Ο εμπορικός πόλεμος του Trump ξεκινά | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο εμπορικός πόλεμος του Trump ξεκινά

Πώς το «Πρώτα η Αμερική» ήδη αρχίζει να βλάπτει
Περίληψη: 

Ο οικονομικός εθνικισμός είναι αμφίδρομος. Ο Λευκός Οίκος δεν μπορεί να επιβάλλει νέους δασμούς στις εισαγωγές χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τις βασικές εξαγωγικές αγορές των ΗΠΑ.

Ο JEFFREY KUCIK είναι επίκουρος καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στην Σχολή Διακυβέρνησης και Δημόσιας Πολιτικής του Πανεπιστημίου της Αριζόνα.

Το κόστος της εμπορικής στρατηγικής [1] του προέδρου των ΗΠΑ, Donald Trump, δεν είναι πλέον θεωρητικό. Κατά την διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του 2016, οι οικονομολόγοι προειδοποιούσαν ότι η επιθετική προσέγγιση του Trump [2] -απειλές να εγκαταλείψει τις επίσημες δεσμεύσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και να εισαγάγει νέους εμπορικούς φραγμούς- θα αποξενώσει τους βασικούς εταίρους των ΗΠΑ [3]. Τώρα, η κλιμακούμενη διαμάχη για τις καναδικές και βρετανικές επιδοτήσεις στην Bombardier, την πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων αεροδιαστημική εταιρεία που δραστηριοποιείται και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, μετατρέπει την πιθανότητα ενός εμπορικού πολέμου σε πραγματικότητα.

12102017-1.jpg

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Donald Trump, στον Λευκό Οίκο, τον Οκτώβριο του 2017. KEVIN LAMARQUE / REUTERS
-------------------------------------------------

Στα τέλη Σεπτεμβρίου, το Υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ εξέδωσε ένα προκαταρκτικό συμπέρασμα κατά της Bombardier. Η έρευνα βρήκε ότι η εταιρεία επωφελείται αθέμιτα από τις επιδοτήσεις που λαμβάνει [4] από τον Καναδά και το Ηνωμένο Βασίλειο. Αυτές οι επιδοτήσεις τής επιτρέπουν να πωλεί τα αεριωθούμενα αεροπλάνα της στις Ηνωμένες Πολιτείες σε τεχνητά χαμηλές τιμές. Σύμφωνα με τη νομοθεσία των ΗΠΑ, μια τέτοια συμπεριφορά αποτελεί [πρακτική] «ντάμπινγκ», πράγμα που σημαίνει ότι ορισμένες εισαγωγές της Bombardier θα μπορούσαν να υπόκεινται σε δασμούς [5] συνολικού ύψους σχεδόν 210%. Για να βάλουμε το ποσοστό αυτό σε προοπτική, ο σημερινός μέσος εμπορικά σταθμισμένος δασμός στις ΗΠΑ [6] είναι 2% για τις βιομηχανικές εισαγωγές.

Η απόφαση κατά της Bombardier προκάλεσε σκληρές απαντήσεις. Αναφερόμενος στην Boeing, την επιχείρηση που ξεκίνησε την έρευνα, ο Καναδός πρωθυπουργός, Justin Trudeau, δήλωσε [7] ότι ο ίδιος «δεν θα κάνει δουλειές με μια εταιρεία που είναι απασχολημένη προσπαθώντας να μας μηνύσει». Επιπλέον, τόσο ο Trudeau όσο και η Βρετανίδα πρωθυπουργός, Theresa May, απειλούν να ακυρώσουν [8] εκκρεμείς παραγγελίες για νέα στρατιωτικά αεροσκάφη της Boeing.

Ο Λευκός Οίκος ισχυρίζεται ότι είναι εύλογο να υπερασπίζεται τα οικονομικά συμφέροντα των ΗΠΑ με στοχευμένα εμπορικά αντίμετρα. Ο Trump ισχυρίζεται ότι οι αμερικανικές επιχειρήσεις υποφέρουν από πολιτικές διακρίσεων στο εξωτερικό -συμπεριλαμβανομένων των ξένων κρατικών επιδοτήσεων όπως αυτές που καταβάλλονται στην Bombardier. Στο παρελθόν, η κυβέρνηση των ΗΠΑ συχνά αύξανε τους δασμούς όταν θεωρούσε ότι οι ξένες επιδοτήσεις παρείχαν στους ανταγωνιστές ένα αθέμιτο πλεονέκτημα. Στην πραγματικότητα, οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ένας από τους συχνότερους χρήστες [9] στον κόσμο των αντι-ντάμπινγκ και αντισταθμιστικών δασμών. Αλλά ο Trump πηγαίνει τα πράγματα ένα βήμα παραπέρα. Η λύση του σε οποιαδήποτε πράξη προστατευτισμού είναι να ανταποκριθεί με τον ίδιο τρόπο. Πρόσφατα, αύξησε την πιθανότητα για μια σειρά εμπορικών φραγμών που στοχεύουν στον κινεζικό κασσίτερο [10] και στην καναδική ξυλεία από μαλακό ξύλο [11].

Αυτός ο τύπος συμπεριφοράς αντιποίνων, μαζί με την καυστική ρητορική του Trump [12], δημιουργούν νέες εντάσεις. Ο Trump ανέφερε στο παρελθόν [13] ότι «δεν φοβάται» έναν εμπορικό πόλεμο. Αλλά ο οικονομικός εθνικισμός του είναι επικίνδυνος και αντιπαραγωγικός, ιδιαίτερα για μια διοίκηση τόσο ανήσυχη για το αυξανόμενο εμπορικό έλλειμμα της Αμερικής και την ευημερία των πολιτών της εργατικής τάξης.

Διακυβεύεται η ικανότητα των αμερικανικών επιχειρήσεων να δραστηριοποιούνται στο εξωτερικό. Αυτόν τον Αύγουστο, το Πεκίνο αντέδρασε στους προτεινόμενους από τον Trump δασμούς στον κασσίτερο, απειλώντας να περιορίσει τις εισαγωγές σόγιας [14]. Η Κίνα είναι μια αγορά 16 δισεκατομμυρίων δολαρίων [15] για τους Αμερικανούς καλλιεργητές σόγιας και είναι ο νούμερο ένα αγοραστής των γεωργικών αγαθών των Ηνωμένων Πολιτειών γενικότερα. Προς το παρόν, οι εντάσεις έχουν μειωθεί σε αυτό το θέμα. Η Ουάσιγκτον ανακοίνωσε ότι θα αναβάλει [16] την τελική απόφαση σχετικά με το κατά πόσο η Κίνα έχει κάνει ντάμπινγκ για τον κασσίτερο στην αγορά των ΗΠΑ.

Ωστόσο, από την υπόθεση Bombardier προκύπτει ότι η διοίκηση του Trump δεν έχει μάθει το μάθημα. Εάν οι δασμοί αυξηθούν μετά την τελευταία απόφαση του Υπουργείου Εμπορίου και ο Trudeau τηρήσει τον λόγο του, ο Καναδάς θα ακυρώσει τις παραγγελίες για τα F-18 της Boeing συνολικού ύψους 5 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Η πιθανότητα αυτού του τύπου «οφθαλμόν αντί οφθαλμού» είναι ακριβώς το γιατί οι εμπορικοί οικονομολόγοι επέκριναν ως μυωπικές και αυτοκαταστροφικές τις υποσχέσεις της προεκλογικής καμπάνιας του Trump. Ο οικονομικός εθνικισμός είναι αμφίδρομος. Ο Λευκός Οίκος δεν μπορεί να επιβάλλει νέους δασμούς στις εισαγωγές χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τις βασικές εξαγωγικές αγορές των ΗΠΑ. Τώρα τα εμπορικά εμπόδια του Trump περιορίζουν την πρόσβαση στην αγορά που απολαμβάνουν οι λίγες αμερικανικές βιομηχανίες που παραμένουν προσανατολισμένες στις εξαγωγές.

Αυτές οι αποφάσεις έχουν σοβαρές επιπτώσεις εγχωρίως. Η εφαρμογή δασμών για την ξυλεία από μαλακό ξύλο τον Απρίλιο εξόργισε [17] την Εθνική Ένωση Οικοδόμων (National Association of Home Builders), η οποία δήλωσε ότι η κίνηση θα «βλάψει αρνητικά τους Αμερικανούς καταναλωτές», αυξάνοντας την τιμή των νέων κατοικιών κατά πάνω από 3.000 δολάρια. Η διαμάχη της Bombardier έχει παρόμοιο μειονέκτημα. Το 2016, η Bombardier δαπάνησε 2,4 δισεκατομμύρια δολάρια [18] σε 800 προμηθευτές σε 47 πολιτείες. Εάν η Bombardier πεταχτεί έξω από την αγορά, οι επιχειρήσεις που βασίζονται στην αεροναυπηγική βιομηχανία των ΗΠΑ θα χάσουν έναν από τους σημαντικότερους καταναλωτές τους. Ως αποτέλεσμα, είναι πάρα πολύ απλοϊκό να πούμε ότι τα εμπορικά αντίμετρα προωθούν την κοινωνική πρόνοια στις Ηνωμένες Πολιτείες σε βάρος άλλων χωρών. Αυτές οι πολιτικές επηρεάζουν άμεσα τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές σε βασικούς κλάδους.