Οι ΗΠΑ χρειάζονται μια νέα στρατηγική για την Βόρεια Κορέα | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Οι ΗΠΑ χρειάζονται μια νέα στρατηγική για την Βόρεια Κορέα

Μετά την αποτυχία της Σιγκαπούρης είναι ώρα αλλαγής πορείας
Περίληψη: 

Η διοίκηση Trump χρειάζεται μια πολυμερή στρατηγική για την Βόρεια Κορέα που να εμπλέκει την περιοχή. Μια απλή διμερής πολιτική άμεσου διαλόγου με τους Βορειοκορεάτες αναπόφευκτα οδηγεί σε δυσαρέσκεια, παρερμηνείες και στην τάση της διεθνούς κοινότητας να απαιτεί και από τις δύο πλευρές ίσες ποσότητες υποτιθέμενης λογικής.

Ο CHRISTOPHER R. HILL είναι καθηγητής της Πρακτικής στην Διπλωματία στο Πανεπιστήμιο του Ντένβερ. Έχει υπηρετήσει ως βοηθός υπουργός Εξωτερικών για θέματα ανατολικής Ασίας και Ειρηνικού στο διάστημα 2005 έως το 2009, κατά την διάρκεια του οποίου ήταν επικεφαλής της αντιπροσωπείας των ΗΠΑ στις πυρηνικές συνομιλίες με την Βόρεια Κορέα.

Ίσως να μην είχαν βιδωθεί ποτέ σωστά εξ αρχής, αλλά τις τελευταίες εβδομάδες φαίνεται πολύ ξεκάθαρα ότι τα γρανάζια έχουν ξεχαρβαλωθεί από ό, τι συμφωνήθηκε μεταξύ του ηγέτη της Βόρειας Κορέας, Kim Jong Un, και του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, στην Σιγκαπούρη [1]. Καθώς οι διμερείς διαπραγματευτικές προσπάθειες παραπαίουν και η Βόρεια Κορέα επιστρέφει στις εριστικές ανακοινώσεις της για τα κακά και δολερά της αμερικανικής πολιτικής, το ερώτημα τώρα είναι πού να πάμε από εδώ και πέρα. Ιδιαίτερης μελέτης είναι το θέμα του εάν μπορεί να αναβιώσει η «μέγιστη πίεση», όπως ονομάστηκε το πρόγραμμα κυρώσεων της κυβέρνησης Trump, και εάν η Ουάσινγκτον μπορεί να συμμαζέψει την διπλωματία [2] για να διασφαλίσει ότι οι περιφερειακοί παίκτες βρίσκονται μαζί της σε αυτό που θα μπορούσε να είναι μια ανώμαλη πορεία στο μέλλον.

07092018-1.jpg

Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, και ο ηγέτης της Βόρειας Κορέας, Kim Jong Un, σε συνάντησή τους στην Σιγκαπούρη, τον Ιούνιο του 2018. JONATHAN ERNST / REUTERS
-----------------------------------------------------------------

Όταν ο Trump συμφώνησε για μια σύνοδο κορυφής [3] με τον Βορειοκορεάτη ομόλογό του, η πρωτοβουλία χαιρετίστηκε ευρέως ως μια ευπρόσδεκτη απομάκρυνση από τις θυμωμένες απειλές, μια προσπάθεια αντάξια του βραβείου Νόμπελ Ειρήνης για την επίλυση της πυρηνικής κρίσης στην Βόρεια Κορέα μέσω διαλόγου. Ήταν μουσική στα αυτιά πολλών, ειδικά για τη Νότια Κορέα, όπου η συζήτηση για πόλεμο –έτι περαιτέρω [όταν γίνεται] από μια αμερικανική κυβέρνηση- μπορεί να είναι ιδιαίτερα ανησυχητική.

Όμως, κατά την επακόλουθη εφαρμογή και παρακολούθηση, η Σιγκαπούρη ίσως να αποδειχθεί ότι έχει κάνει περισσότερο κακό παρά καλό. Μέχρι σήμερα, σχεδόν τρεις μήνες μετά την σύνοδο κορυφής, υπάρχουν λίγες ενδείξεις ότι η Βόρεια Κορέα είναι διατεθειμένη να εγκαταλείψει τα πυρηνικά της προγράμματα σε αποδεκτό χρονικό διάστημα, σίγουρα όχι για το ετήσιο πρόγραμμα του Συμβούλου της Εθνικής Ασφάλειας, Τζον Μπόλτον, ή για την φαινομενικά πιο γενναιόδωρη διετή θητεία του υπουργού Εξωτερικών, Mike Pompeo. Αντ’ αυτού, η Βόρεια Κορέα επέστρεψε στο κουρασμένο αίτημα ότι αυτό που χρειάζεται πριν προχωρήσει προς την αποπυρηνικοποίηση είναι ένα είδος απόδειξης ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν εγκαταλείψει την «εχθρική πολιτική». Στο παρελθόν, η Πιονγκγιάνγκ ήταν ασαφής για τι θα αποτελούσε επαρκή απόδειξη για αυτή την εγκατάλειψη. Αλλά στην Σιγκαπούρη και στις διάφορες διαπραγματεύσεις δεύτερου επιπέδου που ακολούθησαν, φαίνεται όλο και περισσότερο να καταλήγουν στο [ότι είναι] να υπογραφεί μια συμφωνία ειρήνης ή μια συμφωνία εξομάλυνσης που θα οδηγούσε τελικά στην απομάκρυνση των στρατευμάτων των ΗΠΑ από τη Νότια Κορέα. Αν και η Βόρεια Κορέα δεν έχει πιέσει για να γίνει αυτό αμέσως, έχει πιέσει ώστε οι Ηνωμένες Πολιτείες να σταματήσουν εν τω μεταξύ τις κοινές στρατιωτικές τους ασκήσεις με τη Νότια Κορέα.

Οι δυνάμεις των ΗΠΑ βρίσκονται στη Νότια Κορέα για να βοηθήσουν στην υπεράσπιση της χώρας αυτής από μια άλλη εισβολή από τον Βορρά. Το ότι θα μπορούσαν να βρίσκονται εκεί ως εμπροσθοφυλακή μιας δύναμης εισβολής είναι το αντικείμενο της βορειοκορεατικής φαντασίας, αλλά ελλείψει σοβαρών διαπραγματεύσεων στην Βόρειο Κορέα, η Ουάσινγκτον δέχθηκε παραδόξως την πρόταση της Πιονγκγιάνγκ ότι πρέπει να αποδείξει ότι δεν έχει εχθρική πρόθεση. Ο ίδιος ο Trump ξεκίνησε αυτή την άσκηση στην προληπτική συνθηκολόγηση με το να υποσχεθεί ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα εργαστούν αμέσως για μια συνθήκη για να καθησυχάσουν την Βόρεια Κορέα ότι οι ΗΠΑ δεν θα τους επιτεθούν ή δεν θα εισβάλουν. Επίσης, για να τους γλυκάνει είπε ότι η Ουάσιγκτον θα ακυρώσει τις επερχόμενες κοινές ασκήσεις με τη Νότια Κορέα (στις οποίες αναφέρθηκε [4] ως «πολεμικά παιχνίδια» που ήταν «πολύ προκλητικά» αντηχώντας την ρητορική της Βόρειας Κορέας) και ότι, κοιτάζοντας προς τα εμπρός, θα προσπαθήσει να αποσύρει εκείνα ακριβώς τα αμερικανικά στρατεύματα που υποτίθεται ότι κάνουν τη βορειοκορεατική ηγεσία να μην κοιμάται τη νύχτα. Τέτοιες ιδέες έχουν συζητηθεί προηγουμένως, αλλά μόνο στο τελικό πλαίσιο μιας αποπυρηνικοποιημένης Βόρειας Κορέας, ή τουλάχιστον στο πλαίσιο μιας Βόρειας Κορέας που είναι δεσμευμένη για ενεργό αποπυρηνικοποίηση. Τις λέξεις, ειδικά στην διπλωματία, είναι δύσκολο να τις πάρει κανείς πίσω, και ο Trump έχει καταγραφεί ως προετοιμασμένος να κάνει μονομερή βήματα που δεν έχουν γίνει ποτέ πριν.

Καθώς η πιθανότητα για καρποφόρες διαπραγματεύσεις έχει μειωθεί, άλλες ιδέες για την αντιμετώπιση των ανησυχιών της Βόρειας Κορέας εμφανίζονται σαν τα σαλιγκάρια μετά από μια δυνατή βροχή. Ένα σχέδιο για την διαβεβαίωση της Πιονγκγιάνγκ σε μια προσωρινή βάση, είναι η ολοκλήρωση μιας δήλωσης για «τον τερματισμό του κορεατικού πολέμου», η οποία θα αντικαθιστά την ανακωχή, ένα είδος περίτεχνης κατάπαυσης του πυρός, με μια αρχική συνθήκη ειρήνευσης που σηματοδοτεί την ετοιμότητα να γίνει ακριβώς αυτό που φαίνεται να θέλει η Πιονγκγιάνγκ, δηλαδή να αποσυρθούν τα αμερικανικά στρατεύματα από την χερσόνησο. Μια άλλη ιδέα που κυκλοφορεί είναι η διπλωματική εξομάλυνση. Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορέσουν αμέσως να ανοίξουν πρεσβεία στην Πιονγκγιάνγκ, οι υποστηρικτές αυτής της ιδέας επιχειρηματολογούν ότι ίσως θα μπορούσαν να δημιουργήσουν γραφεία συνδέσμου εκείνου του είδους που εξυπηρετούσαν τόσο καλά τις σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας στα χρόνια μεταξύ των Συμφωνιών της Σαγκάης και της καθιέρωσης πλήρων διπλωματικών σχέσεων. Η Βόρειος Κορέα απέρριψε ήδη αυτή την ιδέα το 2007 και θα το έκανε πιθανότατα ξανά, αλλά αυτά είναι που προκύπτουν όταν κάποιος ουσιαστικά διαπραγματεύεται με τον εαυτό του.