Η Ρωσία και η γαλλική δεξιά | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η Ρωσία και η γαλλική δεξιά

Πώς η Μόσχα παίζει στις γαλλικές προεδρικές εκλογές
Περίληψη: 

Για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η Ρωσία αποτελεί επίσης ένα καυτό θέμα στην γαλλική προεκλογική εκστρατεία.

Ο DAVID CADIER είναι υπότροφος στο Κέντρο Διατλαντικών Σχέσεων της Σχολής Προωθημένων Διεθνών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins και συνεργάτης στο IDEAS του London School of Economics. Πρόσφατα υπήρξε συν-συντάκτης του βιβλίου με τίτλο Russia’s Foreign Policy: Ideas, Domestic Politics and External Relations (Palgrave, 2015).

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι η μόνη χώρα της Δύσης στης οποίας την εκλογική πολιτική η Ρωσία διαθέτει περίοπτη θέση. Για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η Ρωσία αποτελεί επίσης ένα καυτό θέμα στην γαλλική προεκλογική εκστρατεία. Στην πορεία προς τις εκλογές της άνοιξης του 2017, σχεδόν όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης –είτε στην δεξιά, την ακροδεξιά είτε την ακροαριστερά-, έχουν καταγγείλει την υποβάθμιση των δεσμών με την Ρωσία υπό την κυβέρνηση του προέδρου Φρανσουά Ολάντ, υποστηρίζοντας ότι σπάει την γαλλική παράδοση της διπλωματικής εμπλοκής και του πολιτικού διαλόγου με την Μόσχα και ότι αυτό είναι επιζήμιο για τα γαλλικά οικονομικά συμφέροντα. Ορισμένοι πολιτικοί από αυτά τα κόμματα έχουν επίσης εκφράσει, σε διεθνή ζητήματα όπως η Ουκρανία ή η Συρία, απόψεις συμπάθειας προς το Κρεμλίνο.

Οι φιλο-ρωσικές θέσεις των περιθωριακών κομμάτων της Γαλλίας στην πραγματικότητα δεν αποτελούν έκπληξη: Οι λαϊκιστές στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη, από τον Ρεπουμπλικανό προεδρικό υποψήφιο Donald Trump μέχρι τον Βρετανό πολιτικό Nigel Farage ή τον Ούγγρο πρωθυπουργό Viktor Orban, έχουν εκφράσει τον θαυμασμό τους για τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν. Όμως, η εξέλιξη του κύριου συντηρητικού κόμματος της Γαλλίας, των Ρεπουμπλικάνων, που αυτή την στιγμή ηγούνται στην προεδρική κούρσα, είναι πιο αινιγματική. Μερικοί από τους βασικούς ηγέτες τους, συμπεριλαμβανομένου του πρώην προέδρου Νικολά Σαρκοζί, ο οποίος στα τέλη της δεκαετίας του 2000 είχε θεωρηθεί ως Ατλαντιστής, τώρα φαίνεται πιο φιλικός προς τις θέσεις της Μόσχας από ό, τι ήταν πριν. Και αυτή η εξέλιξη έρχεται σε μια στιγμή που οι διπλωματικές σχέσεις μεταξύ της Ευρώπης και της Ρωσίας έχουν επιδεινωθεί σημαντικά σχετικά με τις ενέργειες της Ρωσίας στην Ουκρανία. Είναι απλά εκλογική πόζα και αντιπολιτευτική πολιτική, ή μήπως αποκαλύπτει μια πιο βαθιά αλλαγή; Σε κάθε περίπτωση, το Κρεμλίνο έχει τροφοδοτήσει με χαρά την φωτιά μέσω δημόσιων δηλώσεων, μερικές φορές υιοθετώντας εμμέσως ορισμένα από τα επιχειρήματα της γαλλικής δεξιάς.

Ωστόσο, η κεντροαριστερή κυβέρνηση του Ολάντ έχει αρχίσει να αντεπιτίθεται.

Είχε υιοθετήσει μια σταθερή στάση εναντίον της παραβίασης των διεθνών κανόνων από την Ρωσία στην Ουκρανία, ιδίως ενισχύοντας το καθεστώς των κυρώσεων της ΕΕ και ακυρώνοντας την παράδοση του πολεμικού πλοίου Mistral προς την Ρωσία, ενώ απείχε από υπερβολικά συγκρουσιακές αλληλεπιδράσεις με την Μόσχα. Αλλά ο τόνος μεταξύ των δύο χωρών έχει οξυνθεί σημαντικά κατά την διάρκεια των τελευταίων εβδομάδων, κυρίως σχετικά με τους βαρείς βομβαρδισμούς από συριακές και ρωσικές αεροπορικές δυνάμεις στο Χαλέπι, κάτι που το Παρίσι βλέπει όχι μόνο ως ηθικό θέμα, αλλά και ένα ζήτημα ασφαλείας καθώς οι βομβαρδισμοί δημιουργούν τον κίνδυνο να τροφοδοτηθεί η ριζοσπαστικοποίηση και με την σειρά της να αυξήσει την απειλή της τρομοκρατίας στο γαλλικό έδαφος.

Στις αρχές Οκτωβρίου, αφότου η Μόσχα άσκησε βέτο σε ένα υποστηριζόμενο από την Γαλλία ψήφισμα του ΟΗΕ που έκανε έκκληση για άμεση κατάπαυση του πυρός στην Συρία, οι Γάλλοι καταδίκασαν την Ρωσία για την εντατικοποίηση της βομβαρδιστικής εκστρατείας της, λέγοντας ότι έφτασε να είναι ένα «έγκλημα πολέμου» που άξιζε δίωξη από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Σε ένα μάλλον περίεργο σκηνικό –μια καθ’οδόν συνέντευξη για ένα δευτερεύον τηλεοπτικό ψυχαγωγικό κανάλι- ο Ολάντ αμφισβήτησε το κατά πόσον θα πρέπει να δεχθεί τον Ρώσο ομόλογό του, ο οποίος σχεδιάζει να επισκεφθεί το Παρίσι στις 19 Οκτωβρίου για να εγκαινιάσει ένα ρωσικό πολιτιστικό κέντρο [1] στην όχθη του Σηκουάνα. Είπε [2] ότι έβρισκε τον εαυτό του να «αναρωτιέται» αν υπήρχε κάποια «χρησιμότητα ή αναγκαιότητα» για την υποδοχή του Πούτιν και αν μια συνάντηση θα έχει καμία πιθανότητα «να τον σταματήσει από το να παρέχει υποστήριξη προς το καθεστώς [Μπασάρ αλ] Άσαντ στους βομβαρδισμούς των αμάχων του Χαλεπίου». Στο τέλος, τα Ηλύσια Πεδία σηματοδότησαν στο Κρεμλίνο ότι η αλληλεπίδρασή τους θα πρέπει να περιορίζεται αυστηρά σε μια συζήτηση εργασίας για την Συρία και ότι ο Ολάντ δεν θα παραστεί στην εκδήλωση των εγκαινίων. Ο Πούτιν στην συνέχεια ακύρωσε απότομα το ταξίδι του.

Η απόφασή του, αν και ορμητική, είχε πιθανώς λιγότερο να κάνει με την σύγκρουση στην Συρία από όσο με την άρνηση του Ολάντ να παραστεί στην τελετή των εγκαινίων. Υπήρχε συμβολική αξία στα εγκαίνια για το Κρεμλίνο -θα περιφέρονταν στο εγχώριο κοινό του ως απόδειξη ότι η Ρωσία δεν είναι απομονωμένη στην ευρωπαϊκή σκηνή- και χωρίς την συμμετοχή του Γάλλου προέδρου δεν υπήρχε νόημα να πάει. Υπό το φως του πού στέκονται τα γαλλικά κόμματα της αντιπολίτευσης σχετικά με την Ρωσία, υπήρχε επίσης η πιθανότητα ότι η ξαφνική ακύρωση της επίσκεψης του Πούτιν θα έκανε τον Ολάντ να φανεί αδύναμος: Στο κάτω-κάτω, η απόφαση του Πούτιν ανακοινώθηκε όχι μετά τις κατηγορίες του Παρισιού περί εγκλημάτων πολέμου, αλλά την επόμενη μέρα της δημοσιοποίησης της συνέντευξης με την διστακτικότητα του Ολάντ.

Οι ηγέτες της αντιπολίτευσης έσπευσαν να παρουσιάσουν την κατάσταση υπό το πρίσμα αυτό και καταδίκασαν τον Ολάντ. Ο Σαρκοζί κατήγγειλε [3] αυτά που αποκάλεσε ως «ανεύθυνη» στάση του Ολάντ και «στρατηγικές Ψυχρού Πολέμου» προς την Ρωσία, υποστηρίζοντας ότι η ακυρωμένη συνάντηση ήταν κάτι «κακό» και ότι χρειαζόταν «περισσότερος διάλογος» με την Μόσχα. Ο πρώην πρωθυπουργός Φρανσουά Φιγιόν, από την πλευρά του, κατηγόρησε [4] τον Ολάντ ότι «υπονομεύει την αξιοπιστία της γαλλικής εξωτερικής πολιτικής» και υποστήριξε ότι ο Γάλλος πρόεδρος είχε «γελοιοποιηθεί» από τον Πούτιν.