Η αντιφιλελεύθερη επανάσταση της Ανατολικής Ευρώπης | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η αντιφιλελεύθερη επανάσταση της Ανατολικής Ευρώπης

Ο μακρύς δρόμος προς την δημοκρατική παρακμή

Το 1991, όταν η Δύση ήταν απασχολημένη με το να γιορτάζει τη νίκη της στον Ψυχρό Πόλεμο και την προφανή εξάπλωση της φιλελεύθερης δημοκρατίας σε όλες τις γωνιές του κόσμου, ο πολιτικός επιστήμονας Samuel Huntington εξέδωσε μια προειδοποίηση ενάντια στην υπερβολική αισιοδοξία. Σε ένα άρθρο του για το περιοδικό Journal of Democracy [2] υπό τον τίτλο «Τρίτο κύμα της δημοκρατίας», ο Huntington επεσήμανε ότι τα δύο προηγούμενα κύματα εκδημοκρατισμού, από την δεκαετία του 1820 έως την δεκαετία του 1920 και από το 1945 έως το 1960, ακολουθήθηκαν από «αντίστροφα κύματα», στα οποία «τα δημοκρατικά συστήματα αντικαταστάθηκαν . . . από ιστορικά νέες μορφές αυταρχικής διακυβέρνησης». Ένα τρίτο αντίστροφο κύμα ήταν δυνατό, πρότεινε, αν νέες αυταρχικές μεγάλες δυνάμεις μπορούσαν να αποδείξουν την συνεχιζόμενη βιωσιμότητα της μη-δημοκρατικής κυριαρχίας [3] ή «αν οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο φθάσουν να δουν τις Ηνωμένες Πολιτείες», έναν μακροχρόνιο φάρο της δημοκρατίας, «ως μια εξασθενημένη δύναμη, περικυκλωμένη από την πολιτική στασιμότητα, την οικονομική αναποτελεσματικότητα και το κοινωνικό χάος».

05102018-1.jpg

Διαδήλωση γύρω από την σημαία: Σε μια ακροδεξιά πορεία στην Βαρσοβία, τον Νοέμβριο του 2017. AGENCJA GAZETA / REUTERS
--------------------------------------------------------------

Ο Χάντινγκτον πέθανε το 2008, αλλά αν ζούσε, μάλλον θα ήταν έκπληκτος να δει ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία απειλείται τώρα όχι μόνο σε χώρες που πέρασαν δημοκρατικές μεταβολές τις τελευταίες δεκαετίες, όπως η Βραζιλία και η Τουρκία, αλλά και σε χώρες της Δύσης με πιο εδραιωμένες δημοκρατίες. Ο αυταρχισμός, εν τω μεταξύ, επανεμφανίστηκε στην Ρωσία και ενισχύθηκε στην Κίνα, και ο τυχοδιωκτισμός από το εξωτερικό και η εγχώρια πολιτική πόλωση έπληξαν δραματικά την παγκόσμια επιρροή και το κύρος των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ίσως η πιο ανησυχητική εξέλιξη ήταν η αλλαγή διαθέσεων στην Ανατολική Ευρώπη [4]. Δύο από τα εξέχοντα παιδιά της περιοχής σχετικά με τον μετακομμουνιστικό εκδημοκρατισμό, η Ουγγαρία και η Πολωνία, έχουν δει τους συντηρητικούς λαϊκιστές να κερδίζουν ξεκάθαρες εκλογικές νίκες ενώ ταυτόχρονα δαιμονοποιούν την πολιτική αντιπολίτευση, μετατρέπουν σε αποδιοπομπαίο τράγο τις μειονότητες και υπονομεύουν τους φιλελεύθερους ελέγχους και ισορροπίες (checks and balances). Άλλες χώρες στην περιοχή, συμπεριλαμβανομένης της Τσεχικής Δημοκρατίας και της Ρουμανίας, φαίνονται έτοιμες να ακολουθήσουν. Σε μια ομιλία του το 2014, ένας από τους νέους λαϊκιστές, ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας, Βίκτορ Όρμπαν, περιέγραψε την θέση του σχετικά με τον φιλελευθερισμό: «Μια δημοκρατία δεν είναι απαραιτήτως φιλελεύθερη. Ακριβώς επειδή κάτι δεν είναι φιλελεύθερο, δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί ακόμα να είναι μια δημοκρατία». Για να διατηρηθεί η παγκόσμια ανταγωνιστικότητα, συνέχισε να λέει, «πρέπει να εγκαταλείψουμε τις φιλελεύθερες μεθόδους και τις αρχές της οργάνωσης μιας κοινωνίας». Παρόλο που ο Orban κυβερνά μια μικρή χώρα, το κίνημα που αντιπροσωπεύει είναι παγκόσμιας σημασίας. Στην Δύση, όπου η λαϊκή βούληση παραμένει η κύρια πηγή πολιτικής νομιμοποίησης, το στυλ της αντιφιλελεύθερης (illiberal) δημοκρατίας είναι πιθανόν να είναι η κύρια εναλλακτική έναντι του φιλελευθερισμού στις επόμενες δεκαετίες.

Γιατί η δημοκρατία κήρυξε τον πόλεμο στον φιλελευθερισμό πιο ανοιχτά στην ανατολική Ευρώπη; Η απάντηση βρίσκεται στην ιδιότυπη φύση των επαναστάσεων του 1989, όταν τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης απελευθερώθηκαν από την σοβιετική αυτοκρατορία. Σε αντίθεση με προηγούμενες επαναστάσεις, εκείνες του 1989 δεν αφορούσαν την ουτοπία αλλά την ιδέα της ομαλότητας -δηλαδή, οι επαναστάτες εξέφρασαν την επιθυμία να διάγουν το είδος της φυσιολογικής ζωής που ήταν ήδη διαθέσιμο στους ανθρώπους της δυτικής Ευρώπης. Μόλις έπεσε το Τείχος του Βερολίνου, οι πιο μορφωμένοι και φιλελεύθεροι Ανατολικοευρωπαίοι έγιναν οι πρώτοι που εγκατέλειψαν τις χώρες τους, προκαλώντας σημαντικές δημογραφικές και ταυτοτικές κρίσεις στην περιοχή. Και καθώς τα εγχώρια εκλογικά σώματα υπέρ της φιλελεύθερης δημοκρατίας μετανάστευσαν στην Δύση, διεθνείς δρώντες όπως η ΕΕ και οι Ηνωμένες Πολιτείες έγιναν το πρόσωπο του φιλελευθερισμού στην ανατολική Ευρώπη, ακριβώς όταν η δική τους επιρροή εξασθενούσε. Αυτό έθεσε το σκηνικό για την εθνικιστική εξέγερση ενάντια στον φιλελευθερισμό που κατέλαβε σήμερα την περιοχή.

ΛΑΪΚΗ ΙΣΧΥΣ

Πολλοί βρήκαν δύσκολο το να εξηγήσουν την άνοδο του λαϊκισμού στην Ανατολική Ευρώπη. Αφότου το πολωνικό λαϊκιστικό κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη (γνωστό από την πολωνική συντομογραφία PiS) κέρδισε κοινοβουλευτική πλειοψηφία το 2015, ο Adam Michnik, μια από τις εξέχουσες φιλελεύθερες προσωπικότητες της χώρας, θρήνησε: «Μερικές φορές μια όμορφη γυναίκα χάνει το μυαλό της και πηγαίνει στο κρεβάτι με ένα μπάσταρδο». Οι λαϊκιστικές νίκες όμως δεν είναι μια μυστηριώδης εφάπαξ [ενέργεια] αλλά μια συνειδητή και επαναλαμβανόμενη επιλογή: Το δεξιό λαϊκιστικό κόμμα Fidesz κέρδισε δύο συνεχόμενες κοινοβουλευτικές εκλογές στην Ουγγαρία και στις δημοσκοπήσεις το PiS διατηρεί μια πρωτοπορία επί των αντιπάλων του [5]. Η Ανατολική Ευρώπη φαίνεται να έχει την πρόθεση να παντρευτεί τον μπάσταρδο.

Ορισμένες λαϊκιστικές επιτυχίες οφείλονται σε οικονομικά προβλήματα: Ο Όρμπαν εκλέχτηκε το 2010, αφού η οικονομία της Ουγγαρίας είχε συρρικνωθεί κατά 6,6% το 2009. Αλλά παρόμοια προβλήματα δεν εξηγούν γιατί η Τσεχική Δημοκρατία, η οποία απολαμβάνει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά ανεργίας στην Ευρώπη, ψήφισε υπέρ ενός πλήθους από λαϊκίστικα κόμματα στις βουλευτικές εκλογές του περασμένου έτους ή γιατί η μισαλλοδοξία αυξάνεται στην οικονομικά επιτυχημένη Σλοβακία. Η Πολωνία είναι η πιο περίεργη περίπτωση. Η χώρα είχε την ταχύτερα αναπτυσσόμενη οικονομία στην Ευρώπη από το 2007 έως το 2017 και έχει δει την κοινωνική κινητικότητα να βελτιώνεται τα τελευταία χρόνια. Η έρευνα του Πολωνού κοινωνιολόγου Maciej Gdula έδειξε ότι οι πολιτικές συμπεριφορές των Πολωνών δεν εξαρτώνται από το αν έχουν επωφεληθεί μεμονωμένα από τη μετακομμουνιστική μετάβαση. Η [εκλογική] βάση του κυβερνώντος κόμματος περιλαμβάνει πολλούς που είναι ικανοποιημένοι με την ζωή τους και έχουν συμμετάσχει στην ευημερία της χώρας τους.

05102018-2.jpg

Προεκλογικές αφίσες του πρωθυπουργού της Ουγγαρίας, Viktor Orban, τον Απρίλιο του 2018. BERNADETT SZABO / REUTERS
-------------------------------------------------------------

Οι λεπτομέρειες της λαϊκιστικής στροφής της ανατολικής Ευρώπης ποικίλλουν από χώρα σε χώρα, όπως άλλωστε και ο χαρακτήρας και οι πολιτικές των μεμονωμένων λαϊκιστικών κυβερνήσεων. Στην Ουγγαρία, το Fidesz χρησιμοποίησε την συνταγματική του πλειοψηφία για να ξαναγράψει τους κανόνες του παιχνιδιού [6]: Τα μαστορέματα του Orban με το εκλογικό σύστημα της χώρας έχουν μετατρέψει την «πολυφωνία του σε μια υπερπλειοψηφία», σύμφωνα με τα λόγια του κοινωνιολόγου Kim Lane Scheppele. Επιπλέον, η διαφθορά είναι διαδεδομένη. Σε άρθρο του τον Μάρτιο του 2017 στο περιοδικό The Atlantic, ο συγγραφέας David Frum ανέφερε έναν ανώνυμο παρατηρητή ο οποίος είπε για το σύστημα του Fidesz: «Το όφελος του να ελέγχεις ένα σύγχρονο κράτος είναι λιγότερο η εξουσία του να διώκεις τους αθώους, και περισσότερη η δύναμη του να προστατεύεις τον ένοχο».

Η κυβέρνηση της Πολωνίας επιδίωξε επίσης να διαλύσει τους ελέγχους και τις ισορροπίες, ιδίως μέσω των αλλαγών στο συνταγματικό δικαστήριο. Σε αντίθεση με την ουγγρική κυβέρνηση, ωστόσο, είναι βασικά καθαρή όταν πρόκειται για την διαφθορά. Οι πολιτικές της επικεντρώνονται λιγότερο στον έλεγχο της οικονομίας ή στην δημιουργία μιας πιστής μεσαίας τάξης και περισσότερο στην ηθική επανεκπαίδευση του έθνους. Η πολωνική κυβέρνηση προσπάθησε να ξαναγράψει την ιστορία, κάτι που σηματοδοτήθηκε μια εμφατικά μέσω ενός πρόσφατου νόμου που καθιστά παράνομο να κατηγορείται η Πολωνία για το Ολοκαύτωμα. Στην Δημοκρατία της Τσεχίας, εν τω μεταξύ, ο πρωθυπουργός Andrej Babis οδήγησε το κόμμα του στη νίκη πέρυσι υποσχόμενος να διοικήσει το κράτος σαν μια εταιρεία.

Παρά ταύτα, κάτω από αυτές τις διαφορές βρίσκεται μια ρητορική κοινοτοπιών. Σε όλη την ανατολική Ευρώπη, εμφανίζεται μια νέα αντιφιλελεύθερη συναίνεση, που χαρακτηρίζεται από ξενοφοβικό εθνικισμό και υποστηρίζεται, κατά κάποιο τρόπο απροσδόκητα, από νέους που ενηλικιώθηκαν μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού. Ενώ οι φιλελεύθεροι που κυριάρχησαν στην δεκαετία του 1990 ασχολήθηκαν με τα δικαιώματα των εθνοτικών, θρησκευτικών και σεξουαλικών μειονοτήτων, αυτή η νέα συναίνεση αφορά τα δικαιώματα της πλειοψηφίας.

Όπου κι αν αναλαμβάνουν την εξουσία, οι συντηρητικοί λαϊκιστές χρησιμοποιούν την κυβέρνηση για να εμβαθύνουν την πολιτιστική και πολιτική πόλωση και να υπερασπιστούν αυτό που ο Αμερικανός ιστορικός Richard Hofstadter χαρακτήρισε «το παρανοϊκό στυλ» στην πολιτική. Αυτό το στυλ κυκλοφορεί σε μεγάλο βαθμό σε θεωρίες συνωμοσίας, όπως η πεποίθηση, που συμμερίζονται πολλοί ψηφοφόροι του PiS, ότι η αεροπορική συντριβή το 2010 που σκότωσε τον πρόεδρο Lech Kaczynski -τον αδελφό του ηγέτη του PiS, Jaroslaw Kaczysnki- ήταν προϊόν δολοφονίας και όχι ατύχημα. Αυτή η παράνοια αναδεικνύεται επίσης από τους ισχυρισμούς του Fidesz ότι οι Βρυξέλλες, με την βοήθεια του γεννημένου στην Ουγγαρία δισεκατομμυριούχου George Soros, σχεδιάζουν κρυφά να πλημμυρίσουν την Ουγγαρία με μετανάστες.

Οι λαϊκιστές της Ανατολικής Ευρώπης αναπτύσσουν επίσης ένα παρόμοιο πολιτικό λεξιλόγιο, ανακηρύσσοντας τους εαυτούς τους ως την αυθεντική φωνή του έθνους ενάντια στους εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς του. Όπως δηλώνει ο πολιτικός επιστήμονας Jan-Werner Müller, οι «λαϊκιστές υποστηρίζουν ότι αυτοί και μόνον αυτοί αντιπροσωπεύουν τον λαό», μια αξίωση που δεν είναι εμπειρική αλλά «πάντα ξεκάθαρα ηθική». Το Fidesz και το PiS δεν προσποιούνται ότι είναι για όλους τους Ούγγρους ή όλους τους Πολωνούς, αλλά επιμένουν ότι αντιπροσωπεύουν όλους τους αληθινούς Ούγγρους και όλους τους αληθινούς Πολωνούς. Μετασχηματίζουν την δημοκρατία από ένα μέσο ενσωμάτωσης σε ένα [μέσο] αποκλεισμού, απονομιμοποιώντας μη πλειοψηφικά θεσμικά όργανα, με το να τα χαρακτηρίζουν ως εμπόδια στην βούληση του λαού.

Ένα άλλο κοινό χαρακτηριστικό του λαϊκισμού της Ανατολικής Ευρώπης είναι η «στάση του Ιανού» [στμ: διπροσωπία] έναντι της ΕΕ. Σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις του Ευρωβαρόμετρου, οι Ανατολικοευρωπαίοι συγκαταλέγονται μεταξύ των πιο φιλο-ευρωπαίων πολιτών στην ευρωπαϊκή ήπειρο, αλλά ψηφίζουν υπέρ ορισμένων από τις πιο ευρωσκεπτικιστικές κυβερνήσεις. Αυτές οι κυβερνήσεις, με την σειρά τους, χρησιμοποιούν τις Βρυξέλλες ως ρητορικό σάκο του μποξ, ενώ επωφελούνται από την οικονομική γενναιοδωρία τους. Η ουγγρική οικονομία αναπτύχθηκε κατά 4,6% μεταξύ του 2006 και του 2015, ωστόσο, μια μελέτη της KPMG και της ουγγρικής οικονομικής εταιρείας ερευνών GKI εκτιμά ότι χωρίς τα κονδύλια της ΕΕ θα είχε συρρικνωθεί κατά 1,8%. Και η Πολωνία είναι ο μεγαλύτερος αποδέκτης χρημάτων από τα ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά και Επενδυτικά Ταμεία, τα οποία προωθούν την οικονομική ανάπτυξη στις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες της ΕΕ.

Η στήριξη για τον αντιφιλελεύθερο (illiberal) λαϊκισμό αυξάνεται εδώ και χρόνια στην ευρύτερη περιοχή, αλλά η κατανόηση της μεγάλης ελκυστικότητάς του στην ανατολική Ευρώπη απαιτεί την επανεξέταση της ιστορίας της περιοχής στις δεκαετίες μετά το τέλος του κομμουνισμού. Είναι η κληρονομιά των επαναστάσεων του 1989, σε συνδυασμό με τα πιο πρόσφατα σοκ που προκλήθηκαν από την παρακμή της αμερικανικής ισχύος και την κρίση της ΕΕ, που έθεσαν σε κίνηση την σημερινή λαϊκιστική έκρηξη.

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑ, ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑ

Αν και ο λαϊκισμός της ανατολικής Ευρώπης ήταν ήδη σε άνοδο από την αρχή της τρέχουσας δεκαετίας, η προσφυγική κρίση [8] του 2015-16 την κατέστησε κυρίαρχη πολιτική δύναμη στην περιοχή. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η μεγάλη πλειοψηφία των Ανατολικοευρωπαίων ανησυχεί για τους μετανάστες και τους πρόσφυγες. Μια μελέτη του Ipsos τον Σεπτέμβριο του 2017 αποκάλυψε ότι μόνο το 5% των Ούγγρων και το 15% των Πολωνών πιστεύουν ότι η μετανάστευση είχε θετικό αντίκτυπο στην χώρα τους, και ότι το 67% των Ούγγρων και το 51% των Πολωνών πιστεύουν πως τα σύνορα των χωρών τους θα πρέπει να είναι εντελώς κλειστά για τους πρόσφυγες.

Κατά την διάρκεια της κρίσης των προσφύγων, οι εικόνες των μεταναστών που εισέρχονταν στην Ευρώπη πυροδότησαν έναν δημογραφικό πανικό στην ανατολική Ευρώπη, όπου οι άνθρωποι άρχισαν να φαντάζονται ότι οι εθνικοί πολιτισμοί τους απειλούνταν με εξαφάνιση. Η περιοχή σήμερα αποτελείται από μικρές, γηρασμένες, εθνικά ομοιογενείς κοινωνίες -για παράδειγμα, μόνο το 1,6% των κατοίκων της Πολωνίας γεννήθηκαν εκτός της χώρας και μόνο το 0,1% είναι Μουσουλμάνοι. Στην πραγματικότητα, η πολιτιστική και εθνοτική ποικιλομορφία, και όχι ο [οικονομικός] πλούτος, είναι η πρωταρχική διαφορά μεταξύ της ανατολικής και της δυτικής Ευρώπης σήμερα. Συγκρίνετε την Αυστρία και την Ουγγαρία, [που είναι] γειτονικές χώρες παρόμοιου μεγέθους που κάποτε ενοποιήθηκαν υπό την αυτοκρατορία των Αψβούργων. Οι αλλοδαποί πολίτες αποτελούν λιγότερο από το 2% του ουγγρικού πληθυσμού˙ στην Αυστρία, αποτελούν το 15%. Μόνο το 6% των Ούγγρων είναι γεννημένοι στο εξωτερικό και αυτοί είναι συντριπτικά εθνοτικοί Ούγγροι μετανάστες από την Ρουμανία. Στην Αυστρία, το αντίστοιχο ποσοστό είναι 16%. Στην πολιτική φαντασία της Ανατολικής Ευρώπης, η πολιτισμική και εθνοτική ποικιλομορφία θεωρείται ως υπαρξιακή απειλή και η αντίθεση σε αυτή την απειλή διαμορφώνει τον πυρήνα του νέου αντιφιλελευθερισμού.

05102018-3.jpg

Ένας Ανατολικογερμανός κραδαίνει ένα δυτικογερμανικό διαβατήριο ενώ διασχίζει τα σύνορα από την Ουγγαρία στην Αυστρία, τον Σεπτέμβριο του 1989. STR OLD / REUTERS
--------------------------------------------------------------------

Κάποιο τμήμα από αυτόν τον φόβο [έναντι] της διαφορετικότητας μπορεί να έχει τις ρίζες του σε ιστορικά τραύματα, όπως η αποσύνθεση της πολυπολιτισμικής αυτοκρατορίας των Αψβούργων μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και η σοβιετική κατοχή της Ανατολικής Ευρώπης μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αλλά το πολιτικό σοκ της κρίσης των προσφύγων δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο από την ιστορία της περιοχής. Μάλλον, οι Ανατολικοευρωπαίοι αντιλήφθηκαν κατά την διάρκεια της κρίσης των προσφύγων ότι αντιμετωπίζουν μια νέα παγκόσμια επανάσταση. Αυτή δεν ήταν μια επανάσταση των μαζών αλλά μια [επανάσταση] των μεταναστών˙ ήταν εμπνευσμένη όχι από ιδεολογικά οράματα του μέλλοντος αλλά από εικόνες της πραγματικής ζωής στην άλλη πλευρά ενός συνόρου. Εάν η παγκοσμιοποίηση έχει κάνει τον κόσμο ένα χωριό, έχει επίσης υποβληθεί στην τυραννία των παγκόσμιων συγκρίσεων. Αυτές τις μέρες, οι άνθρωποι στις φτωχότερες περιοχές του κόσμου σπάνια συγκρίνουν την ζωή τους με εκείνες των γειτόνων τους˙ την συγκρίνουν με εκείνες των πιο ευημερούντων κατοίκων του πλανήτη, των οποίων ο πλούτος βρίσκεται σε πλήρη θέαση χάρη στην παγκόσμια διάδοση των τεχνολογιών των επικοινωνιών. Ο Γάλλος φιλελεύθερος φιλόσοφος Ρεϊμόν Αρόν είχε δίκιο όταν παρατηρούσε πριν από πέντε δεκαετίες ότι «με την ανθρωπότητα στο δρόμο προς την ενοποίηση, η ανισότητα μεταξύ των λαών κερδίζει την σημασία που είχε η ανισότητα μεταξύ των τάξεων». Αν είσαι φτωχός άνθρωπος στην Αφρική που επιδιώκεις μια οικονομικά ασφαλή ζωή για τα παιδιά σου, το καλύτερο που μπορείς να κάνεις γι’ αυτά είναι να βεβαιωθείς ότι θα γεννηθούν σε μια πλούσια χώρα όπως η Δανία, η Γερμανία ή η Σουηδία -ή, αν αυτό δεν πετύχει, η Τσεχική Δημοκρατία ή η Πολωνία. Η αλλαγή σημαίνει όλο και περισσότερο την αλλαγή της χώρας σου, όχι της κυβέρνησής σου. Και οι Ανατολικοευρωπαίοι αισθάνονται ότι απειλούνται από αυτή την επανάσταση.

Η μεγάλη ειρωνεία είναι ότι αν και η ανατολική Ευρώπη αντιδρά σήμερα με πανικό στη μαζική μετανάστευση, οι επαναστάσεις του 1989 ήταν οι πρώτες, στις οποίες η επιθυμία για έξοδο από την χώρα, αντί για την απόκτηση της μεγαλύτερης φωνής μέσα σε αυτήν, ήταν ο πρωταρχικός παράγοντας της αλλαγής. Μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου, πολλοί στο πρώην κομμουνιστικό μπλοκ εξέφρασαν την επιθυμία τους για αλλαγή με τη μετανάστευσή τους στην Δύση αντί να μένουν στην πατρίδα τους για να συμμετάσχουν στην δημοκρατική πολιτική. Το 1989 οι Ανατολικοευρωπαίοι δεν ονειρεύονταν έναν τέλειο κόσμο˙ ονειρεύονταν μια κανονική ζωή σε μια κανονική χώρα. Εάν υπήρχε μια ουτοπία κοινή τόσο στην αριστερά όσο και στην δεξιά κατά τη μετακομμουνιστική μετάβαση της περιοχής, ήταν η ουτοπία της ομαλότητας. Τα πειράματα απαγορεύτηκαν. Το 1990, ο Τσέχος υπουργός Οικονομικών, Vaclav Klaus (ο οποίος αργότερα έγινε πρωθυπουργός και στην συνέχεια πρόεδρος), δήλωσε για την εύρεση ενός μέσου εδάφους ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό: «Ο τρίτος δρόμος είναι ο γρηγορότερος δρόμος προς τον Τρίτο Κόσμο». Οι Ανατολικοευρωπαίοι ακολουθούν τις ίδιες γραμμές με την γερμανική επανένωση, και στις αρχές της δεκαετίας του 1990 πολλοί Τσέχοι, Ούγγροι και Πολωνοί ζήλευαν τους Ανατολικογερμανούς, στους οποίους διανεμήθηκαν γερμανικά διαβατήρια και μπορούσαν να ξοδέψουν αμέσως το γερμανικό μάρκο.

Οι επαναστάσεις προκαλούν, κατά κανόνα, σημαντικές δημογραφικές διαταραχές. Όταν ξέσπασε η γαλλική επανάσταση, πολλοί από τους αντιπάλους της έφυγαν. Όταν οι Μπολσεβίκοι πήραν την εξουσία στην Ρωσία, εκατομμύρια Ρώσοι διέφυγαν. Αλλά σε αυτές τις περιπτώσεις, ήταν οι ηττημένοι, οι εχθροί της επανάστασης, που είδαν το μέλλον τους έξω από την χώρα τους. Μετά τις επαναστάσεις το 1989, αντίθετα, εκείνοι που ήταν πιο πρόθυμοι να ζήσουν στην Δύση, εκείνοι που ήταν πιο ανυπόμονοι να δουν τις χώρες τους να αλλάζουν, ήταν οι πρώτοι που έφυγαν. Για πολλούς φιλελεύθερους Ανατολικοευρωπαίους, η δυσπιστία στην εθνικιστική νομιμοφροσύνη και η προοπτική ένταξης στον σύγχρονο κόσμο καθιστούν την μετανάστευση λογική και νομιμοποιημένη επιλογή.

Ως αποτέλεσμα, οι επαναστάσεις του 1989 είχαν το διεστραμμένο αποτέλεσμα της επιτάχυνσης της μείωσης του πληθυσμού στις πρόσφατα απελευθερωμένες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Από το 1989 έως το 2017, η Λετονία έχασε το 27% του πληθυσμού της, η Λιθουανία το 23% και η Βουλγαρία σχεδόν το 21%. Η Ουγγαρία έχασε σχεδόν το 3% του πληθυσμού της μόλις τα τελευταία δέκα χρόνια. Και το 2016, περίπου ένα εκατομμύριο Πολωνοί ζούσαν στο Ηνωμένο Βασίλειο μόνο. Αυτή η μετανάστευση των νέων και ταλαντούχων εμφανίστηκε σε χώρες που είχαν ήδη γηράσκοντες πληθυσμούς και χαμηλά ποσοστά γεννήσεων. Μαζί, αυτές οι τάσεις στήνουν το σκηνικό για έναν δημογραφικό πανικό.

Έτσι, τόσο η μετανάστευση όσο και ο φόβος της μετανάστευσης, εξηγούν καλύτερα την άνοδο του λαϊκισμού [9] στην ανατολική Ευρώπη. Η επιτυχία του εθνικιστικού λαϊκισμού, που τροφοδοτεί την αίσθηση ότι η ταυτότητα μιας χώρας απειλείται, είναι το αποτέλεσμα της μαζικής εξόδου των νέων από την περιοχή, σε συνδυασμό με την προοπτική μιας μεγάλης κλίμακας μετανάστευσης, οι οποίες μαζί έβαλαν σε λειτουργία τις σειρήνες του δημογραφικού συναγερμού. Η μετακόμιση στην Δύση ήταν ισοδύναμη με την άνοδο της κοινωνικής θέσης και ως αποτέλεσμα, οι Ανατολικοευρωπαίοι που έμειναν στις χώρες τους άρχισαν να αισθάνονται σαν τους ηττημένους που είχαν μείνει πίσω. Στις χώρες όπου οι περισσότεροι νέοι ονειρεύονται να φύγουν, η επιτυχία στην πατρίδα είναι απαξιωμένη.

Τα τελευταία χρόνια, η αυξανόμενη επιθυμία για αυτοεπιβεβαίωση έχει επίσης κάνει τους Ανατολικοευρωπαίους να εκνευρίζονται με το να παίρνουν εντολές από τις Βρυξέλλες. Αν και κατά την δεκαετία του 1990 οι πολιτικοί της περιοχής, λαχταρώντας να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ, ήταν πρόθυμοι να ακολουθήσουν το φιλελεύθερο σενάριο, σήμερα επιθυμούν να διεκδικήσουν τα πλήρη δικαιώματά τους ως μέλη του ευρωπαϊκού κλαμπ. Η ενσωμάτωση της Ανατολικής Ευρώπης στην ΕΕ αντικατοπτρίζει σε εθνικό επίπεδο την εμπειρία της ένταξης που είναι οικεία από τις ιστορίες των μεταναστών σε όλο τον κόσμο. Οι μετανάστες πρώτης γενιάς επιθυμούν να κερδίσουν την αποδοχή με το να εσωτερικοποιούν τις αξίες της χώρας που τους υποδέχεται˙ οι μετανάστες δεύτερης γενιάς, που γεννήθηκαν στη νέα χώρα, φοβούνται ότι μπορεί να αντιμετωπίζονται ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας και συχνά ανακαλύπτουν εκ νέου ένα ενδιαφέρον για τις παραδόσεις και τις αξίες της κουλτούρας των γονιών τους. Κάτι παρόμοιο συνέβη με τις κοινωνίες της Ανατολικής Ευρώπης μετά την ένταξή τους στην ΕΕ. Πολλοί άνθρωποι στις χώρες αυτές έκριναν ότι η παρέμβαση των Βρυξελλών στην εγχώρια πολιτική τους ήταν καλοπροαίρετη. Με την πάροδο του χρόνου, έχουν αρχίσει να την βλέπουν ως μια απαράδεκτη προσβολή στην κυριαρχία των εθνών τους.

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Το τελικό συστατικό της αντιφιλελεύθερης στροφής της Ανατολικής Ευρώπης είναι το βαθύ ρεύμα της γεωπολιτικής ανασφάλειας που έπληττε πάντα την περιοχή. Το 1946, ο Ούγγρος διανοούμενος Istvan Bibo δημοσίευσε ένα εγχειρίδιο με τίτλο «Η δυστυχία των μικρών κρατών της Ανατολικής Ευρώπης» (The Misery of the Small States of Eastern Europe). Σε αυτό υποστηρίζει ότι η δημοκρατία στην περιοχή θα κρατιέται πάντα ως όμηρος των μακροχρόνιων αποτελεσμάτων των ιστορικών τραυμάτων, τα περισσότερα από τα οποία σχετίζονται με την ιστορία της κυριαρχίας των ανατολικοευρωπαϊκών κρατών από εξωτερικές δυνάμεις. Η Πολωνία, για παράδειγμα, έπαψε να υπάρχει ως ανεξάρτητο κράτος μετά τον διαμελισμό της από την Αυστρία, την Πρωσία και την Ρωσία στα τέλη του 18ου αιώνα. Η Ουγγαρία, εν τω μεταξύ, είδε μια εθνικιστική επανάσταση να συντρίβεται το 1849, πριν χάσει περισσότερα από τα δύο τρίτα της επικράτειάς της και το ήμισυ του πληθυσμού της με την Συνθήκη του Τριανόν το 1920.

Αυτά τα ιστορικά τραύματα δεν έκαναν τις κοινωνίες της Ανατολικής Ευρώπης μόνο να φοβούνται και να απεχθάνονται τις εξωτερικές δυνάμεις˙ επίσης, όπως υποστήριξε ο Bibo, εξασφάλισε σε αυτές τις χώρες την πεποίθηση ότι «η πρόοδος της ελευθερίας απειλεί την εθνική αιτία». Έχουν μάθει να είναι καχύποπτες για οποιαδήποτε κοσμοπολίτικη ιδεολογία που διασχίζει τα σύνορά τους, είτε πρόκειται για την οικουμενικότητα της Καθολικής Εκκλησίας, τον φιλελευθερισμό της ύστερης αυτοκρατορίας των Αψβούργων είτε τον μαρξιστικό διεθνισμό. Ο Τσέχος συγγραφέας και αντιφρονών, Μίλαν Κούντερα, συνέλαβε αυτή την αίσθηση της ανασφάλειας καλά όταν όρισε ένα μικρό έθνος ως «ένα [έθνος] που η ίδια η ύπαρξή του μπορεί να αμφισβητηθεί ανά πάσα στιγμή». Ένας πολίτης μιας μεγάλης χώρας παίρνει την επιβίωση του έθνους του ως δεδομένη. «Οι ύμνοι του μιλάνε μόνο για μεγαλοπρέπεια και αιωνιότητα. Ωστόσο, ο πολωνικός ύμνος ξεκινάει με τον στίχο: Η Πολωνία δεν έχει ακόμη χαθεί».

05102018-4.jpg

Σημαίες της ΕΕ και της Πολωνίας σε αντικυβερνητική διαδήλωση στην Βαρσοβία, τον Δεκέμβριο του 2015. KACPER PEMPEL / REUTERS
----------------------------------------------------------------

Εάν ένα αποτέλεσμα της ανατολικοευρωπαϊκής μετανάστευσης μετά το 1989 ήταν να ξεκινήσει ο δημογραφικός πανικός που αργότερα θα είχε πλήρη μορφή κατά την διάρκεια της προσφυγικής κρίσης, ένα άλλο, εξίσου σημαντικό αποτέλεσμα ήταν να στερηθούν οι χώρες της περιοχής από τους πολίτες οι οποίοι ήταν πιθανότερο να γίνουν εγχώριοι υπερασπιστές της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Ως αποτέλεσμα, η φιλελεύθερη δημοκρατία στην Ανατολική Ευρώπη άρχισε να βασίζεται όλο και περισσότερο στην υποστήριξη εξωτερικών παραγόντων όπως η ΕΕ και οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες με την πάροδο του χρόνου θεωρήθηκαν ως οι πραγματικοί περιορισμοί στην δύναμη των πλειοψηφιών στην περιοχή. Η επιθυμία του Βουκουρεστίου να ενταχθεί στην ΕΕ ήταν, για παράδειγμα, πρωταρχικά υπεύθυνη για την απόφασή της να επιλύσει μια μακρόχρονη διαμάχη με την Ουγγαρία σχετικά με τα δικαιώματα των εθνοτικών Ούγγρων στην Ρουμανία. Και οι κανόνες επιλεξιμότητας της ΕΕ, γνωστοί ως «κριτήρια της Κοπεγχάγης», καθιστούν προϋπόθεση για την ένταξη στην Ένωση τη νομική προστασία των μειονοτήτων.

Ο κεντρικός ρόλος της ΕΕ και των Ηνωμένων Πολιτειών για την εδραίωση των φιλελεύθερων δημοκρατιών της Ανατολικής Ευρώπης σήμαινε ότι οι δημοκρατίες αυτές παρέμεναν ασφαλείς μόνο εφόσον η κυριαρχία των Βρυξελλών και της Ουάσιγκτον στην Ευρώπη ήταν αναμφισβήτητη. Ωστόσο, κατά την τελευταία δεκαετία, η γεωπολιτική κατάσταση έχει αλλάξει [10]. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ήδη πληγεί από ακριβούς πολέμους στο εξωτερικό και η χρηματοπιστωτική κρίση πριν από την εκλογή του Donald Trump ως προέδρου τους, έθεσε σοβαρά ερωτήματα σχετικά με την δέσμευση της Ουάσιγκτον προς τους συμμάχους της. Στην Ευρώπη, εν τω μεταξύ, τα διαδοχικά σοκ των κρίσεων χρέους, η προσφυγική κρίση και το Brexit αμφισβήτησαν το μέλλον της ίδιας της ΕΕ. Αυτό συνέβη ακριβώς όταν η Ρωσία, υπό την αυταρχική κυβέρνηση του προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν, άρχιζε να επαναβεβαιώνεται ως περιφερειακή δύναμη, καταλαμβάνοντας την Κριμαία από την Ουκρανία το 2014 και υποστηρίζοντας μια αποσχιστική εξέγερση στα ανατολικά της χώρας αυτής.

Ο Χάντιγκτον προέβλεψε το 1991 ότι μια ισχυρή, μη-δημοκρατική Ρωσία θα δημιουργούσε προβλήματα στις φιλελεύθερες δημοκρατίες της Ανατολικής Ευρώπης, και η άνοδος της Ρωσίας του Πούτιν τις έχει πράγματι υπονομεύσει. Για τους ηγέτες της Ανατολικής Ευρώπης, όπως ο Όρμπαν, ήδη μπουχτισμένους με τον φιλελευθερισμό, ο συνδυασμός της αυταρχικής διακυβέρνησης και της αντιδυτικής ιδεολογίας του Πούτιν χρησίμευσε ως πρότυπο προς μίμηση. Για πολλούς Πολωνούς, η επιστροφή της ρωσικής απειλής ήταν ένα ακόμα επιχείρημα για να ψηφίσουν μια αντιφιλελεύθερη κυβέρνηση που θα μπορούσε να προστατεύσει το έθνος. Σε άλλες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, όπως οι χώρες της Βαλτικής, η Ρωσία απλώς ενήργησε ως «χαλαστής» με το να επιχειρεί να διασπείρει παραπληροφόρηση. Σε όλη την περιοχή, η επιστροφή της γεωπολιτικής ανασφάλειας συνέβαλε στην εξασθένηση της ελκυστικότητας της φιλελεύθερης δημοκρατίας.

ΜΙΑ ΑΝΤΙΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΥΡΩΠΗ;

Ο λαϊκισμός της Ανατολικής Ευρώπης είναι ένα πρόσφατο φαινόμενο, αλλά έχει βαθιές ρίζες στην πολιτική της περιοχής και είναι απίθανο να εξαφανιστεί σύντομα. «Το ανησυχητικό για την ‘αντιφιλελεύθερη δημοκρατία’» του Όρμπαν, σύμφωνα με τον γεννημένο στην Ουγγαρία, Αυστριακό δημοσιογράφο Paul Lendvai, είναι ότι «το τέλος της δεν μπορεί να προβλεφθεί». Πράγματι, η αντιφιλελεύθερη δημοκρατία έχει γίνει η νέα μορφή αυταρχισμού για την οποία προειδοποίησε ο Χάντιγκτον περισσότερο από δύο δεκαετίες πριν. Αυτό που την καθιστά ιδιαίτερα επικίνδυνη είναι ότι πρόκειται περί ενός αυταρχισμού που γεννιέται στο πλαίσιο της ίδιας της δημοκρατίας.

Οι νέοι λαϊκιστές δεν είναι φασίστες. Δεν πιστεύουν στη μετασχηματιστική δύναμη της βίας, και δεν πλησιάζουν καν στο να είναι τόσο κατασταλτικοί όσο οι φασίστες. Αλλά αδιαφορούν για τους φιλελεύθερους «ελέγχους και ισορροπίες» και δεν βλέπουν την ανάγκη για συνταγματικούς περιορισμούς στην ισχύ της πλειοψηφίας -περιορισμοί που αποτελούν κεντρικό τμήμα του δικαίου της ΕΕ. Η βασική πρόκληση που θέτει ο λαϊκισμός της Ανατολικής Ευρώπης δεν είναι επομένως η ύπαρξη της δημοκρατίας στο επίπεδο του έθνους, αλλά η συνοχή της ΕΕ. Καθώς περισσότερες χώρες στην περιοχή στρέφονται προς τον αντιφιλελευθερισμό, θα συνεχίσουν να έρχονται σε σύγκρουση με τις Βρυξέλλες και θα ψάχνουν τα όρια της ισχύος της ΕΕ, όπως έχει ήδη κάνει η Πολωνία με τις δικαστικές μεταρρυθμίσεις της. Τελικά, ο κίνδυνος είναι ότι η ΕΕ θα μπορούσε να αποσυντεθεί, και η Ευρώπη θα μπορούσε να γίνει μια ήπειρος διχασμένη και ανελεύθερη.

Copyright © 2018 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/hungary/2018-04-16/eastern-europ...

Σύνδεσμοι:
[1] http://www.upenn.edu/pennpress/book/15679.html
[2] https://www.ned.org/docs/Samuel-P-Huntington-Democracy-Third-Wave.pdf
[3] https://www.foreignaffairs.com/articles/china/2016-04-19/watching-americ...
[4] https://www.foreignaffairs.com/articles/hungary/2017-12-22/europes-autho...
[5] https://www.foreignaffairs.com/articles/central-europe/2017-11-03/why-po...
[6] https://www.foreignaffairs.com/articles/hungary/2017-04-12/hungary-turni...
[7] https://www.theatlantic.com/magazine/archive/2017/03/how-to-build-an-aut...
[8] https://www.foreignaffairs.com/reviews/review-essay/2017-02-13/destinati...
[9] https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2016-10-17/populis...
[10] https://www.foreignaffairs.com/anthologies/2017-02-23/what-was-liberal-o...

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition