Μια σκοτεινή εποχή για την ευρωπαϊκή δημοκρατία; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Μια σκοτεινή εποχή για την ευρωπαϊκή δημοκρατία;

Πώς θα πορευθούν οι κεντρώες δυνάμεις μέσα στο 2017
Περίληψη: 

Αν οι ηγέτες της Ευρώπης θέλουν η ένωσή τους να επιβιώσει σε αυτή την σκοτεινή για την δημοκρατία εποχή, θα πρέπει να προσφέρουν στους πολίτες ένα θετικό όραμα για το μέλλον του κοινού σχεδίου τους και να διπλασιάσουν την δέσμευσή τους σε αυτό. Πάνω απ’ όλα, θα πρέπει να εργαστούν για να αναβιώσουν την φθίνουσα οικονομία της Ευρώπης, μετατοπιζόμενοι από την εμμονή τους με την λιτότητα στην έμφαση στην προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης.

Ο R. DANIEL KELEMEN είναι καθηγητής Πολιτικών Επιστημών και κατέχει την έδρα Jean Monnet για τις πολιτικές της ΕΕ στο Πανεπιστήμιο Rutgers. Μπορείτε να τον ακολουθείτε στο Twitter @rdanielkelemen [1].

Στις 17 Νοεμβρίου, η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ και ο Αμερικανός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα δημοσίευσαν ένα άρθρο στο γερμανικό περιοδικό Wirtschafts Woche [2], περιγράφοντας τις κοινές δεσμεύσεις των χωρών τους στις αξίες της ατομικής ελευθερίας, της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου˙ την συλλογική άμυνα μέσω της συμμαχίας του ΝΑΤΟ [3]˙ και την διεθνή συνεργασία σε θέματα από την πολιτική για τους πρόσφυγες [4] μέχρι τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής. Το δοκίμιό τους χρησίμευσε ως υπενθύμιση των αξιών που βρίσκονται στο επίκεντρο της διατλαντικής συμμαχίας των φιλελεύθερων δημοκρατιών επί δεκαετίες.

Τους τελευταίους μήνες, εθνικιστές και λαϊκιστές αμφισβήτησαν αυτές τις αξίες και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Τον Ιούνιο, η ψήφος του Ηνωμένου Βασιλείου να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση έδωσε στους λαϊκιστές την πρώτη μεγάλη νίκη της χρονιάς. Στην συνέχεια, τον περασμένο μήνα, η εκλογή του Donald J. Trump στην προεδρία των ΗΠΑ τοποθέτησε στον πιο ισχυρό θώκο έναν υποψήφιο ο οποίος επέδειξε περιφρόνηση στις δημοκρατικές αξίες όπως η ελευθερία του Τύπου, η ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας, καθώς και το κράτος δικαίου. Στην Ευρώπη, ακροδεξιοί πολιτικοί και αυταρχικοί από την Βουδαπέστη μέχρι την Μόσχα επευφημούσαν τη νίκη του Τραμπ˙ οι κατεστημένοι ηγέτες σοκαρίστηκαν. Η Δυτική φιλελεύθερη δημοκρατία, φαινομενικά ανοδική στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου, σήμερα δείχνει ότι απειλείται από όλες τις πλευρές. Αυτές είναι ιδιαίτερα σκοτεινές μέρες για την ευρωπαϊκή δημοκρατία.

Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει ακριβώς το πώς θα κυβερνήσει ο Trump ή ποια εξωτερική πολιτική θα ακολουθήσει. Όμως, ορισμένες από τις επιπτώσεις που θα έχει η προεδρία του σχετικά με την Ευρώπη και την διατλαντική συμμαχία είναι ήδη σαφείς. Η νίκη του Trump δεν θα ωθήσει ακροδεξιούς πολιτικούς στην εξουσία, αλλά μπορεί να ενισχύσει την αυτοπεποίθησή τους καθώς αμφισβητούν τους κατεστημένους πολιτικούς. Για όσους λαϊκιστές βρίσκονται ήδη στην εξουσία, όπως ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας Βίκτορ Όρμπαν και ο Γιάροσλαβ Καζίνσκι, ο επικεφαλής του κυβερνώντος κόμματος του «Νόμου και της Δικαιοσύνης» της Πολωνίας (PiS) και de facto ηγέτης της χώρας, η διοίκηση Trump θα μπορούσε να είναι ένας ισχυρός φίλος.

Οι δηλώσεις στην προεκλογική εκστρατεία του εκλεγέντα προέδρου προτείνουν ότι θα απαιτήσει οι ευρωπαϊκές χώρες να δαπανούν περισσότερα για την υπεράσπισή τους. Αυτή είναι μια λογική θέση, αλλά ο Trump μπορεί να εξουδετερώσει τα οφέλη από τυχόν αύξηση στις ευρωπαϊκές αμυντικές δαπάνες, υπονομεύοντας την αξιοπιστία της συμμαχίας του ΝΑΤΟ. Όσο για την ΕΕ, ως ένας υπερεθνικός οργανισμός που προωθεί τις πολυμερείς εμπορικές συμφωνίες, την ελεύθερη κυκλοφορία, τις περιβαλλοντικές ρυθμίσεις και το διεθνές δίκαιο, ενσωματώνει πολλά από αυτά στα οποία ο Trump είναι κραυγαλέα αντίθετος. Δεν ήταν έκπληξη, όταν, αμέσως μετά το δημοψήφισμα του Ηνωμένου Βασιλείου τον Ιούνιο, ο Trump έγραψε στο Twitter για να κηρύξει τον εαυτό του ως «κύριο Brexit» και έκτοτε έχτισε μια φαινομενική φιλία με τον Nigel Farage, τον πρώην ηγέτη του Κόμματος Ανεξαρτησίας του Ηνωμένου Βασιλείου.

09122016-1.jpg

Ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας Βίκτορ Όρμπαν μιλά στην Βουδαπέστη, τον Οκτώβριο του 2016. LASZLO BALOGH / REUTERS
----------------------------------------------------------

ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΝΤΕΧΕΙ;

Οι τελευταίες δοκιμασίες για το πολιτικό κατεστημένο της Ευρώπης ήρθαν στην Αυστρία και την Ιταλία στις 4 Δεκεμβρίου. Στις προεδρικές εκλογές της Αυστρίας, ο Alexander Van der Bellen, ένας φιλοευρωπαίος πρώην ηγέτης του κόμματος των Πρασίνων, νίκησε τον Norbert Hofer, τον ευρωσκεπτικιστή υποψήφιο του ακροδεξιού, αντι-μεταναστευτικού Κόμματος της Ελευθερίας. Αλλά η ανακούφιση που προκάλεσε η νίκη του Van der Bellen στην πλειοψηφία των Ευρωπαίων ηγετών δεν κράτησε πολύ: Αργότερα την ίδια ημέρα, οι Ιταλοί ψηφοφόροι κατάφεραν ένα πλήγμα στο κατεστημένο της χώρας τους, απορρίπτοντας την διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την συνταγματική μεταρρύθμιση που ο κεντροαριστερός πρωθυπουργός Matteo Renzi είχε μετατρέψει στην ουσία σε μια ψήφο εμπιστοσύνης για την ηγεσία του. Ο Renzi παραιτήθηκε, βυθίζοντας την Ιταλία σε μια περίοδο πολιτικής αβεβαιότητας [5] σε μια στιγμή που αντιμετωπίζει αυξανόμενες πιέσεις στο τραπεζικό σύστημά της και το δημόσιο χρέος της, μια μεταναστευτική κρίση και μια ορμητική λαϊκίστικη ομάδα, το Κίνημα των Πέντε Αστέρων.

Το επόμενο έτος, οι εθνικές εκλογές στην Γαλλία, την Γερμανία και την Ολλανδία θα δοκιμάσουν το εάν οι μετριοπαθείς μπορούν να κρατήσουν την γραμμή [άμυνας] εναντίον των ακροδεξιών δυνάμεων, όπως έκαναν στην Αυστρία. Κατ’ αρχάς, τον Μάρτιο, οι Ολλανδοί ψηφοφόροι θα προσέλθουν στις κάλπες για τις βουλευτικές εκλογές. Ο ένθερμος αντι-ισλαμιστής Geert Wilders και το ακροδεξιό Κόμμα του της Ελευθερίας, κατά πάσα πιθανότητα θα διαγωνιστούν στήθος με στήθος με τον νυν πρωθυπουργό Mark Rutte και το κεντροδεξιό Λαϊκό Κόμμα. Στην συνέχεια, τον Απρίλιο και τον Μάιο, η Γαλλία θα εκλέξει τον νέο πρόεδρο μετά από δύο γύρους ψηφοφορίας. Η Marine Le Pen, η ηγέτις του ακροδεξιού κόμματος Εθνικό Μέτωπο, θα αναδυθεί πιθανώς ως μια από τους δύο κορυφαίους υποψηφίους στον πρώτο γύρο, πιθανότατα απέναντι στον κεντροδεξιό Φρανσουά Φιγιόν του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος στον τελικό γύρο. Τέλος, τον Σεπτέμβριο, η Γερμανία θα διενεργήσει κοινοβουλευτικές εκλογές. Η Άνγκελα Μέρκελ επιδιώκει μια τέταρτη θητεία ως καγκελάριος και αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο ότι, για πρώτη φορά στην μεταπολεμική ιστορία της χώρας, ένα ακροδεξιό κόμμα -το «Εναλλακτική για την Γερμανία» [6]- θα εισέλθει στο ομοσπονδιακό κοινοβούλιο.