Η κρίση του Λιβάνου και η κυπριακή διπλωματία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η κρίση του Λιβάνου και η κυπριακή διπλωματία

Τα πλεονεκτήματα της Κύπρου στις διμερείς σχέσεις της με τα κράτη της περιοχής

Η τελευταία εξέλιξη δείχνει να θορυβεί την Σαουδική Αραβία, η οποία σε ολόκληρη την περιοχή διαβλέπει την επιρροή του Ιράν, του λεγόμενου και «άξονα αντίστασης», να αυξάνεται θεαματικά. Στην Συρία και στην Υεμένη, οι προσπάθειες του Ριάντ για απομάκρυνση του Άσαντ και των Χούθι από την εξουσία έχουν όλα τα χαρακτηριστικά μιας πολιτικής και στρατιωτικής ήττας. Επιπλέον, η πτώση της τιμής του πετρελαίου έχει δημιουργήσει σοβαρά οικονομικά και πολιτικά προβλήματα στην Σαουδική Αραβία που ανέκαθεν χρησιμοποιούσε τον πετρελαϊκό της πλούτο για να διατηρεί την πολιτική σταθερότητα στη χώρα. Πέραν τούτου, όμως, η διεθνής συγκυρία, με την διακυβέρνηση Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ να επιχειρεί να επαναφέρει τις σχέσεις της με το Ιράν σε μια προ της συμφωνίας «P5+1» ψυχροπολεμική κατάσταση και η ανάδειξη του Σαουδάραβα πρίγκιπα και διαδόχου του θρόνου, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, στον βασιλικό οίκο των Σαούντ ως διαμορφωτή της εξωτερικής πολιτικής της χώρας, λειτουργούν ως μια πρώτης τάξης ευκαιρία προκειμένου το Ριάντ να συγκρουστεί ευθέως, πλέον, με το Ιράν για το μερίδιο της ισχύος στην περιοχή.

Η παραίτηση Χαρίρι στις 4 Νοεμβρίου, δεδομένων και των επιχειρηματικών σχέσεων της οικογένειας με την Σαουδική Αραβία, θα μπορούσε να ιδωθεί υπό αυτό το πρίσμα. Ακριβώς όπως και η προηγηθείσα κρίση του Κατάρ. Ο Χαρίρι με πρόφαση ένα σχέδιο δολοφονίας του, «απέδρασε» στην Σαουδική Αραβία. Επανήλθε στην χώρα, μετά από συνάντηση με τον Γάλλο πρόεδρο Εμμανουέλ Μακρόν (σ.σ. ο Λίβανος παραμένει χώρα εξαιρετικής γεωπολιτικής σημασίας για την Γαλλία) και στο τέλος ανακάλεσε την παραίτησή του. Η ακολουθία των γεγονότων δείχνει να αποτελεί ένα πολιτικό χαρτί που έπαιξε η Σαουδική Αραβία στην γεωπολιτική σκακιέρα της περιοχής, που ωστόσο μάλλον απέτυχε καθώς κατάφερε το αντίθετο από αυτό που επεδίωξε: Ο μετριοπαθής Σαάντ Χαρίρι παρέμεινε προς το παρόν στην εξουσία, ο αδελφός του, και εκλεκτός του Ριάντ, Μπαχά Χαρίρι δεν τον αντικατέστησε, ενώ έχουν αναπτυχθεί αντι-σαουδικά αισθήματα ακόμα και στο σουνιτικό πολιτικό και κοινωνικό στρατόπεδο στον Λίβανο.

Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ

Η κίνηση της Σαουδικής Αραβίας να επέμβει εξόφθαλμα στα εσωτερικά του Λιβάνου μέσω της παραίτησης Χαρίρι, έτυχε παρεμφερούς απόκρισης με την αντίστοιχη του 1967 (βλέπε τον ρόλο του Λιβάνου, μεταξύ Αιγύπτου και Σ. Αραβίας στον πόλεμο της B. Υεμένης την περίοδο 1962-1970) όταν το Ριάντ απειλούσε με απομόνωση την Αίγυπτο, πάγωμα κεφαλαίων και απέλαση των Λιβανέζων εργατών από την χώρα. Συνένωσε τον Λίβανο, Σιίτες και Σουνίτες, και κατ’ επέκταση την κυβέρνηση εθνικού συνασπισμού. Ταυτόχρονα, δικαίωσε το αφήγημα της Χεζμπολάχ, με την συμμετοχή της οποίας επιτυγχάνεται η εθνική συναίνεση και τηρούνται οι πολιτικές ισορροπίες –ενώ λόγω Ισραήλ και της επίδρασης του συριακού εμφυλίου στον Λίβανο διαχέεται και μια πολεμική ρητορική που συμφιλιώνει εθνικά τις φυγόκεντρες δυνάμεις. Ένα ενδεχόμενο επανάληψης του πολέμου του 2006 δεν πρέπει να το αποκλείσουμε τους επόμενους μήνες –με την Κύπρο να οφείλει να είναι προετοιμασμένη διπλωματικά για κάτι τέτοιο– μιας και η Χεζμπολάχ βγήκε από τον συριακό πόλεμο ενισχυμένη, με βάση εξόρμησης πλέον τη νότια Συρία και τα σύνορα με το Ισραήλ, στα Υψίπεδα του Γκολάν.

Ένας τέτοιος πόλεμος, στην λιβανέζικη κοινή γνώμη λειτουργεί συνήθως συνενωτικά, και επί τούτω η Χεζμπολάχ θα επιθυμούσε να παραμείνει το κλίμα συναίνεσης με την παρουσία του Χαρίρι στην εξουσία ή την δημιουργία, εκ νέου, μιας κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Ο Χαρίρι, ενδέχεται στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα να δημιουργήσει έναν οδικό χάρτη προς μια νέα, πρόωρη ίσως, εκλογική διαδικασία ή στην αναζήτηση μιας χρυσής τομής στο πρόσωπο κάποιου πολιτικού που θα έβρισκε ένα modus vivendi μεταξύ της Χεζμπολάχ και του κόμματος των Σουνιτών (Future Movement, Κίνημα για το Μέλλον). Ένα ενδεχόμενο κλιμάκωσης της κρίσης ωστόσο δεν πρέπει να αποκλειστεί δεδομένου του ρευστού κι εύθραυστου σκηνικού του Λιβάνου. Ωστόσο, η κρίση των πρώτων ημερών μετά την παραίτηση Χαρίρι απέδειξε πως ο Λίβανος δείχνει να έχει κερδίσει ως προς την εθνική του ενότητα κι, επιπλέον, τόσο η Χεζμπολάχ όσο και οι σουνιτικές δυνάμεις θα επιθυμούσαν την αποφυγή ενός νέου εμφυλίου ή μιας σύγκρουσης με το Ισραήλ.

Η ΚΥΠΡΟΣ ΠΑΡΟΥΣΑ

Η Κυπριακή Δημοκρατία, στην παρούσα φάση δεν ήταν απούσα διπλωματικά και διατήρησε ανοικτά τα κανάλια της επικοινωνίας με τον Λιβανέζο πρωθυπουργό σε μια χρονική συγκυρία, μάλιστα, που συνέπεσε με την παρουσία του προέδρου Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι και την Τριμερή με την Αίγυπτο, στην Κύπρο. Η Κύπρος, ορθώς, οφείλει να ταχθεί υπέρ της ασφάλειας και της σταθερότητας του Λιβάνου λόγω των πολιτικών, θρησκευτικών και ιστορικών σχέσεων που διατηρεί με την εν λόγω χώρα, λόγω εγγύτητας αλλά και για λόγους που συνδέονται με την ευρύτερη ασφάλειά της αλλά και την ασφάλεια στην περιοχή –ειδικά προκειμένου να αποφευχθεί ένας πόλεμος Ισραήλ-Χεζμπολάχ τύπου 2006.

Επιπλέον, η αναβάθμιση των σχέσεων με το Ισραήλ και την Αίγυπτο της προσδίδει ειδικό βάρος αλλά και ουσιαστικό ρόλο, δεδομένης της ιδιότητάς της ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), της εξαιρετικής σχέσης της με το Ιράν, και της προοπτικής αναβάθμισης των σχέσεών της με την Σαουδική Αραβία. Στη περίπτωση του Λιβάνου, που είναι εντελώς διαφορετική από αυτή της Συρίας, η λιγότερο έντονη παρουσία της Τουρκίας δίνει στην Κύπρο την ευκαιρία για περαιτέρω ανάμιξη στην εκτόνωση της κρίσης και ενεργή διπλωματική διαμεσολάβηση. Επιπλέον, η Κύπρος οριοθέτησε με τον Λίβανο Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) από το 2007, η επικύρωση της οποίας εκκρεμεί από το κοινοβούλιο της αραβικής χώρας μιας και περνάει μέσα από την αντιδικία της με το Ισραήλ (η Βηρυτός θεωρεί πως το Ισραήλ επεμβαίνει παράνομα στην ΑΟΖ του Λιβάνου, μια θαλάσσια περιοχή περίπου 860 τετραγωνικών χλμ).