Τα οικονομικά της εξάρτησης | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Τα οικονομικά της εξάρτησης

Πώς κάποιες χώρες έφτασαν στο δημογραφικό βέλτιστο σημείο
Περίληψη: 

Για τις πλούσιες χώρες, ο δρόμος προς τα εμπρός είναι ανεξερεύνητος αλλά δυνητικά υποσχόμενος. Από τη μια πλευρά, οι ανεπτυγμένες χώρες δεν θα είναι πλέον σε θέση να επωφεληθούν από ένα δημογραφικό μέρισμα. Από την άλλη πλευρά, θα μπορούσαν να προσφέρουν τα τεράστια αποθέματα του κεφαλαίου τους και την τεχνογνωσία τους για να βοηθήσουν στην βελτίωση των οικονομιών της υποσαχάριας Αφρικής και της Νότιας Ασίας.

Ο SAMI J. KARAM είναι ιδρυτής και συντάκτης του populyst.net [1].

Τα δημογραφικά είναι από τις πιο σημαντικές επιρροές στην συνολική οικονομική επίδοση μιας χώρας, αλλά σε σύγκριση με άλλους συντελεστές όπως η ποιότητα της διακυβέρνησης ή των θεσμών, ο αντίκτυπός τους είναι υποτιμημένος. Δημογραφικοί παράγοντες [2] όπως η ηλικιακή δομή του πληθυσμού, μπορούν να καθορίσουν αν μια δεδομένη οικονομία θα αναπτυχθεί ή θα μείνει στάσιμη [3] σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό από όσο μπορούν να το κάνουν περισσότερο προφανείς αιτίες, όπως η κυβερνητική πολιτική. Μία από τις πιο επακόλουθες πτυχές των δημογραφικών που έχουν σχέση με την οικονομία είναι ένα φαινόμενο που είναι γνωστό ως «δημογραφικό μέρισμα», το οποίο αναφέρεται στην ώθηση της οικονομικής ανάπτυξης η οποία συμβαίνει όταν μια μείωση της συνολικής γονιμότητας, και η επακόλουθη είσοδος των γυναικών στην δύναμη των εργαζομένων [4], αυξάνει τον αριθμό των εργαζομένων (και έτσι μειώνει τον αριθμό των εξαρτώμενων) σε σχέση με το σύνολο του πληθυσμού. Το δημογραφικό μέρισμα συνέβαλε σε μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του εικοστού αιώνα, και η ικανότητα των χωρών να κατανοήσουν και να συλλάβουν αυτό το μέρισμα θα συνεχίσει να διαμορφώνει τις οικονομικές τους προοπτικές και στο μέλλον.

BABY BOOM

Πριν από τον εικοστό αιώνα, η ηλικιακή διάρθρωση των περισσότερων πληθυσμών θα μπορούσε να απεικονιστεί ως μια πυραμίδα. Τα υψηλά ποσοστά γονιμότητας και θνησιμότητας σήμαιναν ότι τα πολύ νεαρά άτομα, που αποτελούσαν την ευρεία βάση της πυραμίδας, ήταν πάντα η πιο πολυπληθής ομάδα σε μια κοινωνία, με έναν μειούμενο αριθμό ανθρώπων σε κάθε διαδοχική κατηγορία ηλικίας να σχηματίζει τις πλευρές της πυραμίδας που στενεύουν, με αποκορύφωμα την κορυφή, η οποία περιείχε έναν μικρό αριθμό πολύ ηλικιωμένων. Σε αυτές τις κοινωνίες, η «αναλογία εξάρτησης» (dependency ratio) ή η αναλογία των εξαρτώμενων από τους εργαζομένους -που ορίζεται από τον ΟΗΕ ως ο αριθμός των ατόμων κάτω των 15 και άνω των 64 ετών που διαιρείται με τον αριθμό των ατόμων μεταξύ 15 και 64- ήταν περισσότερο ή λιγότερο σταθερή, πράγμα που σημαίνει ότι τις περισσότερες φορές υπήρχε ένας σταθερός και επαρκής αριθμός εργαζομένων για την φροντίδα των εξαρτώμενων ατόμων, που είναι τα παιδιά και οι ηλικιωμένοι. Μόνο οι μεγάλοι πόλεμοι, οι πανδημίες ή οι βαθιές οικονομικές κρίσεις διατάρασσαν το σχήμα της πυραμίδας.

Στον εικοστό αιώνα, ωστόσο, η δημογραφία στις βιομηχανικές χώρες έγινε πιο ασταθής ως αποτέλεσμα κρίσεων όπως οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι και η Μεγάλη Ύφεση. Για παράδειγμα, στις Ηνωμένες Πολιτείες, το συνολικό ποσοστό γονιμότητας, που μετρά τον μέσο αριθμό παιδιών ανά γυναίκα, μειώθηκε από 3,0 στα μέσα της δεκαετίας του 1920 στο 2,2 στα μέσα της δεκαετίας του 1930. Στην συνέχεια, κατά την διάρκεια της μεταπολεμικής έκρηξης των γεννήσεων, η συνολική γονιμότητα εκτοξεύτηκε στο 3,7 στα τέλη της δεκαετίας του 1950, πριν να πέσει στο 1,8 στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, η γονιμότητα των ΗΠΑ κυμάνθηκε εντός του εύρους 1,8 με 2,1.

Ήταν αυτή η μεταβλητότητα που επέτρεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως και σε βιομηχανικές χώρες αλλού, να επωφεληθούν από το δημογραφικό μέρισμα. Στην ουσία, το δημογραφικό μέρισμα είναι αυτό που συμβαίνει όταν η αύξηση του σε ηλικία εργασίας πληθυσμού μιας χώρας συμπίπτει με μια μείωση του δείκτη εξάρτησης. Αυτό είναι συνήθως το αποτέλεσμα δύο σχετικών εξελίξεων: Πρώτον, της μείωσης της γονιμότητας [5], η οποία μειώνει τον αριθμό των εξαρτώμενων παιδιών σε σχέση με τους ενήλικες˙ και δεύτερον, της αύξησης της συμμετοχής των γυναικών στο εργατικό δυναμικό, κάτι που γίνεται δυνατόν εξαιτίας της μείωσης της γονιμότητας, καθώς και από ευρύτερες κοινωνικές τάσεις όπως η γυναικεία παιδεία και η αλλαγή των πολιτιστικών προτύπων γύρω από τις γυναίκες και την εργασία. Ο συνδυασμός των δύο σημαίνει ότι υπάρχει μεγαλύτερο κατά κεφαλήν εισόδημα, απελευθερώνοντας χρήματα για επιλεκτικές δαπάνες για εισόδημα και επενδύσεις.

28022017-1.jpg

Το παιδί μιας μαίας σε αιώρα μέσα σε ένα μαιευτήριο στο Καράτσι, τον Οκτώβριο του 2011. INSIYA SYED / REUTERS
-----------------------------------------------------------

Σκεφτείτε την περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και μετά. Μεταξύ 1975 και 2015, το μέγεθος του πληθυσμού των σε ηλικία εργασίας Αμερικανών αυξήθηκε από 141 εκατομμύρια σε 213 εκατ. Ταυτόχρονα, τα σύγχρονα κοινωνικά πρότυπα και οι νέες τεχνολογίες, όπως τα αντισυλληπτικά και το πλυντήριο, απελευθέρωσαν από τους περιορισμούς του νοικοκυριού και της ανατροφής των παιδιών περισσότερες γυναίκες από ποτέ. Σύμφωνα με το Υπουργείο Εργασίας των ΗΠΑ, [6], το 1940 μόνο το 20% των Αμερικανίδων ήταν στο εργατικό δυναμικό, και το 1966 ο αριθμός αυτός ήταν ακόμα μόνο 40%. Αλλά από το 1998, το 60% των γυναικών εργάζονταν, αντιπροσωπεύοντας πάνω από το 45% του εργατικού δυναμικού των ΗΠΑ. Καθ’ όλη αυτή την περίοδο, οι λιγότερες γεννήσεις και οι περισσότεροι εργαζόμενοι συνδυάστηκαν για την μείωση του δείκτη εξάρτησης. Οι τάσεις αυτές ήταν μια σημαντική κινητήρια δύναμη της μεγάλης οικονομικής άνθησης που ξεκίνησε το 1983 και τελείωσε με το οικονομικό κραχ του 2007-08. Κατά την διάρκεια της άνθησης, το πραγματικό ΑΕΠ των ΗΠΑ αυξανόταν κατά μέσο όρο 3,4% σε ετήσια βάση.