Πώς ο ερντογανισμός σκοτώνει την τουρκική δημοκρατία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πώς ο ερντογανισμός σκοτώνει την τουρκική δημοκρατία

Το τέλος της πολιτικής αντιπολίτευσης
Περίληψη: 

Το πρόβλημα με τον ερντογανισμό, είναι ότι παρ' όλο που το ήμισυ της Τουρκίας λατρεύει τον Ερντογάν, το άλλο μισό τον σιχαίνεται. Εφόσον ο ερντογανισμός απονομιμοποιεί όλη την αντιπολίτευση, 40 εκατομμύρια εκ των 80 εκατομμυρίων κατοίκων της Τουρκίας παραμένουν εκτός.

Ο SONER CAGAPTAY είναι ανώτερος συνεργάτης στο Ινστιτούτο της Ουάσινγκτον για την Πολιτική της Εγγύς Ανατολής (Washington Institute for Near East Policy) και ο συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο The New Sultan: Erdogan and the Crisis of Modern Turkey [1].
Η OYA ROSE AKTAS είναι ερευνητική βοηθός στο Ινστιτούτο της Ουάσινγκτον για την Πολιτική της Εγγύς Ανατολής (Washington Institute for Near East Policy).

Η Τουρκία αναμφισβήτητα μετασχηματίστηκε από το αποτυχημένο πραξικόπημα του περασμένου Ιουλίου. Ο πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν [2], έχοντας μόλις επιζήσει από μια προσπάθεια κατά της ζωής του, έχει γίνει ένας Τούρκος Μουσουλμάνος μεσσίας στα μάτια των υποστηρικτών του: Είναι ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης του έθνους, επιφορτισμένος με την αναζωογόνηση της μουσουλμανικής umma, της παγκόσμιας μουσουλμανικής κοινότητας [3]. Η αντιπολίτευση έχει γίνει βλασφημία. Όσοι αρνούνται να τον υποστηρίξουν είναι αντι-Τούρκοι και αντι-Μουσουλμάνοι και επομένως εχθροί του κράτους. Πρόκειται για τρομερά νέα για την δημοκρατία της Τουρκίας, η οποία χρειάζεται μια υγιή αντιπολίτευση για να επιβιώσει.

07072017-1.jpg

Ο Τούρκος πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν κατά την διάρκεια μιας συγκέντρωσης στην Κωνσταντινούπολη, τον Σεπτέμβριο του 2015. MURAD SEZER / REUTERS
--------------------------------------------------------------------

Ο Ερντογάν, ένας Δεξιός ηγέτης, πρωτοεμφανίστηκε το 2003 ως πρωθυπουργός μέσω του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ). Έγινε πρόεδρος το 2014. Εκείνη την εποχή, ειδικά κατά την τελευταία δεκαετία, σημείωσε οικονομική ανάπτυξη, γεγονός που τον βοήθησε να αυξήσει το μερίδιο ψήφων του ΑΚΡ. Πιο ύπουλα, δαιμονοποίησε επίσης εκλογικά σώματα που ήταν απίθανο να τον ψηφίσουν, συμπεριλαμβανομένων των κοσμικών, των φιλελεύθερων, των σοσιαλδημοκρατών, των Αριστερών και των Κούρδων. Αυτή η στρατηγική δημιούργησε για τον Ερντογάν μια μεγάλη βάση αποτελούμενη από συντηρητικούς και πολιτικούς ισλαμιστές.

Μετά το 2014, ο Ερντογάν προσπάθησε να μετατρέψει το τουρκικό πολιτικό σύστημα σε εκτελεστικό προεδρικό, με το οποίο, ως πρόεδρος, θα ενσωμάτωνε τις εξουσίες του αρχηγού του κράτους, του επικεφαλής της κυβέρνησης και του επικεφαλής του κυβερνώντος κόμματος. Αυτό φάνηκε ως ένας ψηλός στόχος. Ο Ερντογάν έπρεπε να κερδίσει ένα λαϊκό δημοψήφισμα για να αλλάξει το Σύνταγμα προτού γίνει παντοδύναμος, αλλά το ΑΚΡ του δεν είχε λάβει ποτέ περισσότερο από το 50% των ψήφων.

Σχεδόν δύο χρόνια αργότερα, οι προεδρικές φιλοδοξίες του Ερντογάν επανεμφανίστηκαν μέσα από μια κρίση που απείλησε να τον καταστρέψει εξ ολοκλήρου: Την απόπειρα πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου [4]. Πριν από αυτό, ο Ερντογάν υπήρξε ήδη ένας από τους ισχυρότερους ηγέτες της Τουρκίας. Επιβιώνοντας από μια απόπειρα κατά της ζωής του και στην συνέχεια νικώντας τους εχθρούς του, ειδικά το κίνημα Gulen -ένας πρώην σύμμαχος που φαίνεται να έχει διαδραματίσει βασικό ρόλο στο πραξικόπημα- μόνο κέρδισε σε ανάστημα, το οποίο στην συνέχεια μόχλευσε σε ένα βιαστικό συνταγματικό δημοψήφισμα για να επιτύχει τις πολιτικές του φιλοδοξίες.

Μετά το πραξικόπημα, ο Ερντογάν αντιμετώπισε τις επιλογές είτε της συμφιλίωσης είτε της περαιτέρω πόλωσης. Έκανε αυτό που η συγγραφέας Busra Erkara περιέγραψε στους New York Times ως την «αλάθητη επιλογή να διογκώσει, να αναμορφώσει και να κεφαλαιοποιήσει από το συλλογικό άγχος αντί να το καταπραΰνει» [5]. Και άγχος υπήρξε: Η πρωτεύουσα της χώρας, η Άγκυρα, η οποία δεν είχε υποστεί επίθεση από τότε που επέδραμε ο Ταμερλάνος το 1402, βομβαρδίστηκε επανειλημμένα από πραξικοπηματίες, οι οποίοι έπληξαν άμεσα το κοινοβούλιο. Οι προσπάθειες του Ερντογάν να χρησιμοποιήσει αυτόν τον φόβο έχουν απελευθέρωσε δυνάμεις άνευ προηγουμένου στην ιστορία της τουρκικής δημοκρατίας.

ΦΟΒΟΣ ΚΑΙ ΟΡΓΗ

Η απόπειρα πραξικοπήματος, με το να στοχεύσει άμεσα το τουρκικό κράτος, αναστάτωσε τον υπαρξιακό φόβο και την οργή μεταξύ της κυβέρνησης και των υποστηρικτών της. Αν και το πραξικόπημα απεφεύχθη μέσα σε λίγες ώρες, η επακόλουθη εκκαθάριση των εικαζόμενων ως συνωμοτών γκιουλενιστών μεταμορφώθηκε σε κυνήγι μαγισσών που συνεχίζεται ως σήμερα και έχει διευρυνθεί ώστε να περιλαμβάνει όλους τους αντιπάλους του Ερντογάν: Φιλελεύθερους, Αριστερούς, Κούρδους εθνικιστές και όποιον άλλον αψηφούσε τον Ερντογάν.

07072017-2.jpg

Μια διαδήλωση διαμαρτυρίας εναντίον της κράτησης του βουλευτή Enis Berberoglu στην επαρχία Kocaeli της Τουρκίας, τον Ιούλιο του 2017.
--------------------------------------------------------

Όσον αφορά τους Δεξιούς και Ισλαμιστές υποστηρικτές του Ερντογάν, η απόπειρα πραξικοπήματος δεν ήταν μόνο μια εγχώρια επίθεση, αλλά και συνωμοσία από μηχανορραφούντες «ξένους συμμάχους» [που στοχεύουν] να ανατρέψουν τον Ερντογάν μέσω των ιθαγενών πληρεξούσιων. Οι υποστηρικτές του επιμένουν ότι ήταν απλώς η τελευταία από μια σειρά από ιστορικές επιθέσεις που η Δύση έχει ξεκινήσει ενάντια στο τουρκικό έθνος και την umma [6], εκτεινόμενη πίσω στην εποχή των Σταυροφοριών. Σύμφωνα με αυτή την γραμμή σκέψης, με το να εστιάζουν ταυτόχρονα τον Ερντογάν και το τουρκικό κράτος, αυτά τα κακά ξένα συμφέροντα συνδέουν αναπόσπαστα το μέλλον της χώρας με την τύχη του ηγέτη: Χωρίς τον Ερντογάν, η Τουρκία δεν μπορεί να γίνει ένα μεγάλο έθνος και πάλι, ούτε να εκπληρώσει την ιστορική της αποστολή να αποκαταστήσει την αξιοπρέπεια της umma.

Ως εκ τούτου, στα μάτια των υποστηρικτών του, η απάντηση του Ερντογάν στο πραξικόπημα -να γίνει πιο αυταρχικός και να φυλακίζει διαφωνούντες δημοσιογράφους- είναι δικαιολογημένη. Η Τουρκία δεν μπορεί να είναι μεγάλη δύναμη χωρίς αυτόν, και τα παράπονα των Μουσουλμάνων δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν εν τη απουσία του˙ όσοι δεν υποστηρίζουν τον Ερντογάν δεν μπορούν να είναι ούτε καλοί Τούρκοι ούτε καλοί Μουσουλμάνοι. Επομένως, η καταπίεση τούς αξίζει. Το πολιτικό Ισλάμ [7], ο αυταρχισμός και ο τουρκικός εθνικισμός είναι πλέον αναπόσπαστα κομμάτια του ερντογανισμού.