Οι ρίζες της καταλανικής κρίσης για την ανεξαρτησία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Οι ρίζες της καταλανικής κρίσης για την ανεξαρτησία

Ποια πρέπει να είναι τα επόμενα βήματα της Μαδρίτης
Περίληψη: 

Η Μαδρίτη πρέπει να προσπαθήσει να αποφύγει να δημιουργήσει την αντίληψη ότι η εξ ορισμού απάντησή της σε μια δημοκρατική έκφραση που δεν της αρέσει (αντισυνταγματική ή μη) είναι να ανασταλεί η τοπική κυβέρνηση, να αγνοηθεί η δημόσια βούληση και να επιβληθεί πιο απομακρυσμένη εξουσία.

Ο R. JOSEPH HUDDLESTON είναι υπ. διδάκτωρ Πολιτικών Επιστημών και Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας.

Μετά από μια μυστική, μερικώς μποϊκοταρισμένη ψηφοφορία την Παρασκευή, το Καταλανικό Κοινοβούλιο κήρυξε την ανεξαρτησία από την Ισπανία [1]. Λόγω της δικής του συντριπτικής ψήφου, ως απάντηση η ισπανική κυβέρνηση ασκεί τώρα άμεση κυριαρχία στην Καταλονία [2] και θα θέσει σε αναστολή τις δυνάμεις ασφαλείας της Καταλονίας, διακόπτοντας τους θεσμούς αυτοδιοίκησης της περιοχής για πρώτη φορά την ιστορία της χώρας ως δημοκρατία. Η δήμαρχος της Βαρκελώνης, Ada Colau, μπορεί να έχει δώσει την πιο ενδεδειγμένη περίληψη [3] των εξελίξεων της Παρασκευής, λέγοντας ότι η Μαδρίτη έχει ξεκινήσει ένα «πραξικόπημα ενάντια στην δημοκρατία» ως απάντηση στην «εφόρμηση καμικάζι» των υπέρ της απόσχισης κομμάτων προς μια ανεξάρτητη καταλανική δημοκρατία που στερείται της υποστήριξης της πλειοψηφίας.

01112017-1.jpg

Υποστηρικτές της ενότητας συμμετέχουν σε διαδήλωση στο κέντρο της Βαρκελώνης, τον Οκτώβριο του 2017. JON NAZCA / REUTERS
---------------------------------------------------------------------

Από την υπογραφή της διακήρυξης ανεξαρτησίας του Puigdemont στις 10 Οκτωβρίου, η Μαδρίτη χειρίστηκε με επιδέξιο τρόπο αυτή την πολιτική κρίση [2] θέτοντας τον Καταλανό ηγέτη σε μια καθόλου ζηλευτή θέση είτε να υποχωρήσει από την ανεξαρτησία είτε να κλιμακώσει απέναντι στην απειλή του Ισπανού πρωθυπουργού, Mariano Rajoy, να επιβάλει άμεση κυριαρχία. Η άμεση κυριαρχία της Ισπανίας συνεπάγεται επιστροφή στον καταναγκασμό, μια εξέλιξη που, αν και συνταγματικά δικαιολογημένη, θα μπορούσε να διακινδυνεύσει μια περαιτέρω διάβρωση της νομιμοποίησης [4] της κεντρικής κυβέρνησης για τουλάχιστον ορισμένους Καταλανούς. Όταν ερωτήθηκαν τον Ιούλιο [5], περίπου το 41% των Καταλανών ευνόησε την ανεξαρτησία και το 49% αντιτάχθηκε. Μέχρι τουλάχιστον την 1η Οκτωβρίου, η Μαδρίτη είχε ένα άνετο περιθώριο στήριξης.

Δεν είναι σαφές εάν αυτό έχει αλλάξει. Καθώς αναπτύσσουν την απάντησή τους στην καταλανική διακήρυξη, οι Ισπανοί νομοθέτες θα ήταν σοφό να εξετάσουν την προέλευση των αποσχιστικών κινημάτων. Για να κατανοηθεί το είδος της αύξησης της δημοτικότητας που έχουν καταφέρει οι Καταλανοί αυτονομιστές τα τελευταία χρόνια, είναι χρήσιμο να δούμε τα συγγράμματα του πολιτικού επιστήμονα και ιστορικού Benedict Anderson. Ο Άντερσον υποστήριξε ότι τα σύγχρονα κινήματα αυτοδιάθεσης μιμήθηκαν τα παλαιότερα εθνικιστικά κινήματα στην Ευρώπη και την Αμερική, όταν κεφαλαιοποίησαν την εθνική ταυτότητα ως κυρίαρχη πολιτική δύναμη μέσα στις «φαντασιακές κοινότητες» τις οποίες συγκρότησαν. Κατά την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, οι δημοκρατικές κυβερνήσεις κατέληξαν να είναι το πρωταρχικό διεθνές πρότυπο διακυβέρνησης -ενσωματωμένο σε πολλά από τα ιδρυτικά έγγραφα και τις [αντίστοιχες] διαδικασίες των Ηνωμένων Εθνών. Πολλά αποικιοκρατικά και μεταψυχροπολεμικά αυτονομιστικά κινήματα καινοτόμησαν περαιτέρω εξαρτώντας τα επιχειρήματά τους σε αυτές τις ιδέες εκπροσώπησης, επιπλέον των εννοιών του έθνους.

Στην ρίζα οποιασδήποτε αποσχιστικής προσπάθειας που κερδίζει αυτό το είδος ελκυστικότητας είναι ένα θεμελιώδες επιχείρημα, ότι η κεντρική κυβέρνηση δεν διοχετεύει την δημόσια βούληση ή δεν επιτρέπει την ορθή και έγκαιρη αντιμετώπιση των παραπόνων. Δηλαδή, τα αποσχιστικά κινήματα βασίζονται σε αντιληπτές κρίσεις εκπροσώπησης και προσπαθούν να οικοδομήσουν τις εθνικές τους αιτίες σε αυτές τις κρίσεις. Ετούτη η περίπτωση δεν είναι διαφορετική. Οι Καταλανοί αυτονομιστές έχουν οικοδομήσει ένα επιχείρημα που έχει πείσει μια μεγάλη μειοψηφία ότι θα είναι καλύτερα να είναι μόνοι τους, παρά τις δυσκολίες που είναι εγγενείς στην απόσχιση από την Ισπανία.

Η Καταλονία είναι μια αυτόνομη περιοχή με εξίσου βαθιές ρίζες ως τμήμα του ισπανικού κράτους. Σε αντίθεση με τα αποικιακά θέματα, οι Καταλανοί είχαν τα ίδια δικαιώματα και τα ίδια επίπεδα κατοχύρωσης με τους άλλους Ισπανούς (κι ακόμη περισσότερο, υπό αυτονομία). Οι Καταλανοί είναι Ισπανοί και, αν οι δημοσκοπήσεις πριν από το δημοψήφισμα αντανακλούν ακόμα αυτήν την πραγματικότητα, οι περισσότεροι θα εξακολουθήσουν να θεωρούν τους εαυτούς τους πρωτίστως Ισπανούς. Με έναν εθνικό αυτοπροσδιορισμό τόσο παλιό όσο αυτόν της Καταλονίας, με την δική της γλώσσα και τον πολιτισμό της, μπορεί να υπάρχει πάντα κάποια ομάδα που αγωνίζεται για ανεξαρτησία, ανεξάρτητα από το πόσο καλή είναι η ποιότητα ζωής για τους πολίτες της. Το βασικό καθήκον μιας κυβέρνησης που αντιμετωπίζει ένα τέτοιο κίνημα είναι να καταστήσει τον προσηλυτισμό όσο το δυνατόν πιο δύσκολο. Αυτό μπορεί γενικά να γίνει με δύο τρόπους. Ο πρώτος είναι μέσω μέτρων τιμωρίας. Το να απομακρυνθεί πρακτικά η αυτονομιστική ηγεσία από την εξουσία και να αντικατασταθούν τα θεσμικά της όργανα, είναι συνταγματικά δικαιώματα της ισπανικής κυβέρνησης. Το ίδιο είναι και η άλλη τακτική που χρησιμοποίησε η Μαδρίτη -για παράδειγμα, το διάταγμα της ισπανικής κυβέρνησης [6] για να διευκολύνει τις επιχειρήσεις να εγκαταλείψουν την Καταλονία, απειλώντας έτσι την οικονομία της περιοχής. Ωστόσο, με ένα –πλέον αβέβαιο- περιθώριο που ευνοεί την ισπανική ενότητα, η υπερβολική εξάρτηση από την επιβολή ή τον τιμωρητικό εξαναγκασμό μπορεί να ενέχει τον κίνδυνο δημιουργίας νέων προσήλυτων.