Η κατασκευαστική άνθηση του Πεκίνου | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η κατασκευαστική άνθηση του Πεκίνου

Πώς η Δύση παρέδωσε την παγκόσμια ανάπτυξη των υποδομών στην Κίνα
Περίληψη: 

Οι ίδιοι παράγοντες που κρατούν τα μεγάλα έργα υποδομής από το να απογειωθούν στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη καθιστούν τα σχέδια που χρηματοδοτούνται από την Δύση στις αναπτυσσόμενες χώρες λιγότερο βιώσιμα από ό, τι τα κινεζικά αντιστοιχά τους.

Η BUSHRA BATAINEH είναι υποψήφια διδάκτωρ αστικής και περιβαλλοντικής μηχανικής στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ, ερευνώντας την προμήθεια και παράδοση των διεθνών υποδομών.
Ο MICHAEL BENNON είναι διευθυντής του Global Projects Center στο Πανεπιστήμιο Stanford.
Ο FRANCIS FUKUYAMA είναι ανώτερος υπότροφος Olivier Nomellini στο Ινστιτούτο Διεθνών Σπουδών του Freeman Spogli (FSI) και διευθυντής στην έδρα Mosbacher του Κέντρου για την Δημοκρατία, την Ανάπτυξη και το Κράτος Δικαίου του Πανεπιστημίου Στάνφορντ.

Οι μελετητές και οι ειδήμονες στην Δύση ανησυχούν όλο και περισσότερο ότι η σχεδιαζόμενη κινεζική Πρωτοβουλία Belt and Road (B&R) θα μπορούσε να μετατοπίσει περαιτέρω το παγκόσμιο στρατηγικό τοπίο προς όφελος του Πεκίνου, με τον δανεισμό για υποδομές να αποτελεί τον κύριο μοχλό για παγκόσμια επιρροή. Το σχεδιασμένο δίκτυο έργων υποδομών -που χρηματοδοτούνται από τους διμερείς δανειστές της Κίνας, την Τράπεζα Ανάπτυξης της Κίνας (China Development Bank, CDB) και την Τράπεζα Εξαγωγών-Εισαγωγών της Κίνας (Export-Import Bank of China, CEXIM), μαζί με τη νεοσυσταθείσα και πολυμερή Ασιατική Τράπεζα Επενδύσεων Υποδομών (Asian Infrastructure Investment Bank, ΑΙΙΒ)- είναι ιστορικά πρωτοφανές σε εύρος. Αλλά η Πρωτοβουλία B&R είναι απλώς η φυσική πρόοδος μιας παγκόσμιας αλλαγής της παλίρροιας στην χρηματοδότηση υποδομών των αναπτυσσόμενων οικονομιών που έχει ήδη ξεκινήσει εδώ και περισσότερο από δύο δεκαετίες.

Η αλήθεια είναι ότι η Δύση εδώ και πολύ καιρό παραχώρησε την ηγεσία στον τομέα αυτό στην Κίνα [1], ένα φαινόμενο που κατευθυνόταν σε μεγάλο βαθμό όχι από την εξωτερική πολιτική αλλά από την εγχώρια πολιτική υποδομών. Οι ίδιοι παράγοντες που κρατούν τα μεγάλα έργα υποδομής από το να απογειωθούν στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη καθιστούν τα σχέδια που χρηματοδοτούνται από την Δύση στις αναπτυσσόμενες χώρες λιγότερο βιώσιμα από ό, τι τα κινεζικά αντιστοιχά τους.

24052018-1.jpg

Εργάτες στη νέα σιδηροδρομική γραμμή κανονικού εύρους κοντά στην πόλη Voi, στην Κένυα, στις 16 Μαρτίου 2016. GORAN TOMASEVIC / REUTERS
---------------------------------------------------------------------

Η προσέγγιση της Κίνας στις υποδομές στο εξωτερικό [2] αντικατοπτρίζει την προσέγγισή της στο εσωτερικό της. Τα έργα αξιολογούνται περισσότερο σχετικά με τον αντίκτυπό τους παρά με την συγκεκριμένη βιωσιμότητα του συγκεκριμένου έργου. Οι Κινέζοι τείνουν να υπερτιμούν τις ευεργετικές οικονομικές επιπτώσεις των έργων υποδομής, ενώ υποτιμούν τις πιθανές ζημίες, είτε είναι οικονομικές, κοινωνικές, είτε περιβαλλοντικές. Η Δυτική προσέγγιση, αντιθέτως, είναι πιο συναλλακτική και επικεντρώνεται σε προσεκτική due diligence [δέουσα επιμέλεια] όσον αφορά τις οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές συνέπειες ενός συγκεκριμένου έργου. Αυτές οι διασφαλίσεις είναι προς το συμφέρον των απλών ανθρώπων στις αναπτυσσόμενες χώρες. Αλλά τα Δυτικά θεσμικά όργανα έχουν γίνει τόσο απρόθυμα να αναλάβουν ρίσκο που το κόστος και ο χρόνος για την υλοποίηση τέτοιων έργων έχουν εκτοξευθεί. Οι Δυτικές κυβερνήσεις και οι πολυμερείς θεσμοί πάνω στους οποίους ασκούν επιρροή, όπως η Παγκόσμια Τράπεζα, πρέπει να εξετάσουν το ενδεχόμενο να καταστήσουν πιο ευέλικτη την διαδικασία διασφαλίσεών τους, αν δεν πρόκειται να αφήσουν το πεδίο ανοιχτό στο κινεζικό μονοπώλιο.

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, οι κινεζικές κατασκευαστικές εταιρείες έχουν μεταβεί από τη σχετική αφάνειά τους στην κυριαρχία στην διεθνή βιομηχανία υποδομών. Στο πλαίσιο της πολιτικής «Go Out» του Πεκίνου [3] για την ενθάρρυνση των επενδύσεων στο εξωτερικό, τα έργα των εν λόγω εταιρειών χρηματοδοτήθηκαν σχεδόν αποκλειστικά από τους υποστηριζόμενους από το κράτος κινεζικούς διμερείς δανειστές, κάτι που διογκώθηκε από περίπου το ένα τέταρτο του αναπτυξιακού δανεισμού το 2002 (μετρούμενο στο σύνολο των περιουσιακών στοιχείων) σε περισσότερα από τα τρία τέταρτα μέχρι το 2016. Τον ίδιο χρόνο, το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων των CDB και CEXIM είχε διογκωθεί σε περίπου τριάμισι φορές το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων έξι μεγάλων διεθνών και περιφερειακών τραπεζών ανάπτυξης: Της International Bank for Reconstruction and Development (IBDR), της European Bank for Reconstruction and Development, της Asian Development Bank, της African Development Bank, της Inter-American Development Bank και της International Finance Corporation.

Για να εξηγήσουν τι καθοδηγεί αυτή την τάση, οι Δυτικοί παρατηρητές έχουν συχνά επισημάνει τρία πλεονεκτήματα που η Κίνα έχει έναντι της Δύσης όσον αφορά τις υποδομές: Πρώτον, ένα αυταρχικό κράτος που δεν χρειάζεται να λάβει υπόψη του τους μετόχους [των πιστωτικών ιδρυμάτων]˙ δεύτερον, μια κινεζική στρατηγική εξωτερικής πολιτικής για την οικοδόμηση επιρροής μέσω δανείων για υποδομές˙ και τρίτον, μια εγχώρια βιομηχανική πολιτική για την υποστήριξη των κινεζικών κατασκευαστικών εταιρειών.

Παρόλο που όλοι αυτοί είναι σίγουρα παράγοντες που συμβάλλουν, δεν μπορούν να εξηγήσουν πόσο συνολικά πετυχαίνει η Κίνα σε αυτή την σφαίρα. Αν και η ανάπτυξη της κινεζικής πολιτικής περί τραπεζικών δανείων [4] συγκεντρώθηκε αρχικά σε άλλα αυταρχικά κράτη όπως η Βενεζουέλα ή η Αιθιοπία, σήμερα τα κινεζικά ιδρύματα χρηματοδοτούν επίσης έργα σε δημοκρατικές χώρες, όπως το οδικό δίκτυο που δημιουργούν στα Βαλκάνια και την ανατολική Ευρώπη. Το Πεκίνο μπορεί να επιδιώκει να χρησιμοποιήσει τις υποδομές για να κερδίσει ξένη επιρροή, αλλά ο αντίκτυπος αυτής της διπλωματίας είναι συχνά υπερβολικός -τα προσδοκώμενα δάνεια είναι δελεαστικά για τους δανειολήπτες, αλλά τα έργα, μόλις κατασκευαστούν, παρέχουν λίγη συνεχιζόμενη μόχλευση. Ενώ οι ελίτ μπορεί να επηρεαστούν βραχυπρόθεσμα, πολλά κινεζικά έργα αποξενώνουν βαθιά τους τοπικούς πληθυσμούς, οδηγώντας τελικά σε αντίδραση. Αυτό συνέβη ήδη στην Αργεντινή, τη Μιανμάρ και την Σρι Λάνκα, όπου συμφωνίες που συνήφθησαν με αυταρχικούς ή λαϊκιστές ηγέτες βοήθησαν να δυσφημιστούν αμφότεροι, οι ηγέτες και οι Κινέζοι.

Μια καλύτερη εξήγηση της αυξανόμενης κινεζικής κυριαρχίας στις παγκόσμιες υποδομές είναι το γεγονός ότι οι κινεζικές επιχειρήσεις και οι δανειστές απλώς προσεγγίζουν την ανάπτυξη των υποδομών με έναν ουσιαστικά διαφορετικό τρόπο από τους ομολόγους τους στην Δύση, τόσο εγχωρίως όσο και στο εξωτερικό.

Η ΑΥΞΗΜΕΝΗΣ ΑΠΡΟΘΥΜΙΑΣ ΓΙΑ ΡΙΣΚΟ ΔΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ