Η ισορροπία της Βαλτικής | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η ισορροπία της Βαλτικής

Πώς θα μειωθούν οι πιθανότητες πολέμου στην Ευρώπη
Περίληψη: 

Το ΝΑΤΟ έχει σήμερα λίγες δυνάμεις στις χώρες της Βαλτικής, και η Εσθονία, η Λετονία και η Λιθουανία έχουν πολύ περιορισμένες δικές τους ένοπλες δυνάμεις. Μπροστά σε μια ρωσική επίθεση, θα είναι σχεδόν ανυπεράσπιστες.

Ο CHRISTOPHER S. CHIVVIS είναι αναπληρωτής διευθυντής του International Security and Defense Policy Center στο RAND Corporation και επίκουρος καθηγητής στην Σχολή Προωθημένων Διεθνών Σπουδών Johns Hopkins (SAIS).

Σε ένα ταξίδι στην Ευρώπη την περασμένη εβδομάδα, ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας Άστον Κάρτερ έκανε δύο σημαντικές ανακοινώσεις. Πρώτον, στις 22 Ιουνίου, ο Carter αποκάλυψε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα συμβάλουν με δυνάμεις ειδικών επιχειρήσεων, όπλα και αεροσκάφη επιτήρησης στην Κοινή Δύναμη Πολύ Μεγάλης Ετοιμότητας του ΝΑΤΟ (Very High Readiness Joint Task Force), μια ομάδα ταχείας αντίδρασης περίπου 5.000 στρατιωτών. Την επόμενη μέρα, στο Ταλίν της Εσθονίας, ο Κάρτερ ανακοίνωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα προ-τοποθετήσουν στρατιωτικό εξοπλισμό, συμπεριλαμβανομένων 250 αρμάτων μάχης, τεθωρακισμένων οχημάτων και όπλων πυροβολικού, σε αρκετές χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, μεταξύ των οποίων η Βουλγαρία, η Εσθονία, η Λετονία, η Λιθουανία, η Πολωνία και η Ρουμανία.

Και τα δύο αυτά βήματα στοχεύουν στην ενίσχυση της άμυνας της Ευρώπης και την σταθεροποίηση της περιφερειακής ασφάλειας, η οποία έχει κλονιστεί βαθύτατα από τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία. Παρά το γεγονός ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να κάνουν ακόμη περισσότερα, μια αυξημένη αμερικανική στρατιωτική υποστήριξη θα μειώσει τις πιθανότητες του πολέμου στην Ευρώπη, ιδιαίτερα στις χώρες της Βαλτικής, όπου το ΝΑΤΟ αντιμετωπίζει τις προκλήσεις της περιορισμένης στρατιωτικής παρουσίας, της δυσμενούς γεωγραφίας και του ρίσκου μιας μάχης με την Ρωσία.

Σίγουρα, οι πιθανότητες μιας ρωσικής επίθεσης στην Βαλτική είναι χαμηλές, και το κόστος ενός πολέμου με το ΝΑΤΟ θα είναι τεράστιο για την Μόσχα. Αλλά οι υπολογισμοί της Μόσχας και η μελλοντική κατεύθυνσή της είναι εξαιρετικής αβεβαιότητας, και οι πρόσφατοι παλληκαρισμοί της κατά μήκος της ανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ -συμπεριλαμβανομένων των στρατιωτικών ασκήσεων, της πολεμικής ρητορικής και των προκλητικών αεροπορικών και ναυτικών ελιγμών- έχει προκαλέσει ανησυχίες και αυξημένες εντάσεις σε όλη την περιοχή. Ακόμη και η Σουηδία, παραδοσιακά αδέσμευτη, έχει αρχίσει να εξετάζει σοβαρά την ένταξή της στο ΝΑΤΟ. Δεδομένης της συμπεριφοράς του Κρεμλίνου, το ΝΑΤΟ δεν έχει άλλη επιλογή από το να πάρει στα σοβαρά τον κίνδυνο της σύγκρουσης.

ΣΤΗΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Το ΝΑΤΟ έχει σήμερα λίγες δυνάμεις στις χώρες της Βαλτικής, και η Εσθονία, η Λετονία και η Λιθουανία έχουν πολύ περιορισμένες δικές τους ένοπλες δυνάμεις. Μπροστά σε μια ρωσική επίθεση, θα είναι σχεδόν ανυπεράσπιστες. Οι ρωσικές δυνάμεις θα μπορούσαν πιθανόν να καταλάβουν τις πρωτεύουσες της Βαλτικής μέσα σε λίγες μέρες μετά την διάβαση των ρωσικών συνόρων, πριν οι ενισχύσεις του ΝΑΤΟ μπορέσουν να αναπτυχθούν σε επαρκείς αριθμούς για να τις σταματήσουν.

Σε ένα τέτοιο σενάριο, οι ρωσικές δυνάμεις θα ήταν πιθανόν να προσπαθήσουν να εδραιώσουν τις θέσεις τους συσσωρεύοντας ιδιαίτερα ικανά, κινητά συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας πίσω από τα στρατεύματά τους. Σε συνδυασμό με τη ρωσική αεράμυνα και τα συστήματα επιθετικών πυραύλων στο Καλίνινγκραντ, αυτές οι κινήσεις θα δημιουργήσουν γρήγορα προσβάσεις σε ολόκληρη την περιοχή της Βαλτικής Θάλασσας, [προσβάσεις] που για το ΝΑΤΟ είναι δύσκολες και δαπανηρές. Η απελευθέρωση των χωρών της Βαλτικής από τον ρωσικό έλεγχο θα γίνει μια σημαντική πρόκληση: Το ΝΑΤΟ θα πρέπει να υποβαθμίσει τις ρωσικές αεροπορικές και πυραυλικές άμυνες στην περιοχή πριν από την ανάπτυξη μεγάλου αριθμού δυνάμεων σε μια αντεπίθεση.

03072015-1.jpg

Ο γενικός γραμματέας του NATO, Jens Stoltenberg και ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας Ash Carter μιλούν μετά από μια συνάντηση στο αρχηγείο του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες, τον Ιούνιο 2015. ERIC VIDAL / REUTERS
----------------------------

Σε ένα ολομέτωπο συμβατικό πόλεμο, το ΝΑΤΟ υπερτερεί κατά πολύ της Ρωσίας και πιθανόν θα επικρατήσει. Παρ’ όλα αυτά, η αποτίναξη των ρωσικών στρατευμάτων από τις χώρες της Βαλτικής θα πάρει πολλούς μήνες, θα κοστίσει χιλιάδες ζωές, και θα εξασθενίσει την ευρωπαϊκή οικονομία. Και επειδή το στρατηγικό δόγμα της Μόσχας επιτρέπει την πρώτη χρήση πυρηνικών όπλων σε περίπτωση απειλής για τα ζωτικά της συμφέροντα, ακόμη και ένας μεσαίου μεγέθους συμβατικός πόλεμος θα ενείχε τον κίνδυνο της κλιμάκωσης προς μια πυρηνική σύγκρουση. Η αποφυγή ενός τέτοιου σεναρίου -και οι εξαιρετικά επώδυνες επιλογές που θα επιβάλλει στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες- είναι σαφώς προς το συμφέρον όλων.

Οι ανακοινώσεις των ΗΠΑ την περασμένη εβδομάδα μειώνουν σημαντικά την πιθανότητα ότι ένα τέτοιο σενάριο θα συμβεί ποτέ. Με το να υποστηρίξουν την Very High Joint Task Force, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα ενισχύσουν την ικανότητα του ΝΑΤΟ να αντιδρά γρήγορα και αποτελεσματικά σε μια κρίση στις χώρες της Βαλτικής. Και με την προ-τοποθέτηση εξοπλισμού, οι αμερικανικές δυνάμεις θα είναι σε θέση να αναλάβουν αμυντικές θέσεις ή να συμμετέχουν σε μάχες πολύ πιο γρήγορα. Και οι δύο κινήσεις θα μειώσουν τις προοπτικές για ένα γρήγορο και επιτυχές ρωσικό χτύπημα στην περιοχή και, παρεπόμενα, τις πιθανότητες ότι η ρωσική ηγεσία θα αναλάβει εξ αρχής ένα τέτοιο ρίσκο. Αυτό κάνει ασφαλέστερο τον καθένα.

ΑΠΟΦΕΥΓΟΝΤΑΣ ΚΑΚΟΥΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥΣ

Ακόμη και αν η πρόσφατα ανακοινωθείσα αύξηση της αμερικανικής στρατιωτικής στήριξης βαδίζει προς την σωστή κατεύθυνση, παραμένει άγνωστο αν θα είναι επαρκής για να αποτρέψει μια ρωσική εισβολή στις χώρες της Βαλτικής. Αυτό θα εξαρτηθεί από πολλούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων η τάση του Κρεμλίνου προς τον κίνδυνο, η αντίληψή του για την ΝΑΤΟϊκή πολιτική ενότητα και την βούληση του ΝΑΤΟ να πολεμήσει, και οι μη συμβατικές και μη στρατιωτικής εναλλακτικές λύσεις [που έχει] στην διάθεσή του. Το αν αυτή η αύξηση της παρουσίας των ΗΠΑ θα είναι αρκετή για να υπερασπιστεί τις χώρες της Βαλτικής εξαρτάται επίσης από το πόσο έγκαιρη ειδοποίηση θα έχει το ΝΑΤΟ σε περίπτωση μιας επίθεσης.