Εντείνεται η σινο-αμερικανική αντιπαράθεση | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Εντείνεται η σινο-αμερικανική αντιπαράθεση

Το κέντρο βάρους της παγκόσμιας ισχύος μετατοπίζεται προς την Ανατολή
Περίληψη: 

Η πιθανότητα άμβλυνσης των συγκρουσιακών στοιχείων Κίνας-Δύσης εξαιτίας της οικονομικής αλληλεξάρτησής τους, απομακρύνθηκε έτι περαιτέρω εξαιτίας των κινεζικών σχεδιασμών για την δημιουργία δυο εμπορικών διαύλων (ένας θαλάσσιος και ένας χερσαίος), μέσω των οποίων επιχειρείται η δημιουργία ενιαίας εμπορικής ζώνης στην Ευρασία.

Ο ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΑΟΥΝΗΣ είναι βαλκανιολόγος, διεθνολόγος M.Sc.

Το τελευταίο χρονικό διάστημα, δημοσιεύονται αξιόλογες αναλύσεις σχετικά με την γεωγραφική μετατόπιση του παγκόσμιου γεωπολιτικού ενδιαφέροντος «προς ανατολάς» και την ανακατανομή του πλανητικού καταμερισμού ισχύος.

Κατά το παρελθόν, οι διμερείς σχέσεις διήλθαν από διάφορες διακυμάνσεις. Μετά την ένοπλη αντιπαράθεση στην Κορέα, ακολούθησε περίοδος αλληλοκατανόησης και αλληλοϋποστήριξης έναντι του κοινού «εχθρού» (ΕΣΣΔ), πολιτική η οποία εγκαινιάστηκε κατόπιν της επίσκεψης του προέδρου των ΗΠΑ, Richard M. Nixon, στο Πεκίνο τον Φεβρουάριο του 1972. Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης τερμάτισε τις προοπτικές περαιτέρω ενδυνάμωσης της σινο-αμερικανικής προσέγγισης, θέτοντας τες σε νέα τροχιά ανταγωνισμού. [1]

Έριδες και εντάσεις προκλήθηκαν εξαιτίας των αιματηρών γεγονότων στην πλατεία Tiananmen (1989) [2], του επανεξοπλισμού της Ταϊβάν (Δημοκρατία της Κίνας), γενικότερα λόγω της βίαιης ανεξαρτητοποίησης του Κοσόβου (σύμφωνα με τους Δυτικούς, «ανθρωπιστικού χαρακτήρα επέμβαση»), σε συνάρτηση με τις αποσχιστικές προθέσεις της Ταιβάν, αλλά και ειδικότερα ένεκα του λανθασμένου πλήγματος κατά της κινέζικης πρεσβείας στο Βελιγράδι (1999) [3], καθώς επίσης εξαιτίας της παροχής διπλωματικής στήριξης προς την Ιαπωνία για το καθεστώς των νήσων Senkaku (Diaoyu). [4]

29092016-2.jpg

Το αντιτορπιλικό κατευθυνόμενων πυραύλων κλάσης Arleigh Burke, USS Mustin (DDG 89), πλέει σε σχηματισμό με τα ιαπωνικά πλοία JS Kirisame (DD 104) και JS Asayuki (DD 132) κατά την διάρκεια διμερών ασκήσεων στη Νότια Θάλασσα της Κίνας, στις 21 Απριλίου του 2015 . Courtesy David Flewellyn/U.S. Navy/Handout via REUTERS
----------------------------------------------------

Παράλληλα παρατηρείται σταδιακή κλιμάκωση της στρατιωτικής αντιπαράθεσης στην αμφισβητούμενη θαλάσσια περιοχή της νότιας Κίνας, με πιο πρόσφατο περιστατικό την υπερπτήση αμερικανικών στρατηγικών βομβαρδιστικών στην περιοχή (Β-1,Β-52, Β-2), τα οποία προσομοίωσαν προσβολή εχθρικών στόχων. [5] Από τις αρχές της τρέχουσας δεκαετίας οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν την αναπροσαρμογή των εθνικών στρατηγικών επιλογών προς τον Ειρηνικό και την Ασία, τοποθετώντας την Κίνα στο επίκεντρο του γεωστρατηγικού σχεδιασμού τους.[6] Εντός ενός κυκεώνα πολιτικών, και διπλωματικών διεργασιών και παράλληλα οικονομικού και γεωπολιτικού ανταγωνισμού, ήρθαν στο φως της δημοσιότητας μελέτες στρατηγικών ινστιτούτων (RAND), μέσω των οποίων επισημαινόταν η απόπειρα του Πεκίνου να αναπτύξει «αντισυμβατικές» ικανότητες απαγόρευσης-αντιπρόσβασης περιοχής (Area Denial), βασιζόμενες στην λειτουργία ενός δικτυοκεντρικού πλέγματος αισθητήρων, UAV’s, δορυφόρων και βλημάτων κατά πλοίων (π.χ CSS-5), τα οποία θα απαγόρευαν στο Αμερικανικό Ναυτικό να προσεγγίσει τον κινεζικό ζωτικό θαλάσσιο χώρο, θέτοντας την Ταϊβάν σε κατάσταση «ομηρείας». [7]

Οι επιτελείς του Πεκίνου, μην παραγνωρίζοντας την αμερικανική πολυεπίπεδη στρατιωτική υπεροχή, αποφεύγουν κατά την τρέχουσα συγκυρία την απευθείας αντιπαράθεση, επενδύοντας στην ασύμμετρη αντίδραση. Οι ΗΠΑ διατηρώντας 27 βάσεις εξόρμησης στη Νότιο Κορέα, αλλά και αριθμό αεροδρομίων στην ευρύτερη περιοχή (π.χ. Air Force Base Anderson/Guam, A.F.B.Kadena/Okinawa κ.α.) σε συνδυασμό με την τεχνολογική υπεροχή, και την διαρκή παρουσία ισχυρής ναυτικής δύναμης (7ος Στόλος Ειρηνικού), αναντίρρητα έχουν θέσει την Κίνα σε ασφυκτικό γεωπολιτικό κλοιό. [8]

Σταδιακά, καθώς εξελίσσεται με γοργούς ρυθμούς το εξοπλιστικό πρόγραμμα των κινεζικών ενόπλων δυνάμεων, η «αδιαμφισβήτητη» υπεροχή των ΗΠΑ τίθεται εν αμφιβόλω, και ήδη παρουσιάστηκαν οι πρώτες σινο-αμερικανικές προσομοιώσεις συγκρούσεων, με αρνητικά αποτελέσματα για την Washington (έστω και αν αφορούν μορφή πολέμου «φθοράς»). Ως παράδειγμα αναφέρεται η έκθεση που συντάχθηκε για λογαριασμό της RAND, δια χειρός του γνωστού «think tank», Steve Trimble.[9]

Η Κίνα προς το παρόν, προσδίδει έμφαση στην ανάπτυξη και εξάπλωση των οικονομικών δραστηριοτήτων, ενώ κεφαλαιοποιεί τις τυχόν αντιπαραθέσεις των ΗΠΑ στην ευρύτερη περιοχή της κεντρικής και νοτιοανατολικής Ασίας, στην οποία ειρήσθω εν παρόδω δραστηριοποιούνται και έτεροι ισχυροί δρώντες (Ινδία, Ρωσία, Ιαπωνία), αλλά και αριθμός ελασσόνων δυνάμεων (Ν. Κορέα, Ιράν, Πακιστάν, Ινδονησία), γεγονός το οποίο «περιπλέκει» τις ισορροπίες αλλά και την μορφή της γεωπολιτικής πραγματικότητας, καθότι παρατηρείται οι περιφερειακές διακρατικές σχέσεις να κινούνται κατά καιρούς σε εναλλασσόμενα επίπεδα συνεργασίας, ανταγωνισμού, αντιπαράθεσης και πόλωσης.[10]

Η πιθανότητα άμβλυνσης των συγκρουσιακών στοιχείων εξαιτίας της οικονομικής αλληλεξάρτησης, απομακρύνθηκε έτι περαιτέρω εξαιτίας των κινεζικών σχεδιασμών για την δημιουργία δυο εμπορικών διαύλων (ένας θαλάσσιος και ένας χερσαίος), μέσω των οποίων επιχειρείται η δημιουργία ενιαίας εμπορικής ζώνης στην Ευρασία. Συνεπώς, παράλληλα με την «διπλωματία των Αγωγών», ανοίγει ένα νέο πεδίο διεθνούς ανταγωνισμού.