Ο Steinmeier βγαίνει μπροστά; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο Steinmeier βγαίνει μπροστά;

Ο επόμενος Πρόεδρος της Γερμανίας θα μπορούσε να διαμορφώσει τις διατλαντικές σχέσεις, εις βάρος της Μέρκελ
Περίληψη: 

Το ανακάτεμα των χαρτιών του SPD με τον Steinmeier στο Bellevue Palace, τον Sigmar Gabriel στο Υπουργείο Εξωτερικών και τον Martin Schulz στο Βερολίνο, έχει εγκλωβίσει την Μέρκελ με προσωπικότητες που θα αντιδράσουν στον Trump σχετικά με πολιτικές που θα θέτουν σε κίνδυνο την Γερμανία και την ΕΕ.

Η SUDHA DAVID-WILP είναι ανώτερη διατλαντική συνεργάτις και αναπληρώτρια διευθύντρια του γραφείου Βερολίνου στο German Marshall Fund των Ηνωμένων Πολιτειών.

Στο τέλος του Ιανουαρίου, ο Frank-Walter Steinmeier [1], τότε υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας, αποχώρησε από την πολιτική σκηνή. Θα επιστρέψει τον Μάρτιο, αλλά αυτή την φορά ως πρόεδρος, αφού εκλεγεί από μια κοινοβουλευτική συνέλευση την Κυριακή. Ως συναινετικός υποψήφιος, η νίκη του δεν αποτελεί έκπληξη. Για την Γερμανία, η χρονική στιγμή είναι τυχαία, δεδομένου ότι η χώρα αντιμετωπίζει πρωτοφανείς προκλήσεις εξωτερικής πολιτικής. Αλλά για την Γερμανίδα καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ [2], η παρουσία του θα μπορούσε να την θέσει σε κίνδυνο καθώς κάνει την προεκλογική εκστρατεία της για να γίνει καγκελάριος για τέταρτη φορά.

Με την πρώτη ματιά, μπορεί να φαίνεται ότι ο Steinmeier έχει παραγκωνιστεί. Μετά από τον χρόνο όπου ενεπλάκη σε διαμεσολαβητική διπλωματία από την Τεχεράνη στο Μινσκ κατά την διάρκεια δύο θητειών ως κορυφαίος απεσταλμένος της Γερμανίας, ο νέος εθιμοτυπικός ρόλος του Steinmeier στο Bellevue Palace μπορεί να φαίνεται σαν περιθωριοποίηση. Αλλά αυτός ο σκληροπυρηνικός δημόσιος λειτουργός θα είναι ο έμπιστος «νούμερο δύο» για την Μέρκελ καθώς η Γερμανία αντιμετωπίζει πολλές υπαρξιακές απειλές. Και σε αυτό, η ομοσπονδιακή προεδρία προσφέρει μια ιδανική θέση από την οποία μπορεί να υπογραμμίσει την δέσμευση της καγκελαρίου υπέρ των δημοκρατικών αξιών [3] και της πολυμερούς συνεργασίας.

Αλλά υπάρχει ένας κίνδυνος για την Μέρκελ, ότι εκείνος θα κερδίσει τις καρδιές των Γερμανών ψηφοφόρων αντιστεκόμενος στον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ [4], και αναβαθμίζοντας ακούσια τους συναδέλφους του Σοσιαλδημοκράτες (SPD). Το SPD έχει αρχίσει να τοποθετείται ως το μόνο προπύργιο της χώρας ενάντια στην «τραμπική» Αμερική, ενώ η Μέρκελ, η επικεφαλής των Χριστιανοδημοκρατών, είναι επιφυλακτική στην προσέγγισή της.

Η παγκόσμια οικονομική κρίση, τα προβλήματα της ευρωζώνης, καθώς και η συνεχιζόμενη εισροή μεταναστών δεν έχουν ανατρέψει την Γερμανία από το να είναι η ηγετική δύναμη της Ευρώπης. Η χώρα έχει διατηρήσει την εξαγωγική ορμή της και ένα χαμηλό ποσοστό ανεργίας. Ο ρόλος της στην διεθνή σκηνή έχει περάσει από το καινοφανές στο κανονικό, και μια αφοσίωση στην ευρωπαϊκή ενότητα καθοδήγησε την χώρα. Ακόμα κι έτσι, τα συνεχή προβλήματα στην ΕΕ και στην ευρωζώνη, έχουν μετατραπεί σε επισημασμένες ρωγμές, με το Brexit και ένα κύμα λαϊκισμού σε όλη την ήπειρο [5].

14022017-1.jpg

Ο Martin Schulz, τότε πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, και η Γερμανίδα καγκελάριος, Άνγκελα Μέρκελ, στις Βρυξέλλες, τον Μάρτιο του 2016. YVES HERMAN / REUTERS
-------------------------------------------------------

Οι υπέρμαχοι του Brexit και οι θαυμαστές τους σε όλη την Ευρώπη θα βάλουν σε περαιτέρω δοκιμασία την Ευρωπαϊκή Ένωση με τις εκλογές στην Ολλανδία και την Γαλλία, αυτή την άνοιξη. Οι ευρωσκεπτικιστές ήταν πάντα μέρος του τοπίου, αλλά για πρώτη φορά, το λαϊκιστικό αίσθημα στις κάλπες θα μπορούσε να σταματήσει την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Η βρετανική αποχώρηση θα είναι περίπλοκη και είναι αρκετά επίπονη, αλλά μια γαλλική έξοδος από την ΕΕ θα ανέτρεπε το ευρωπαϊκό εγχείρημα, δεδομένου ότι η γαλλο-γερμανική συνεργασία αποτελεί την βάση του.

Για να περιπλέξει το πρόβλημα, ο Trump έχει επίσης εκφράσει την περιφρόνησή του προς τις Βρυξέλλες και συνεχάρη ανοιχτά την εκστρατεία υπέρ του «εκτός» μετά το δημοψήφισμα [στην Βρετανία]. Ο Αμερικανός πρόεδρος και οι σύμβουλοί του υποθέτουν ότι η ΕΕ και το ευρώ είναι τα οχήματα της γερμανικής ισχύος, αν και, φυσικά, το ευρωπαϊκό σχέδιο σχεδιάστηκε αρχικά ως ένα εμπόδιο στην γερμανική ηγεμονία και μια εξασφάλιση έναντι μελλοντικών πολέμων. Για πρώτη φορά από την εφαρμογή του Σχεδίου Μάρσαλ πριν από σχεδόν επτά δεκαετίες, η Γερμανία αντιμετωπίζει έναν Λευκό Οίκο που είναι στην καλύτερη περίπτωση αδιάφορος για την Ευρώπη και στην χειρότερη είναι έτοιμος να υπονομεύσει την ΕΕ, με το να ενθαρρύνει τις εθνικιστικές δυνάμεις για να απελευθερωθούν από τις Βρυξέλλες.

Οι Γερμανοί ψηφοφόροι έχουν επίγνωση του κινδύνου. Σύμφωνα με την DeutschlandTrend, τον περασμένο Νοέμβριο, το 59% των Γερμανών θεωρούν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν ένας έμπιστος συνεργάτης˙ σήμερα, το ποσοστό αυτό έχει πέσει στο 22%, στο ίδιο επίπεδο με την θεώρησή τους για την Ρωσία. Αυτό παρουσιάζει ένα πρόβλημα για την Μέρκελ γιατί θα πρέπει να πλοηγηθεί στην περίπλοκη πλέον αμερικανο-γερμανική σχέση. Ως καγκελάριος, θα πρέπει να είναι ρεαλίστρια και να μην επιδοθεί σε πάρα πολύ σκληρή ρητορική, κάτι που θα μπορούσε να απογοητεύσει ένα εκλογικό σώμα που δείχνει σημάδια κόπωσης από την Μέρκελ. Κατά το τελευταίο έτος, έχει χάσει την πολυπόθητη θέση της ως μια από τους κορυφαίους τρεις πιο δημοφιλείς πολιτικούς στην Γερμανία. Δεν είναι μόνο ότι αντιμετωπίζει επιθέσεις από τα αριστερά, αλλά φωνές στην δική της συντηρητική κοινοβουλευτική ομάδα την έχουν επικρίνει για την προσφυγική πολιτική της. Την κατηγορούν επίσης ότι άφησε ένα κενό ανοιχτό προς τα δεξιά για το εθνικιστικό κόμμα Εναλλακτική για την Γερμανία (AFD), το οποίο είναι έντονα κατά των διασώσεων στην ευρωζώνη και υπέρμαχο των ορίων στην μετανάστευση.

Νιώθοντας την πίεση, η Μέρκελ περιποιείται τους ψηφοφόρους της με το να κάνει πιο αυστηρή την εσωτερική ασφάλεια. Δεν θα έχει πάντα το περιθώριο για να επιπλήξει τον Trump, δεδομένου ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ένας ουσιαστικός εταίρος στην ανταλλαγή πληροφοριών και στο εμπόριο. Και εδώ είναι που υπεισέρχεται ο Steinmeier. Είναι συνηθισμένος να παίζει έναν υποστηρικτικό ρόλο -σε κάποια στιγμή ήταν αντικαγκελάριος. Η Μέρκελ θα χρειαστεί την βοήθειά του για να κρατήσουν ενωμένη την Ευρώπη και να κρατήσουν τις αρχές και αξίες όταν θα αντιμετωπίζουν ανταγωνιστική ρητορική από τον Λευκό Οίκο.