Η Κίνα βρήκε τοίχο | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η Κίνα βρήκε τοίχο

Η υποτίμηση του γουάν και το τέλος του οικονομικού θαύματος
Περίληψη: 

Οι ηγέτες της Κίνας θα πρέπει να έχουν επίγνωση του δημοσιονομικού τοίχου που κόβει τον δρόμο την Κίνας προς την ανάπτυξη και πρέπει να γνωρίζουν πόσο δύσκολο θα είναι να τον διαπεράσουν. Η εύρεση νέων πηγών εσόδων δεν θα είναι εύκολη.

Ο SALVATORE BABONES είναι αναπληρωτής καθηγητής Κοινωνιολογίας και Κοινωνικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Σίδνεϋ.

Για πρώτη φορά από το 2008, ο οικονομικός συναγερμός χτύπησε στην Κίνα. Ακολουθώντας δύο μήνες βουτιάς της χρηματιστηριακής αγοράς [1], το κινεζικό γουάν [2] έχασε σχεδόν το 5% της αξίας του μέσα σε μόλις δύο ημέρες. Η χρηματιστηριακή αγορά μπορεί να έχει ανακάμψει [3], αλλά η οικονομία εξακολουθεί να βρίσκεται σε μπελάδες. Τρεισήμισι δεκαετίες εύκολων κερδών από το μονόδρομο στοίχημα της επανένταξης της Κίνας στον έξω κόσμο έχουν τελειώσει. Η Κίνα είναι πλέον αναπόσπαστο μέρος [4] της παγκόσμιας οικονομίας, και οι συνήθεις νόμοι της οικονομικής βαρύτητας βρίσκουν εφαρμογή και στην Κίνα, επίσης. Ο πρώτος από αυτούς τους νόμους είναι ότι «τίποτε δε γίνεται τζάμπα».

Υπάρχει μια οικονομική κρίση που βράζει στην Κίνα, αλλά οι συνήθεις πηγές ανησυχίας [όπως είναι] η χρηματιστηριακή αγορά [5], η μείωση των εξαγωγών [6] και ακόμη και η πτώση του γουάν [7] είναι απλώς τα ορεκτικά, όχι το κυρίως πιάτο. Η επερχόμενη κρίση έχει πολύ περισσότερο να κάνει με την δημογραφική στασιμότητα [8], την φυγή κεφαλαίων [9] και την απόφαση το 2013 να δοθεί στην αγορά ένας «αποφασιστικός» [10] ρόλος στην οικονομική ανάπτυξη της Κίνας. Οι τάσεις αυτές θα συνδυάζονται τα επόμενα χρόνια ώστε να είναι όλο και πιο δύσκολο για τους διαχειριστές σε όλα τα επίπεδα της κινεζικής κυβέρνησης να εκπληρώσουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις.

17082015-1.jpg

Επενδυτές βλέπουν τις οθόνες των υπολογιστών που δείχνουν πληροφορίες για μετοχές σε μια χρηματιστηριακή εταιρεία στην Σαγκάη, στις 13 Αυγούστου του 2015. ALY SONG / REUTERS
-----------------------

Το πρόβλημα, με λίγα λόγια, είναι ότι καθώς η Κίνα εξελίσσεται σε μια χώρα μεσαίου εισοδήματος, οι κοινωνικές απαιτήσεις που αντιμετωπίζει η κυβέρνησή της αυξάνονται ταχύτερα από το ΑΕΠ της χώρας. Η πρόσφατη επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ έχει απλώς επιδεινώσει μια μακροχρόνια τάση. Κοινωνικές πολυτέλειες, όπως δωρεάν δημόσια παιδεία, επαρκής υγειονομική περίθαλψη και συντάξεις γήρατος είναι ακριβές, και όπως γνωρίζουν πολύ καλά οι Αμερικανοί και οι Ευρωπαίοι, το κόστος τους τείνει να αυξάνεται ταχύτερα από τον πληθωρισμό. Η ταχεία γήρανση του πληθυσμού της Κίνας θα απαιτήσει όλο και περισσότερες από αυτές τις υπηρεσίες στο μέλλον.

Ο ΕΡΧΟΜΟΣ ΤΟΥ ΕΦΟΡΙΑΚΟΥ

Μέχρι στιγμής, η Κίνα έχει αντιμετωπίσει τις απαιτήσεις της επέκτασης του προϋπολογισμού της μέσω της βελτίωσης της φορολογικής αποτελεσματικότητας και της μεγάλης κλίμακας πώλησης περιουσιακών στοιχείων. Αυτές είναι αμφότερες διορθώσεις που μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο μια φορά. Το 2008-09, η Κίνα αναδιάρθρωσε τον φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) και τον φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων, μειώνοντας τους ανώτατους φορολογικούς συντελεστές ενώ παράλληλα βελτίωσε την αποτελεσματικότητας της είσπραξης. Τα έσοδα από τις πηγές αυτές έχουν αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, σχεδόν διπλασιάστηκαν σε ονομαστικούς όρους από το 2009. Στην πραγματικότητα, το σύνολο των κρατικών εσόδων ως ποσοστό του ΑΕΠ έχει αυξηθεί από τα ιστορικά χαμηλά του στα μέσα της δεκαετίας του 1990 όπου διαμορφώθηκε μόλις πάνω από το 10% σε περίπου 22,7% το 2013 [11].

Αυτό εξακολουθεί να είναι σχετικά χαμηλό, ακόμη και για μια χώρα μεσαίου εισοδήματος, όπως η Κίνα. Στο Μεξικό, τα δημόσια έσοδα ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι 24,4%. Στη Ρωσία, είναι 40,7% (ή ήταν πριν από την κρίση) σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) [12]. Στην Βραζιλία, η αναλογία είναι περίπου 34%. Στο 31,2%, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν τα χαμηλότερα κρατικά έσοδα ως ποσοστό του ΑΕΠ μεταξύ των πλούσιων χωρών του ΟΟΣΑ -και, φυσικά, οι Ηνωμένες Πολιτείες δαπανούν πολύ πιο περισσότερα από αυτά. Μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες βρίσκονται μεταξύ 45% και 55%.

Σίγουρα, τα μεγάλα φορολογικά έσοδα της κοινωνικής ασφάλισης της Κίνας είναι αδιαφανή και δεν περιλαμβάνονται σε αυτά τα στοιχεία. Μπορεί να αντιπροσωπεύουν ένα πρόσθετο ποσοστό 5% του ΑΕΠ, με αποτέλεσμα το σύνολο των κρατικών εσόδων να είναι πάνω από εκείνα του Μεξικού. Μη δημοσιοποιημένα στοιχεία δείχνουν, ωστόσο, ότι αυτό το τοπικά διαχειριζόμενο σύστημα είναι εξαιρετικά διεφθαρμένο και οι φόροι κοινωνικής ασφάλισης που έχουν πράγματι καταβληθεί σε λογαριασμούς του δημοσίου μπορεί να είναι πολύ λιγότεροι από όσο τα ονομαστικά ποσά που αναφέρουν οι εργοδότες.

Αφότου ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των κρατικών εσόδων της Κίνας αυξήθηκε με ταχείς ρυθμούς το 2010 και το 2011 λόγω της φορολογικής μεταρρύθμισης, τώρα έχει μειωθεί από κάτω 10% και είναι τώρα σχεδόν ανάλογος με την αύξηση του ΑΕΠ. Με άλλα λόγια, τα έσοδα της Κίνας είναι σταθερά και αυξάνονται ανάλογα με το ΑΕΠ. Αυτό είναι αναμενόμενο σε ένα φορολογικό σύστημα όπως της Κίνας, το οποίο στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στα εισοδήματα, την κατανάλωση και στον φόρο προστιθέμενης αξίας -οι οποίοι είναι επίπεδοι ή οπισθοβαρείς φόροι. Στην θεωρία, η Κίνα έχει ένα υψηλό και προοδευτική σύστημα φορολογίας προσωπικού εισοδήματος, με ανώτατο οριακό ποσοστό 45%, αλλά η επιβολή του είναι εξαιρετικά χαλαρή. Οι εισπράξεις ατομικού φόρου εισοδήματος υπολογίζονται μόλις στο 5% των συνολικών κρατικών εσόδων.

ΕΝΑΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΟΙΧΟΣ

Η ικανότητα της Κίνας να συνεχίσει να αυξάνει την ποιότητα των κοινωνικών υπηρεσιών σύμφωνα με τις προσδοκίες των ανθρώπων της εξαρτάται από την ικανότητά της να αυξάνει τους φόρους. Ακόμη και τα υφιστάμενα επίπεδα παροχής υπηρεσιών σύντομα θα καταστούν μη βιώσιμα στο τρέχον οικονομικό πλαίσιο της Κίνας, χάρη στην αύξηση του κόστους και την γήρανση του πληθυσμού. Το ποσοστό του πληθυσμού ηλικίας 65 ετών και άνω θα αυξηθεί από 10% έως περίπου 21% μεταξύ 2015 και 2035, σύμφωνα με τις προβλέψεις του US Census Bureau. Οι ηλικιωμένοι είναι ακριβοί χρήστες των δημόσιων υπηρεσιών, και μετά από τέσσερις δεκαετίες οικογενειών με ένα παιδί, απλώς δεν υπάρχουν αρκετοί νέοι άνθρωποι για να ασχοληθούν με όλους αυτούς.