Είναι ο Trump ένας πρόεδρος με κανονική εξωτερική πολιτική; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Είναι ο Trump ένας πρόεδρος με κανονική εξωτερική πολιτική;

Τι γνωρίζουμε μετά από έναν χρόνο
Περίληψη: 

Μετά από ένα χρόνο στην εξουσία, ο Trump επιβεβαίωσε πολλά από αυτά που γνωρίζαμε για τον τρόπο με τον οποίο οι ηγέτες ασκούν επιρροή: Έχει μείνει σταθερός στις λίγες πεποιθήσεις που έφερε μαζί του, επέδειξε την σημασία της ουσιαστικής γνώσης (ή της έλλειψής της) για την λήψη αποφάσεων, και κατέδειξε το γιατί οι σύμβουλοι δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την έμπειρη ηγεσία.

Η ELIZABETH N. SAUNDERS είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Πολιτικών Επιστημών και Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο George Washington.

Για τους ακαδημαϊκούς που μελετούν τις επιπτώσεις της προεδρικής ηγεσίας στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, η νίκη-έκπληξη του Ντόναλντ Τραμπ [1] το 2016 έφερε αρκετή δοκιμασία [2]. Τι σημαίνει για τις Ηνωμένες Πολιτείες να εκλέξουν έναν ηγέτη χωρίς εμπειρία στην διακυβέρνηση, με λίγες γνώσεις για την εξωτερική πολιτική και μια ξεκάθαρη περιφρόνηση για την ειδίκευση [3];

Μετά από ένα χρόνο στην εξουσία, ο Trump επιβεβαίωσε πολλά από αυτά που γνωρίζαμε για τον τρόπο με τον οποίο οι ηγέτες ασκούν επιρροή: Έχει μείνει σταθερός στις λίγες πεποιθήσεις που έφερε μαζί του, επέδειξε την σημασία της ουσιαστικής γνώσης (ή της έλλειψής της) για την λήψη αποφάσεων, και κατέδειξε το γιατί οι σύμβουλοι δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την έμπειρη ηγεσία. Από μια άλλη πλευρά, έχει αποδειχθεί μια έκπληξη, κυρίως παραλείποντας να διορίσει ανθρώπους που θα μπορούσαν να τον βοηθήσουν να πάρει αυτό που θέλει. Και καθώς ο κόσμος αντιμετωπίζει τουλάχιστον άλλα τρία χρόνια Trump, υπάρχουν λίγοι λόγοι για να σκεφτεί κανείς ότι η συμπεριφορά του θα αλλάξει στο μέλλον.

21012018-1.jpg

Ο πρόεδρος Trump στο Καπιτώλιο, τον Ιανουάριο του 2018. JOSHUA ROBERTS / REUTERS
-------------------------------------------------------------------------------

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΝΔΡΟΣ

Οι μελετητές των διεθνών σχέσεων πιστεύουν από καιρό ότι οι ηγέτες δεν έχουν πολλή σημασία -τα κράτη θα ενεργήσουν όπως ενεργούν, ανεξάρτητα από το ποιος είναι στο τιμόνι. Ο πολιτικός επιστήμονας Kenneth Waltz, για παράδειγμα, υποστήριξε [4] ότι οι περιορισμοί του διεθνούς συστήματος, όχι εκείνοι των ατόμων ή της εσωτερικής πολιτικής, καθορίζουν τις ενέργειες των κρατών.

Πιο πρόσφατα, ωστόσο, αυτή η άποψη έχει αρχίσει να αλλάζει [5]. Πολύ πριν από την εκλογή του Trump, ακαδημαϊκοί συγκέντρωσαν μεγάλο αριθμό [6] νέων στοιχείων [7] για το πώς οι επιμέρους ηγέτες [8] επηρεάζουν την συμπεριφορά των χωρών τους. Ένα σημαντικό συμπέρασμα είναι ότι οι εμπειρίες και οι πεποιθήσεις του ηγέτη -που σχηματίζονται πολύ πριν φτάσει στο αξίωμα- καθορίζουν το πώς παίρνουν αποφάσεις, από την πρόσληψη και την επεξεργασία πληροφοριών μέχρι την διαβούλευση με τους συμβούλους και τελικά την απόφαση για μια πορεία δράσης. Αυτό που βλέπουμε όταν οι ηγέτες καταλαμβάνουν το αξίωμα είναι ουσιαστικά αυτό που θα έχουμε, τουλάχιστον για τα πρώτα χρόνια.

Τρεις απόψεις από αυτό το ακαδημαϊκό σώμα ξεχωρίζουν ιδιαίτερα. Πρώτον, οι πεποιθήσεις των ηγετών είναι «κολλώδεις» [στμ: sticky, στο πρωτότυπο], που σημαίνει ότι σχηματίζονται πριν οι ηγέτες πάρουν την εξουσία [9] και τείνουν να μην αλλάζουν πολύ [9] με την πάροδο του χρόνου. Όπως έγραψε στα απομνημονεύματά του ο πρώην υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Χένρι Κίσινγκερ [10], «Οι πεποιθήσεις που έχουν διαμορφώσει οι ηγέτες προτού φτάσουν σε υψηλό αξίωμα είναι το πνευματικό κεφάλαιο που θα καταναλώσουν όσο συνεχίζουν στο αξίωμα τους». Παρότι αυτή η «κολλητικότητα» εκλαμβάνεται μερικές φορές ως ελάττωμα, οι σταθερές πεποιθήσεις είναι, όπως υποστήριξε ο πολιτικός επιστήμονας Robert Jervis [11], απαραίτητοι οδηγοί που βοηθούν τους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων να αντιμετωπίζουν έναν πολύπλοκο κόσμο. Δεν πρέπει να θέλουμε οι πεποιθήσεις των ηγετών μας να αλλάζουν πολύ γρήγορα -οι κολλώδεις πεποιθήσεις είναι ένα χαρακτηριστικό, όχι ένα σφάλμα.

Η δεύτερη άποψη είναι ότι η ουσιαστική γνώση έχει σημασία -είναι σημαντικό οι ηγέτες να είναι ενημερωμένοι για τον κόσμο- και δεν υπάρχουν συντομεύσεις για την απόκτηση αυτής της γνώσης στην δουλειά. Η έρευνα στην εξειδίκευση [12] δείχνει ότι είναι «κατά τομέα», που σημαίνει ότι δεν μεταφράζεται [13] από ένα θέμα ή περιοχή σε ένα άλλο˙ ακόμη και οι μάστερ του σκάκι ταπεινώνονται [14] με την τυχαία τοποθέτηση των πιονιών στην επιφάνεια του παιχνιδιού. Δεν είναι λοιπόν περίεργο το γεγονός ότι η εμπειρία στις επιχειρήσεις δεν μεταφράζεται σε εξωτερική πολιτική.

Τρίτον, αν και οι σύμβουλοι και οι γραφειοκρατικοί διορισμοί είναι κρίσιμοι, δεν υποκαθιστούν έναν ηγέτη με άμεση εξειδίκευση στην εξωτερική πολιτική. Οι πρόεδροι χωρίς εμπειρία συχνά υποθέτουν ότι οι σύμβουλοι μπορούν να καλύψουν τα κενά με τις δικές τους γνώσεις ή να τους διδάξουν την δουλειά. Κατά την διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του 2000, για παράδειγμα, ο George W. Bush τόνισε [15] ότι θα «περιβάλλεται από καλούς, ισχυρούς, ικανούς, έξυπνους ανθρώπους».

Αλλά όπως έδειξε η δική μου πρόσφατη δουλειά [16], έχει πολύ μεγάλη σημασία αν ο πρόεδρος έχει τόσο μεγάλη γνώση της εξωτερικής πολιτικής όση και οι σύμβουλοί του. Οι έμπειροι ηγέτες παρέχουν καλύτερη εποπτεία στην λήψη αποφάσεων εξωτερικής πολιτικής επειδή είναι πιο πιθανό να θέσουν δύσκολες ερωτήσεις, να εντοπίσουν κακό σχεδιασμό ή να αναγνωρίσουν μη ρεαλιστικές προτάσεις. Η φήμη τους περί εμπειρίας μπορεί να ενισχύσει έμμεσα την εποπτεία, δεδομένου ότι οι υφιστάμενοι γνωρίζουν πως ο προϊστάμενός τους θα ελέγξει το έργο τους. Οι έμπειροι πρόεδροι είναι επίσης σε θέση να αντλούν από περισσότερες πηγές συμβουλών.

Στην περίπτωση του Μπους, η απειρία του ενίσχυσε συμβούλους όπως ο αντιπρόεδρος Ντικ Τσένι να ενεργήσουν χωρίς επίβλεψη, οδηγώντας σε κακό σχεδιασμό στον πόλεμο με το Ιράκ και τα επακόλουθά του. Αντίθετα, ο πατέρας του Μπους, πρώην πρόεδρος George H.W. Bush, βασίστηκε σε πολλούς από τους ίδιους συμβούλους, συμπεριλαμβανομένου του Τσένι (ο οποίος ήταν τότε υπουργός Άμυνας), για να σχεδιάσει τον επιτυχημένο πόλεμο του Κόλπου το 1991. Μια σημαντική διαφορά ήταν ότι ο παλαιότερος Μπους, που ήταν [παλαιότερα] και πρώην αντιπρόεδρος, και πρεσβευτής του ΟΗΕ, και διευθυντής της CIA, είχε βαθιά εμπειρία εξωτερικής πολιτικής που ώθησε την ομάδα του [17] να αμφισβητήσει και να αναθεωρήσει τα πολεμικά σχέδια προτού καν φθάσουν στο Οβάλ Γραφείο.