Το διαζύγιο του Brexit γίνεται πιο μπερδεμένο | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το διαζύγιο του Brexit γίνεται πιο μπερδεμένο

Το Ηνωμένο Βασίλειο και η ΕΕ θα είναι δεσμευμένοι μεταξύ τους για πολλά χρόνια
Περίληψη: 

Εάν το Ηνωμένο Βασίλειο αποχωρήσει χωρίς συμφωνία, δεν θα υπάρξει σύμφωνο διαζυγίου, καμία μεταβατική περίοδος, και καμία προστασία για τα ιρλανδικά σύνορα. Ο χωρισμός θα είναι καθαρός, υπό την έννοια ότι δεν θα ισχύσει κανένας από τους παλαιούς περιορισμούς. Αλλά θα είναι επίσης χαοτικός.

Η AMANDA SLOAT είναι ανώτερη υπότροφος Robert Bosch στο Center on the United States and Europe στο Ινστιτούτο Brookings.

Το διαζύγιο είναι επώδυνο, ειδικά όταν ένας γάμος έχει διαρκέσει για περισσότερο από 40 χρόνια και η ζωή και τα οικονομικά είναι βαθιά αλληλένδετα. Τα συναισθήματα είναι έντονα, τα περιουσιακά στοιχεία αμφισβητούνται, και αμέτρητες λεπτομέρειες πρέπει να αντιμετωπιστούν. Η απόφαση του Ηνωμένου Βασιλείου να εγκαταλείψει την Ευρωπαϊκή Ένωση τον Ιούνιο του 2016 δεν ήταν διαφορετική: Οι διαπραγματεύσεις για το διαζύγιο [1] προκάλεσαν έντονες συζητήσεις σχετικά με τις μελλοντικές σχέσεις του Ηνωμένου Βασιλείου με την Ευρωπαϊκή Ένωση και βεβιασμένες διευθετήσεις με την Βόρεια Ιρλανδία [2] και την Σκωτία.

28032019-1.jpg

Υποστηρικτής της ΕΕ σε μια διαδήλωση στο Λονδίνο, τον Μάρτιο του 2019. KEVIN COOMBS / REUTERS
---------------------------------------------------------------------

Η βρετανική κυβέρνηση υπήρξε από την αρχή ένα αμφίθυμο μέλος της οικογένειας της ΕΕ. Το 1957, το Ηνωμένο Βασίλειο επέλεξε να μην συμμετάσχει από την αρχή στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα, απρόθυμο να παραχωρήσει κυριαρχία σε ένα υπερεθνικό θεσμικό όργανο και ανησυχώντας ότι θα κάνει ζημιά στους δεσμούς του με την Κοινοπολιτεία. Το 1973, η βρετανική κυβέρνηση προσχώρησε στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Όμως, με την πάροδο των ετών, διαπραγματεύτηκε μια έκπτωση που μείωνε τις οικονομικές της συνεισφορές και δεν συμμετείχε σε διάφορες εμβληματικές πολιτικές, συμπεριλαμβανομένου του ευρώ και του χώρου Σένγκεν.

Όταν ο πρώην πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον διεξήγαγε δημοψήφισμα για την ένταξη στην ΕΕ τον Ιούνιο του 2016, επιδίωξε να τερματίσει μια μακροχρόνια διαφωνία εντός του Συντηρητικού Κόμματός του για την θέση του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ευρώπη. Οι δημοσκοπήσεις [3] έδειξαν ότι το κοινό δεν αναγνώριζε την Ευρώπη ως το σημαντικότερο ζήτημα πριν να ανακοινώσει το δημοψήφισμα στις αρχές του 2016. Μετά από μια αμφισβητούμενη εκστρατεία, οι Βρετανοί ψηφοφόροι επέλεξαν με διαφορά 51,9 έναντι 48,1% να εγκαταλείψουν την ΕΕ. Οι στάσεις ποίκιλλαν σε ολόκληρη την χώρα, με σταθερές πλειοψηφίες στην Σκωτία, την Βόρεια Ιρλανδία και το Λονδίνο να προτιμούν να παραμείνουν [εντός της ΕΕ].

Στις 29 Μαρτίου 2017, η βρετανική κυβέρνηση κοινοποίησε στην ΕΕ την πρόθεσή της να αποσυρθεί, επικαλούμενη το άρθρο 50 [4] της Συνθήκης της Λισαβόνας της ΕΕ. Τον Ιούνιο του 2017, οι δύο πλευρές άρχισαν περίπλοκες διαπραγματεύσεις για τους όρους του χωρισμού που είχε προγραμματιστεί να τεθεί σε ισχύ στις 29 Μαρτίου 2019. Το Λονδίνο δέχθηκε την προτιμώμενη από τις Βρυξέλλες αλληλουχία για τις συνομιλίες: Οριστικοποίηση του διαζυγίου πριν την αντιμετώπιση του μέλλοντος. Υπήρχε λογική στην προσέγγιση αυτή, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση θέλησε το Ηνωμένο Βασίλειο να κάνει ένα καθαρό διαζύγιο πριν οριστούν νέες ρυθμίσεις. Τον Νοέμβριο του 2018, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ευρωπαϊκή Ένωση διαπραγματεύθηκαν μια νομικά δεσμευτική συμφωνία αποχώρησης που καθόριζε τους όρους αποχώρησης, καθώς και μια μη νομικά δεσμευτική πολιτική δήλωση που καθορίζει τις κατευθυντήριες αρχές για μια μελλοντική σχέση. Το Βρετανικό Κοινοβούλιο προσπάθησε να επικυρώσει αυτά τα έγγραφα εν μέσω επιχειρημάτων σχετικά με την προτιμώμενη φύση της σχέσης του Ηνωμένου Βασιλείου με την Ευρώπη, σε μεγάλο βαθμό σύμφωνα με το πνεύμα των συζητήσεων που προκάλεσαν το δημοψήφισμα.

Το backstop για την Βόρεια Ιρλανδία έχει καταστεί αντιπροσωπευτικό για αυτή την διαμάχη. Το Ηνωμένο Βασίλειο αποτελεί επί του παρόντος μέρος της τελωνειακής ένωσης και της ενιαίας αγοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θα αποχωρήσει και από τα δύο μετά το Brexit, κάτι που θα αναβιβάσει το καθεστώς των ιρλανδικών συνόρων σε τελωνειακό σύνορο με τους σχετικούς ελέγχους. Αυτό θα ήταν πρακτικά δύσκολο και ψυχολογικά καταστροφικό για πολλούς που ζουν στην Βόρεια Ιρλανδία, δεδομένης της ιστορίας των βίαιων συγκρούσεων και της πρόσφατης επιτυχίας στην απομάκρυνση στρατιωτικών παρατηρητηρίων και σημείων ελέγχου στα σύνορα ως μέρος της ειρηνευτικής διαδικασίας.

Τόσο το Ηνωμένο Βασίλειο όσο και η Ευρωπαϊκή Ένωση θέλουν να αποφύγουν την επιβολή σκληρών συνόρων, ιδανικά αντιμετωπίζοντας το ζήτημα μέσω της οικονομικής τους σχέσης μετά το Brexit. Ωστόσο, εάν και μέχρι να γίνουν τέτοιες ρυθμίσεις, η Ευρωπαϊκή Ένωση επέμεινε στην πρόβλεψη ενός ορίου (backstop) [5] στην συμφωνία αποχώρησης: Το σύνολο του Ηνωμένου Βασιλείου θα παραμείνει σε τελωνειακή ένωση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ η Βόρειος Ιρλανδία θα συμμορφωθεί με επιπλέον κανονισμούς της ενιαίας αγοράς για τα εμπορεύματα και τα τρόφιμα.