Ο θάνατος και η ζωή της σοσιαλδημοκρατίας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο θάνατος και η ζωή της σοσιαλδημοκρατίας

Γιατί ο ιδεαλισμός τελικά χτυπά τον λαϊκισμό
Περίληψη: 

Αυτό που διακυβεύεται στο πολυάσχολο εκλογικό ημερολόγιο της Ευρώπης για το 2017 δεν είναι μόνο η υπερβολική άνοδος του λαϊκισμού, αλλά και η εκλογική σημασία των κοινωνικοδημοκρατικών αξιών στην μεταβιομηχανική εποχή. Η ΠΑΣΟΚοποίηση είναι ένα εύλογο αποτέλεσμα και μάλιστα πλήττει καθιερωμένα κόμματα που δεν έχουν απαντήσει στα ουσιαστικά ερωτήματα που θέτουν οι λαϊκιστές.

Ο PIERPAOLO BARBIERI είναι εκτελεστικός διευθυντής της Greenmantle και ανώτερος συνεργάτης στο Πρόγραμμα Εφαρμοσμένης Ιστορίας της Σχολής Kennedy του Harvard. Εργάζεται σε ένα βιβλίο σχετικά με την άνοδο και την πτώση του λατινοαμερικανικού λαϊκισμού.

Το φαινομενικά ατελείωτο ρεύμα των ιστοριών της «ανόδου του λαϊκισμού» [1] όπως η πρόσφατη -τα αποτελέσματα των γαλλικών εκλογών που βάζουν την Marine Le Pen στον προεδρικό δεύτερο γύρο- αγνοούν μια συμπληρωματική και όχι λιγότερο σημαντική τάση στην Δυτική πολιτική: Την πτώση της σοσιαλδημοκρατίας [2].

Όχι πολύ καιρό πριν, φάνηκε ότι η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία -ο γάμος του καπιταλισμού της ελεύθερης αγοράς με κάποια μορφή κοινωνικής ασφάλειας- κατακτούσε τον κόσμο. Σε αυτήν την εφήμερη στιγμή που «η ιστορία τελείωσε», οι κεντροαριστεροί πολιτικοί υλοποίησαν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα ευχαριστούσαν την Μάργκαρετ Θάτσερ, ενώ διατηρούσαν με υπερηφάνεια και μερικές φορές βάθαιναν την κοινωνική προστασία. Υπήρχαν πάντα κάποιες ευρωπαϊκές αντιστάσεις, αλλά μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1990 πολλοί ακολούθησαν τον πολιτικό «τρίτο δρόμο» που συνδέθηκε στενά με την νεανική καλή εμφάνιση του Bill Clinton των Ηνωμένων Πολιτειών, του Τόνι Μπλερ του Ηνωμένου Βασιλείου και του Gerhard Schröder της Γερμανίας.

Η παγκόσμια οικονομική κρίση που έπληξε τις κεφαλαιαγορές και η νεοφιλελεύθερη συναίνεση της Ουάσινγκτον την περίοδο 2007-2008 μπόρεσαν να προκαλέσουν μια περαιτέρω μετακίνηση προς τα Αριστερά. Η κατάρρευση της αγοράς, πολλοί σκέφτηκαν [4], θα έφερναν αυστηρότερους κανόνες στην αγορά, πράγμα που θα ωφελούσε εκείνους στην Αριστερά που επιθυμούσαν μεγαλύτερη ανακατανομή του εισοδήματος και λιγότερο φονταμενταλισμό της αγοράς. Ακόμα και το ένθερμο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έγινε μεταμελημένο, αποδυναμώνοντας την υπόθεση για τουλάχιστον μερικές από τις πιο ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις της ελεύθερης αγοράς που υποστήριζε κάποτε.

Ωστόσο, λίγοι θυμούνται τις εκκλήσεις για μια επανάσταση που δεν υλοποιείται. Η κρίση δεν προκάλεσε το απόγειο των σοσιαλδημοκρατών. Αντίθετα, προκάλεσε την διάλυση τους. Πράγματι, αντί για την άνοδο του λαϊκισμού, το πιο κοντινό σε πολιτική τάση στον ανεπτυγμένο κόσμο σήμερα είναι η πτώση της κεντροαριστεράς.

Όπως και με την οικονομική κρίση στην Ευρώπη, το πρώτο θύμα ήταν η Ελλάδα. Το μακράς ζωής κεντροευρωπαϊκό Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κόμμα, γνωστό και ως ΠΑΣΟΚ, κέρδισε αποφασιστικά τις ευρωπαϊκές και εθνικές εκλογές το 2009, τις τελευταίες με το 43,9% των ψήφων [5]. Καθώς αυξάνονταν οι ανησυχίες για τα ελλείμματα της Ελλάδας κατά την διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, ο ηγέτης του ΠΑΣΟΚ, Γιώργος Παπανδρέου, υποσχέθηκε ότι «λεφτά υπάρχουν» κρυμμένα [6]. Δεν υπήρχαν. Η Ελλάδα χρειάστηκε τρία και στην συνέχεια τέσσερα προγράμματα διάσωσης και το κόμμα υπέστη τις συνέπειες. Οι κομματικές ανατροπές επιταχύνθηκαν ως ένας φαύλος κύκλος που συνέδεε τα μέτρα λιτότητας με μια πρωτοφανή μείωση της λαϊκής υποστήριξης. Μέχρι τον Οκτώβριο του 2011, πάνω από το 90% των ψηφοφόρων δήλωσαν ότι «απογοητεύτηκαν» από την κυβέρνηση [7]. Ο Παπανδρέου έφυγε σύντομα στην συνέχεια, αποσυρόμενος από την εθνική πολιτική, αλλά με κάποιο τρόπο παραμένοντας στην θέση του επικεφαλής [8] της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, της παγκόσμιας ένωσης σοσιαλιστικών και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων.

Η αναχώρηση του Παπανδρέου έκανε λίγα για να σταματήσει την αιμορραγία. Το ΠΑΣΟΚ συρρικνώθηκε θεαματικά σε κάθε μια από τις τρεις επόμενες κοινοβουλευτικές εκλογές, στο 13%, στην συνέχεια στο 12,3%, και τέλος στο 4%. Συνενώθηκε με ένα άλλο αριστερό κόμμα, την ΔΗΜΑΡ, στα τέλη του 2015. Αλλά οι δύο κράτησαν μόνο το 6% των ψήφων. Η κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ ενίσχυσε ένα κόμμα που υπήρχε στην άκρα αριστερά: Τον ΣΥΡΙΖΑ, τους λαϊκιστές ριζοσπάστες με επικεφαλής τον Αλέξη Τσίπρα. Αυτοί είναι οι ίδιοι ριζοσπάστες που συνήθως βρίσκονταν δημοσκοπικά κάτω από το 5%, και που τώρα, με τον Τσίπρα ως πρωθυπουργό, διοικούν το κράτος.

Η πτώση του ΠΑΣΟΚ ήταν τόσο έντονη που δημιούργησε ένα νέο πολιτικό όρο: Την «ΠΑΣΟΚοποίηση» [9], που αναφέρεται στην κατάρρευση της καθιερωμένης κεντροαριστεράς. Είναι λογικό ότι ο όρος βρήκε έδαφος στην Ισπανία, η οποία σύντομα έπεσε θύμα της δικής της οικονομικής κρίσης. Μετά από μια δεκαετία κυριαρχίας από τους κεντροαριστερούς Σοσιαλιστές, το PSOE, οι συντηρητικοί του Mariano Rajoy, κέρδισαν το 2012. Έχοντας έρθει στην εξουσία στη μέση μιας τραπεζικής κρίσης, ο Rajoy έμεινε με το καθήκον να εφαρμόσει δύσκολες περικοπές δαπανών και να αναδιαρθρώσει το εγχώριο οικονομικό σύστημα με ευρωπαϊκά κονδύλια. Και όμως, οι συντηρητικοί του δεν υπέφεραν από την μοίρα του ΠΑΣΟΚ. Αντ’ αυτού, το έπαθε η αντιπολίτευση.

Το PSOE γρήγορα έμεινε πίσω από το καινοφανές, κατά του κατεστημένου Podemos, το οποίο προέκυψε από τις διαμαρτυρίες κατά της λιτότητας το 2013 και οφείλει πολλά στις μεθόδους και το μήνυμα των Λατινοαμερικανών λαϊκιστών. Μια σκιά του παλιού εαυτού του, το PSOE απέτυχε να ανατρέψει τον Rajoy μετά από δύο εκλογές, μερικά σκάνδαλα διαφθοράς, ακόμα και το Brexit, οδηγώντας σε μια νέα μειονοτική συντηρητική κυβέρνηση από το περασμένο καλοκαίρι.

27042017-1.jpg

Διαδηλωτές έξω από το ολλανδικό κοινοβούλιο, τον Μάρτιο του 2017. MICHAEL KOOREN / REUTERS
--------------------------------------------------

Η ίδια ιστορία έχει παιχτεί και αλλού. Στο Λονδίνο, οι συντηρητικοί βρίσκονται στην εξουσία με ασφάλεια, παρά τον δικό τους εμφύλιο πόλεμο για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οφείλουν την επιτυχία τους μόνο στην κατάρρευση των Εργατικών [10] υπό τον ακροαριστερό ηγέτη τους, τον Τζέρεμι Κόρμπιν και τους ακολούθους του. Ακριβώς λόγω του ακόμη αβέβαιου Brexit, η συντηρητική πρωθυπουργός Theresa May δεν μπόρεσε να αντισταθεί στον πειρασμό των πρόωρων εκλογών αυτό το καλοκαίρι: Είναι πιθανό να εξασφαλίσει την μεγαλύτερη πλειοψηφία των Tory μετά τις μεταπολεμικές εκλογές του 1983.