Η εμβαλωματική εξωτερική πολιτική της Τουρκίας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η εμβαλωματική εξωτερική πολιτική της Τουρκίας

Μεταξύ ισλαμισμού και πραγματισμού
Περίληψη: 

Αυτό που φάνηκε το 2011 ως μια συνεκτική, προληπτική, πανισλαμιστική μεγάλη στρατηγική έχει δώσει την θέση του σε μια αντιδραστική και εμβαλωματική προσέγγιση. Ωστόσο, η ιδεολογία που υποστηρίζει την αρχική μεγάλη στρατηγική επιμένει, περιοριζόμενη μόνο από τις τακτικές ανάγκες και τις απειλές κατά της κυριαρχίας του Ερντογάν.

Ο AYKAN ERDEMIR είναι πρώην μέλος του Τουρκικού Κοινοβουλίου και ανώτερος συνεργάτης του Ιδρύματος για την Προάσπιση των Δημοκρατιών (Foundation for Defense of Democracies).
Η MERVE TAHIROGLU είναι ερευνητική συνεργάτις του Ιδρύματος για την Προάσπιση των Δημοκρατιών (Foundation for Defense of Democracies).

Η σταθερή διολίσθηση της Τουρκίας στον αυταρχισμό υπό τον πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν [1] συνοδεύτηκε από μια αλλοπρόσαλλη εξωτερική πολιτική. Από τότε που ανέβηκε στην εξουσία το 2002, ο Ερντογάν συνδύασε τη νεο-οθωμανική [2] ρητορική εγχωρίως με τις παν-ισλαμικές φιλοδοξίες στο εξωτερικό, υποστηρίζοντας την Μουσουλμανική Αδελφότητα παγκοσμίως και, πιο πρόσφατα, υποστηρίζοντας τζιχαντιστικούς πληρεξούσιους στην Συρία. Ωστόσο, η αλλαγή των εγχώριων συμμαχιών και οι αποτυχίες της εξωτερικής πολιτικής έχουν περιορίσει την ικανότητα του Τούρκου ισχυρού άνδρα [3] να δρα μόνο με ιδεολογικές αρχές. Η προκύπτουσα ένταση -μεταξύ του ισλαμιστικού ζήλου του Ερντογάν και του αναγκαστικού ρεαλισμού του- βοηθάει να εξηγηθεί η εμβαλωματική εξωτερική πολιτική της Άγκυρας στην Μέση Ανατολή και πέρα από αυτήν.

06072017-1.jpg

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν σε χειραψία με τον υπουργό Άμυνας του Κατάρ, Khalid bin Mohammed al-Attiyah, στην Άγκυρα, τον Ιούλιο του 2017. REUTERS
--------------------------------------------------------------------

ΚΡΑΤΗ ΣΕ ΑΛΛΑΓΗ

Τα τελευταία τέσσερα χρόνια, ο Ερντογάν επέζησε δύο προσπαθειών να τον ανατρέψουν: Ένα σκάνδαλο διαφθοράς-ορόσημο το 2013 και μια αιματηρή προσπάθεια πραξικοπήματος το περασμένο καλοκαίρι. Το κίνημα Gulen [4], του εγγύτερου πολιτικού συμμάχου του Ερντογάν μεταξύ 2002 και 2013, διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο και στις δύο προσπάθειες [5]. Ο φαύλος αγώνας [6] μέσα στο κυβερνών μπλοκ της Τουρκίας οδήγησε τον Ερντογάν να εκκαθαρίσει [7] την πολιτική και γραφειοκρατική ελίτ της χώρας, αντικαθιστώντας τους Γκιουλενιστές με τους υπερεθνικιστές [8]. Εν τω μεταξύ, η αποτυχία της προσπάθειας της Άγκυρας να επιλύσει την σύγκρουσή της με τις κουρδικές ομάδες το 2015 και η άνοδος των τζιχαντιστών στην γειτονική Συρία οδήγησαν σε περιοδικές τρομοκρατικές επιθέσεις στην Τουρκία [9], προκαλώντας πρωτοφανείς θανάτους. Ως αποτέλεσμα, τόσο ο τουρκικός λαός όσο και ο ηγέτης τους έχουν γίνει πιο παρανοϊκοί και εθνικιστές.

Η γειτονιά της Τουρκίας έχει επίσης μεταμορφωθεί. Οι ισλαμιστές που συνδέονται με την Μουσουλμανική Αδελφότητα, που φαίνονταν ανερχόμενοι κατά την διάρκεια της Αραβικής Άνοιξης, τώρα δείχνουν να έχουν εξοριστεί στο περιθώριο της πολιτικής της Μέσης Ανατολής από τους ισχυρούς αντιπάλους της Αδελφότητας στην περιοχή -δηλαδή την Σαουδική Αραβία [10] και την Αίγυπτο του προέδρου Abdel Fattah el-Sisi [11]. Η κρίση του Κόλπου αυτό το καλοκαίρι, που κορυφώθηκε με μια συντονισμένη διπλωματική επίθεση στο Κατάρ, τον κορυφαίο προστάτη της Αδελφότητας μαζί με την Τουρκία, αποτελούσε ακόμα ένα εμπόδιο για το πολιτικό Ισλάμ. Η Άγκυρα, έχοντας συμπαραταχθεί με τους ισλαμιστές από την έναρξη της Αραβικής Άνοιξης μόνο για να τους δει να αποτυγχάνουν να κρατήσουν την εξουσία, βρέθηκε στην μεριά των χαμένων [12] της περιφερειακής διπλωματίας. Από το 2013, οι σχέσεις της Τουρκίας με την Αίγυπτο και την Λιβύη ήταν ανταγωνιστικές, και εκείνες με το μπλοκ υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας έχουν γίνει τεταμένες. Οι παρατάξεις που υποστηρίζονται από την Τουρκία και το Κατάρ εξακολουθούν να αγωνίζονται σε έναν πόλεμο πληρεξούσιων [13] κατά των δυνάμεων που υποστηρίζονται από την Αίγυπτο και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα στην Λιβύη. Η ισχυρή υποστήριξη του Ερντογάν προς το Κατάρ [14] στην τελευταία κρίση μόνο θα απομονώσει περαιτέρω την Τουρκία στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Η εθνικιστική στροφή του Ερντογάν, που γεννήθηκε από αναγκαιότητα, δεν έχει εξαλείψει τον διαρκή ισλαμιστικό τόνο της εξωτερικής πολιτικής του.

Ωστόσο, η πιο επείγουσα ανησυχία της Άγκυρας εστιάζεται στην γειτονική Συρία. Καθώς η χώρα ενεπλάκη σε εμφύλιο πόλεμο, οι κουρδικής πλειοψηφίας περιοχές της απέκτησαν de facto αυτονομία υπό την ηγεσία του Δημοκρατικού Κόμματος (PYD), θυγατρικού του Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (PKK), μιας τρομοκρατικής οργάνωσης που έχει αγωνιστεί μια 40ετή εξέγερση εναντίον του τουρκικού κράτους. Η ανάδυση των τζιχαντιστών μαχητών, συμπεριλαμβανομένου του Ισλαμικού Κράτους (επίσης γνωστού ως ISIS), υποχρέωσε εν τω μεταξύ τις αμυντικές μονάδες του PYD να προστατευθούν με την επέκταση του ελέγχου τους [15] πέρα από τις κουρδικές περιοχές της Συρίας, στις πόλεις αραβικής πλειοψηφίας. Από την άποψη της Άγκυρας, η πολιτική και στρατιωτική πρόοδος της Rojava, όπως ονομάζεται το αυτοδιοικούμενο κουρδικό κρατίδιο στην βόρεια Συρία, είναι μια ανεπιθύμητη [16] έμπνευση για τους Κούρδους στην τουρκική πλευρά των συνόρων. Εξ άλλου, η γραφειοκρατία ασφαλείας της Τουρκίας θεωρεί ότι η Rojava που κυριαρχείται από το PYD είναι ένα εφαλτήριο [17] για το PKK και ως εκ τούτου μια υπαρξιακή απειλή για την Τουρκία -και μάλιστα από το 2015 που ξανάρχισε ο διακοπτόμενος πόλεμος της Άγκυρας [18] με τους Κούρδους αντάρτες.

Η ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΗ ΣΤΡΟΦΗ

Η άνοδος του αντι-κουρδικού αισθήματος στην Τουρκία, καθώς και ο αντιληπτός κίνδυνος που θέτει η Ροζάβα στο τουρκικό κράτος, συνέπεσε με την άνοδο μιας νέας υπαρξιακής απειλής για την μονοκρατορία του Ερντογάν, που αντιπροσωπεύθηκε από την απόπειρα πραξικοπήματος του περασμένου καλοκαιριού. Το πραξικόπημα μόνο ενίσχυσε τα πάθη του χωρισμού του προέδρου με τους γκιουλενιστές και έσπρωξε τον Ερντογάν να φλερτάρει με τους Τούρκους υπερεθνικιστικές, ένα σχετικά κοσμικό πολιτικό και στρατιωτικό κατεστημένο, το οποίο είχε απορρίψει προηγουμένως [19]. Πράγματι, αυτή η νέα συμμαχία είναι ο μεγαλύτερος περιορισμός [19] στην επιδίωξη της ιδανικής εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής του. Ο Ερντογάν, ο πρώτος Τούρκος ηγέτης που επιζήτησε μια ολοκληρωμένη πολιτική λύση στην σύγκρουση με τους Κούρδους, διεξάγει τώρα μια βίαιη εκστρατεία [20] στον κυριαρχούμενο από Κούρδους νότο και σκιαγραφεί την Rojava ως την κορυφαία απειλή για την ασφάλεια της Τουρκίας.