το 2013. Δεδομένου ότι η πτώση προηγήθηκε της αρχής τής παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης, η μεταβολή είναι πιθανόν αποτέλεσμα μακροχρόνιων διαρθρωτικών αλλαγών στην αγορά πετρελαίου, όπως η αύξηση της ενεργειακής απόδοσης, και όχι μόνο η αργή ανάπτυξη.

Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (International Energy Agency, IEA) προβλέπει ότι η μείωση της ζήτησης πετρελαίου από τον βιομηχανοποιημένο κόσμο θα αντισταθμιστεί –και με το παραπάνω- από μια ταχέως αυξανόμενη ζήτηση για ενέργεια στις αναπτυσσόμενες χώρες, κυρίως στην Κίνα και την Ινδία. Ως εκ τούτου, ο Οργανισμός εκτιμά ότι η παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου θα αυξάνεται μέχρι το 2040. Ωστόσο, πολλοί ειδικοί λένε ότι η παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου θα κορυφωθεί νωρίτερα από τότε, επικαλούμενοι την εναλλαγή των καυσίμων, την κατάργηση των επιδοτήσεων στο πετρέλαιο, καθώς και την αύξηση της ενεργειακής απόδοσης. Η Citigroup, για παράδειγμα, προβλέπει ότι η ζήτηση πετρελαίου θα σταθεροποιηθεί μέχρι το 2020.

Αν η Citigroup έχει δίκιο, τότε τα μέλη τού ΟΠΕΚ, των οποίων οι οικονομίες εξαρτώνται από τα έσοδα που προέρχονται από τις εξαγωγές αργού πετρελαίου, βρίσκονται σε δύσκολη θέση. Ωστόσο, οι χώρες τού ΟΠΕΚ μπορούν να επιδιώξουν τουλάχιστον τέσσερις διαφορετικές στρατηγικές για την αντιμετώπιση της μείωσης της ζήτησης -αν και καμιά από αυτές δεν θα είναι εύκολη, ούτε εγγυάται την επιτυχία.

ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΜΑΖΙ

Για να ανεβάσουν τις τιμές, οι μεγάλοι εξαγωγείς πετρελαίου θα μπορούσαν κατ’ αρχήν να συνεργαστούν για να προσπαθήσουν να μειώσουν την παγκόσμια προσφορά πετρελαίου. Όμως, ιστορικά, αυτό το είδος τής συλλογικής δράσης ήταν δύσκολο. Παρά το γεγονός ότι ο ΟΠΕΚ εισήγαγε ένα σύστημα ποσοστώσεων το 1982 για να προσπαθήσει να περιορίσει την παγκόσμια προσφορά, στην πράξη, ο οργανισμός πιο συχνά έχει προσαρμόσει την ποσόστωσή του για να ευθυγραμμιστεί με τα πραγματικά επίπεδα παραγωγής και όχι το ανάποδο. Σε μια πρόσφατη μελέτη, ο Jeff Colgan, πολιτικός επιστήμονας στο Πανεπιστήμιο Brown, διαπίστωσε ότι από το 1982 ως το 2009, τα μέλη τού ΟΠΕΚ ψεύδοντο για τις συνολικές ποσοστώσεις τους το 96% του χρονικού αυτού διαστήματος.

Οι χώρες τού ΟΠΕΚ έχουν τόσο μεγάλο πρόβλημα στο να συνεργαστούν επειδή έχουν διαφορετικούς στόχους. Τα λεγόμενα «γεράκια» των τιμών, κυρίως το Ιράν και η Βενεζουέλα, έχουν μικρότερα αποθέματα πετρελαίου -σε σχέση με τους πληθυσμούς τους- και θέλουν να ανεβάσουν τις τιμές σε σύντομο χρονικό διάστημα. Αλλά τα λεγόμενα «περιστέρια» τιμών, με επικεφαλής την Σαουδική Αραβία, έχουν άφθονα αποθέματα και την πολυτέλεια να σκέπτονται μακροπρόθεσμα. Μπορούν να αντέξουν οικονομικά να κρατήσουν βραχυπρόθεσμα τις τιμές χαμηλά για να εξαλείψουν τον ανταγωνισμό από πετρελαιοπαραγωγούς χώρες εκτός ΟΠΕΚ και τελικά να ανεβάσουν τις τιμές και πάλι.

Ο περιορισμός τής παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου, εξάλλου, θα παρέχει μόνο προσωρινή ανακούφιση από μια διαρθρωτική διολίσθηση της ζήτησης πετρελαίου. Βραχυπρόθεσμα, ο περιορισμός τής προσφοράς θα μπορούσε να ανεβάσει τις τιμές τού πετρελαίου -και ως εκ τούτου τα πετρελαϊκά έσοδα- του ΟΠΕΚ. Αλλά μακροπρόθεσμα, οι υψηλότερες τιμές είναι πιθανόν να επιταχύνουν την μείωση της ζήτησης πετρελαίου στις μεγάλες καταναλώτριες χώρες.

Ο ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΠΩΛΗΣΕΙΣ

Αν οι μεγάλοι εξαγωγείς πετρελαίου δεν μπορεί να συνεργαστούν μεταξύ τους, θα πρέπει να βρουν το πώς θα μεγιστοποιήσουν τα κέρδη για τον εαυτό τους. Στο παρελθόν, οι χώρες τού ΟΠΕΚ συχνά αποφάσιζαν να κρατήσουν κάποιες ποσότητες πετρελαίου μέσα στο έδαφος, με την ελπίδα ότι θα αξίζει περισσότερο αργότερα. Ωστόσο, δεδομένης τής διαρθρωτικής μείωσης της ζήτησης πετρελαίου, αυτή η στρατηγική δεν είναι πλέον βιώσιμη. Αντ’ αυτού, οι χώρες τού ΟΠΕΚ έχουν κίνητρο να παράγουν και να πωλούν όσο περισσότερο πετρέλαιο μπορούν τώρα, αντί να περιμένουν να μειωθούν ακόμη περισσότερο οι τιμές. Αν οι παραγωγοί αρχίσουν έναν αγώνα δρόμου για να πουλήσουν, οι τιμές θα μπορούσαν να καταρρεύσουν εντελώς, κάτι που ίσως προσελκύσει τους καταναλωτές στο πετρέλαιο και πάλι.

Ωστόσο, υπάρχουν λόγοι να αμφισβητηθεί και αυτή η στρατηγική, επίσης. Λόγω τεχνικών περιορισμών, οι παραγωγοί πετρελαίου δεν μπορούν απλώς να αποφασίσουν να αυξήσουν ακαριαία την παραγωγή πετρελαίου τους. Μπορούν να αποφασίσουν να αυξήσουν τις επενδύσεις στην εξερεύνηση πετρελαίου και την παραγωγική ικανότητα, αλλά το φάσμα τής φθίνουσας ζήτησης καθιστά απίθανο να το πράξουν.

ΜΕ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΣΤΗΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ