Μην κατηγορείτε τα ρομπότ για την στασιμότητα των μισθών | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Μην κατηγορείτε τα ρομπότ για την στασιμότητα των μισθών

Πώς οι τιμές των ακινήτων και η δύναμη της αγοράς εξηγούν καλύτερα το πρόβλημα

Είναι επίσης δύσκολο να κατηγορήσουμε τα ρομπότ. Όπως επεσήμανε ο οικονομολόγος του Northwestern, Matt Rognlie, τα ρομπότ και οι αυτοματισμοί -ορίζοντάς τους σε γενικές γραμμές- αποτελούν ένα μικρό μέρος του αμερικανικού κεφαλαίου σε αξία, το οποίο αντιπροσωπεύει το 15% του ΑΕΠ των ΗΠΑ, ένα κλάσμα που ήταν σχεδόν σταθερό τις τελευταίες δεκαετίες. Αντίθετα, η αξία των δομών -κατοικιών, διαμερισμάτων, γραφείων- ισοδυναμεί με το 175% του ΑΕΠ. Τα μερίδια της εργασίας και του κεφαλαίου είναι αριθμοί ροών, ενώ αυτά είναι στοιχεία αποθεμάτων, αλλά η σοβαρή διαφορά κλίμακας μεταξύ του κεφαλαίου που σχετίζεται με την αυτοματοποίηση και του κεφαλαίου που σχετίζεται με την στέγαση θα πρέπει να εφιστά την προσοχή εναντίον του να βλέπουμε τα ρομπότ ως την κύρια αιτία της πρόσφατης αδυναμίας των μισθών. Ενώ η τεχνολογία και ο αυτοματισμός διαδραμάτισαν σαφώς σημαντικό ρόλο στην πρόσφατη οικονομική ανάπτυξη, τα στοιχεία για την συσσώρευση κεφαλαίου δείχνουν ότι δεν μπορούν να εξηγήσουν τις πρόσφατες μειώσεις του μεριδίου αγοράς εργασίας.

Μια καλύτερη εξήγηση για τη μείωση του μεριδίου του εργατικού δυναμικού επί του ΑΕΠ είναι ο μειωμένος ανταγωνισμός και η αύξηση των τιμών των ακινήτων. Οι περισσότεροι άνθρωποι καταλαβαίνουν πώς η μείωση του εταιρικού ανταγωνισμού, ιδίως λόγω της ανόδου των τεχνολογικών γιγάντων όπως η Amazon και η Google, θα μπορούσε να αυξήσει την δυνατότητα των επιχειρήσεων στο να τιμολογούν και να μειώσει τα εισοδήματα των εργαζομένων. Αλλά λίγοι άνθρωποι σκέφτονται ότι τα σπίτια τους έχουν να κάνουν οτιδήποτε σχετικό με την στασιμότητα των μισθών.

Μεγάλο μέρος της αύξησης του μεριδίου του κεφαλαίου έναντι εκείνου του εισοδήματος έχει πάει στην ακίνητη περιουσία -όπως μπορούν να βεβαιώσουν οι σκληρά πιεσμένοι ενοικιαστές ή αγοραστές κατοικιών στο Λονδίνο ή τη Νέα Υόρκη. Σύμφωνα με έναν υπολογισμό, το μερίδιο της στέγασης στην συνολική [εθνική] παραγωγή είναι τρεις φορές υψηλότερο σήμερα από ό, τι στην δεκαετία του 1950. Ένας βασικός μοχλός των υψηλότερων τιμών κατοικιών σε πόλεις όπως η Νέα Υόρκη και το Σαν Φρανσίσκο είναι οι κανονισμοί που εμποδίζουν την αύξηση της προσφοράς κατοικιών. Οι υψηλότερες τιμές κατοικιών μειώνουν την αύξηση των πραγματικών μισθών, επειδή οι εργαζόμενοι πρέπει να ξοδεύουν μέρος της οποιασδήποτε αύξησης των μισθών τους στο ενοίκιο ή στις πληρωμές υποθηκών που είναι υψηλότερες από αυτές που θα ήταν αν τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Αντίθετα, οι τεχνητοί περιορισμοί στην προσφορά κατοικιών ανεβάζουν τις τιμές των ακινήτων, ωφελώντας μια συγκεκριμένη κατηγορία κατόχων κεφαλαίων -των ιδιοκτητών ακριβών ακινήτων.

Οι κανονισμοί που περιορίζουν την προσφορά κατοικιών υποστηρίζουν τις υψηλές τιμές των κατοικιών και εξασφαλίζουν ότι οι υπάρχοντες ιδιοκτήτες σπιτιών, οι οποίοι είναι συχνά ήδη πλούσιοι, παραμένουν τέτοιοι. Αυτές οι πολιτικές έχουν επίσης αναμορφώσει τα πρότυπα μετανάστευσης των εργαζομένων. Μια νέα έρευνα [7] από τους οικονομολόγους Peter Ganong και Daniel Shoag δείχνει ότι οι επιστάτες κτηρίων κερδίζουν 7% λιγότερο στη Νέα Υόρκη από ό, τι στον βαθύ νότο [στμ: Deep South, οι πολιτείες Τζόρτζια, Αλαμπάμα, Νότια Καρολίνα, Μισισίπι και Λουιζιάνα. Μερικοί συμπεριλαμβάνουν το ανατολικό Τέξας και την βόρεια Φλόριντα, ενίοτε και το Άρκανσο] μετά την προσαρμογή για το κόστος στέγασης. Ωστόσο, το 1960, οι επιστάτες στη Νέα Υόρκη κέρδιζαν 70% περισσότερα από εκείνους στο Deep South, πάλι μετά την προσαρμογή για το κόστος στέγασης. Το υψηλό κόστος στέγασης κλειδώνει τους εργαζομένους χαμηλής ειδίκευσης έξω από περιοχές υψηλού εισοδήματος, μειώνοντας την κινητικότητα των εργαζομένων.

Επειδή οι εργαζόμενοι χαμηλής ειδίκευσης συγκεντρώνονται σε περιοχές χαμηλής παραγωγικότητας, το πλεόνασμα της χαμηλόμισθης εργασίας στις περιοχές αυτές καταστέλλει περαιτέρω την αύξηση του εισοδήματος. Με άλλα λόγια, οι νόμοι περί ζωνών στη Νέα Υόρκη και στο Σαν Φρανσίσκο όχι μόνο οδηγούν τους χαμηλόμισθους εργαζομένους έξω από τις πόλεις, αλλά και μειώνουν τους μισθούς σε άλλες περιοχές της χώρας. Οι μισθοί στις περιοχές με χαμηλότερα εισοδήματα και σε εκείνες με υψηλότερα εισοδήματα στις Ηνωμένες Πολιτείες σταμάτησαν να συγκλίνουν γύρω στο 1980. Και αυτό, με την σειρά του, αποτελεί μέρος του λόγου εξαιτίας του οποίου μειώθηκε το μερίδιο του εργατικού δυναμικού στο ΑΕΠ.

Οι κυβερνήσεις ξέρουν πώς να αντιμετωπίσουν τον περιορισμένο επιχειρηματικό ανταγωνισμό. Οι αντιμονοπωλιακές αρχές της ΕΕ έχουν τιμωρήσει την Google με δισεκατομμύρια δολάρια για παραβιάσεις της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, Δημοκρατικοί όπως ο γερουσιαστής Chuck Schumer (από τη Νέα Υόρκη) στρέφονται επίσης στην αντιμονοπωλιακή πολιτική για την ενίσχυση των πραγματικών μισθών.

Αλλά οι πολιτικοί υπήρξαν λιγότερο διατεθειμένοι να κάνουν οτιδήποτε για την ακίνητη περιουσία. Η περικοπή των κανόνων για την οικοδόμηση περισσότερων κατοικιών είναι πολιτική πρόκληση, διότι βάλλει κατά των πολιτικών ορθοδοξιών. Στην Αριστερά δεν αρέσει η απελευθέρωση [από τους κανονισμούς], ενώ η Δεξιά φοβάται μήπως πλήξει τους ιδιοκτήτες κατοικιών, οι οποίοι αποτελούν το κέντρο της βάσης των ψηφοφόρων της. Αλλά πολλές χώρες, ιδιαίτερα οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο, αντιμετωπίζουν ένα νέο πολιτικό «τρίλημμα», στο οποίο είναι δυνατά μόνο δύο από τα ακόλουθα τρία πράγματα: Η αύξηση του εισοδήματος, οι χαμηλοί φόροι ή τα ακριβά σπίτια. Εάν οι κυβερνήσεις επιλέξουν να ανεχθούν τις υψηλότερες τιμές κατοικιών, ο μόνος τρόπος για μεγαλύτερη αύξηση των μισθών είναι μέσω μεγαλύτερης αναδιανομής [πλούτου]. Ένας ηγέτης [στον τομέα της] τεχνολογίας που θέλει να εισάγει νέες ιδέες στην πολιτική θα πρέπει να απορρίψει τον φόρο επί των ρομπότ και να φτιάξει φθηνά διαμερίσματα στα πιο ακριβά προάστια της Silicon Valley.

Copyright © 2017 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.