Η υψηλού ρίσκου επίθεση της αντιπολίτευσης στον Maduro | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η υψηλού ρίσκου επίθεση της αντιπολίτευσης στον Maduro

Θα αποδώσει το στοίχημα του Guaidó;
Περίληψη: 

Από τότε που ανέλαβε ο Maduro το 2013, η οικονομία της Βενεζουέλας έχει συρρικνωθεί κατά σχεδόν 50%, η παραγωγή πετρελαίου μειώθηκε σε επίπεδα του 1950 και ο πληθωρισμός έφτασε στο 1.000.000%. Ο υποσιτισμός έπληξε πολλούς από το σχεδόν 90% των Βενεζουελάνων που ζουν τώρα στην φτώχεια, και εκατομμύρια διέφυγαν στο εξωτερικό για να βρουν μια καλύτερη ζωή.

Ο HAROLD TRINKUNAS είναι αναπληρωτής διευθυντής του Center for International Security and Cooperation του Πανεπιστημίου Στάνφορντ και ανώτερος συνεργάτης του Brookings Institution.

Στις 23 Ιανουαρίου, η -υπό την ηγεσία της αντιπολίτευσης- Εθνοσυνέλευση της Βενεζουέλας σόκαρε τον κόσμο. Ανακήρυξε τον πρόεδρο της χώρας, Nicolás Maduro, παράνομο, κήρυξε κενή την θέση του, και προχώρησε να ορκίσει τον αρχηγό της Εθνοσυνέλευσης, Juan Guaidó, ως προσωρινό πρόεδρο, σύμφωνα με τις συνταγματικές διατάξεις της Βενεζουέλας για την προεδρική διαδοχή. Λίγο αργότερα, οι Ηνωμένες Πολιτείες, ο Καναδάς και οι περισσότερες μεγάλες κυβερνήσεις στο δυτικό ημισφαίριο αναγνώρισαν τον Guaidó ως τον νόμιμο πρόεδρο της Βενεζουέλας.

Μια τέτοια τολμηρή και ενεργητική κίνηση ήρθε ως έκπληξη: Το 2018 ήταν ένα θλιβερό έτος για την αντιπολίτευση της Βενεζουέλας [1]. Παρά το γεγονός ότι κέρδισε τον έλεγχο του νομοθετικού σώματος το 2015 και ηγήθηκε μιας μαζικής καμπάνιας πολιτικής ανυπακοής το 2017, η αντιπολίτευση φαινόταν πιο μακριά από ποτέ από το να απομακρύνει την βαθιά αντιδημοφιλή αυταρχική κυβέρνηση του Maduro από την εξουσία. Τα μεγάλα αντι-Μαδούρο κόμματα είχαν σπαταλήσει την χρονιά μαχόμενα μεταξύ τους, διαμαρτυρόμενα για το ποιος φταίει για την αποτυχία τους και εκτοξεύοντας κατηγορίες ότι μερικά είχαν πουληθεί κρυφά στο καθεστώς.

28012019-1.jpg

Ο Juan Guaidó σε μια διαδήλωση στο Καράκας, λίγο μετά αυτοανακήρυξή του ως προσωρινού προέδρου, τον Ιανουάριο του 2019. CARLOS GARCIA RAWLINS / REUTERS
---------------------------------------------------------------------------

Κάθε λίγο, η οικονομική και πολιτική κρίση της Βενεζουέλας [2] επιδεινωνόταν. Η οικονομία έχει συρρικνωθεί κατά σχεδόν 50% από τότε που ο Maduro ανέλαβε την θέση του για πρώτη φορά το 2013, η παραγωγή πετρελαίου μειώθηκε σε επίπεδα που δεν παρατηρήθηκαν από το 1950 και ο πληθωρισμός έφτασε σε εκτιμώμενο ετήσιο ρυθμό ενός εκατομμυρίου τοις εκατό. Ο υποσιτισμός έπληξε πολλούς από το σχεδόν 90% των Βενεζουελάνων που ζουν τώρα στην φτώχεια, και εκατομμύρια διέφυγαν στο εξωτερικό για να βρουν μια καλύτερη ζωή, καθιστώντας την μεταναστευτική κρίση της Βενεζουέλας [3] την δεύτερη χειρότερη στον κόσμο μετά της Συρίας.

Ωστόσο, ο Μαδούρο επέμεινε. Η κυβέρνησή του προσκολλήθηκε στην εξουσία με την βοήθεια χρηματοδότησης από την Ρωσία και την Κίνα, με την υποστήριξη πληροφοριών από την Κούβα, και την αύξηση πωλήσεων χρυσού στην Τουρκία. Μέσα στο 2018, ο Maduro εξέπληττε σταθερά την αντιπολίτευση, ακόμη και διεκδικώντας τη νίκη στις προεδρικές εκλογές τον Μάιο που θεωρούνται παράνομες από ανεξάρτητους παρατηρητές και πάνω από 50 ξένες κυβερνήσεις. Για μεγάλο μέρος του περασμένου χρόνου, φαινόταν σαν ο Maduro να είχε στριμώξει την αντιπολίτευση στην γωνία.

Τι εξηγεί λοιπόν την ξαφνική ανατροπή; Βρήκε η αντιπολίτευση της Βενεζουέλας πάλι το χάρισμά της; Η απάντηση είναι ένα επιφυλακτικό «ναι». Κατ’ αρχάς, η αντιπολίτευση έχει τουλάχιστον προσωρινά ξεπεράσει την τάση της για αυτο-σαμποτάζ και κατακερματισμό. Δεύτερον, ανέπτυξε μια επιτυχημένη νέα προσέγγιση για να κινητοποιήσει τους δυσαρεστημένους Βενεζουελάνους εναντίον της κυβέρνησης. Τρίτον, έχει μεταφέρει στις ένοπλες δυνάμεις, ένα ακρογωνιαίο λίθο του καθεστώτος Maduro, αξιόπιστες διαβεβαιώσεις ότι οι στρατιωτικοί αξιωματικοί θα λάβουν αμνηστία για οποιαδήποτε εγκλήματα είχαν προηγουμένως διαπράξει εάν υποστηρίξουν μια μετάβαση στην δημοκρατία. Και τέλος, με την εξασφάλιση μιας ταχείας -και δύσκολο να αναστραφεί- αναγνώρισης του Guaidó από την διοίκηση Trump και τις κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής, η αντιπολίτευση σηματοδότησε στους εναπομείναντες υποστηρικτές του Maduro, ιδιαίτερα εκείνους του στρατού, ότι η διεθνής κοινότητα είναι δεσμευμένη στην αλλαγή.

ΞΑΝΑ ΣΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

Όπως έγραψα στο Foreign Affairs [4] τον περασμένο Ιανουάριο, ο αντιπολιτευτικός συνασπισμός της Βενεζουέλας οικοδομήθηκε αρχικά για να κερδίσει τις ανελεύθερες και άδικες εκλογές. Και τα κατάφερε, σαρώνοντας στις κοινοβουλευτικές εκλογές του 2015 με πλειοψηφία δύο τρίτων. Αλλά η αντιπολίτευση γρήγορα έμαθε ότι οι εκλογές δεν έχουν πλέον σημασία στην Βενεζουέλα. Ο πρόεδρος Maduro ακύρωσε την εκλογή δύο νομοθετών για να αρνηθεί στην αντιπολίτευση μια υπερ-πλειοψηφία, απαγόρευσε σε αξιωματούχους να καταθέσουν στο νομοθετικό σώμα, άσκησε βέτο σε όλη την Βουλή και, τέλος, συγκάλεσε μια κυβερνητικά κυριαρχούμενη συντακτική συνέλευση για να αναλάβει πολλές από τις λειτουργίες του κοινοβουλίου. Αποκλεισμένα από την εξουσία, τα κόμματα της αντιπολίτευσης είχαν πολύ λίγα κοινά, ιδεολογικά ή προγραμματικά, για να συνεργαστούν αποτελεσματικά.

Αυτό φαίνεται να έχει αλλάξει. Τα εκπληκτικά γεγονότα της 23ης Ιανουαρίου καθιστούν σαφές ότι τουλάχιστον κάποιοι ηγέτες της αντιπολίτευσης, ιδιαίτερα από τα κόμματα Primero Justicia και Voluntad Popular, έκαναν σιωπηρά την δουλειά τους, αναπτύσσοντας τόσο μια εγχώρια όσο και μια διεθνή στρατηγική για να πιέσουν τον Maduro να παραιτηθεί. Ο Guaidó του [κόμματος] Voluntad Popular -του οποίου ο ηγέτης, Leopoldo López, βρίσκεται υπό κατ’ οίκον περιορισμό από το 2014- ανέλαβε την προεδρία της Εθνοσυνέλευσης τον Δεκέμβριο του 2018, μια θέση που αλλάζει εκ περιτροπής μεταξύ των κομμάτων της αντιπολίτευσης που ελέγχουν το νομοθετικό σώμα.

Με τις ρίζες του στο φοιτητικό κίνημα της Βενεζουέλας, ο 35χρονος Guaidó είναι ένα φρέσκο πρόσωπο που έχει αποδειχθεί πιο ελκυστικό από τους προηγούμενους ηγέτες της αντιπολίτευσης. Ο Γκουαϊδό και οι σύμμαχοί του έχουν επιδιώξει μια νέα στρατηγική κινητοποίησης, συγκαλώντας υπαίθριες δημοτικές συνελεύσεις (γνωστές ως cabildos abiertos) για να έρθουν σε επικοινωνία με τους μέσους Βενεζουελάνους. Για πρώτη φορά μετά το τέλος των διαδηλώσεων του 2017, το κοινό έχει αποδείξει ότι ανταποκρίνεται. Όταν η λαϊκή αναταραχή προκάλεσε μια μικρή στρατιωτική εξέγερση στις 21 Ιανουαρίου, οι cabildos βοήθησαν να τεθούν οι βάσεις για μαζικές διαδηλώσεις στην Βενεζουέλα στις 23 Ιανουαρίου.