Η Ρωσία και η Κίνα συνάπτουν όντως συμμαχία; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η Ρωσία και η Κίνα συνάπτουν όντως συμμαχία;

Τα στοιχεία είναι λιγότερο από εντυπωσιακά

Πράγματι, η ανάγκη για ενίσχυση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των υποτιθέμενων συμμάχων ήταν εμφανής τρία χρόνια πριν από την Vostok-2018, κατά την διάρκεια μιας έρευνας που έκανε το Κρεμλίνο για [να αγοράσει] τεχνολογία αστυνόμευσης του Internet. Μετά από μια σειρά εσωτερικών διαβουλεύσεων υψηλού επιπέδου, το Κρεμλίνο αποφάσισε να αγοράσει συσκευές αποθήκευσης δεδομένων και διακομιστές (servers) από τον γίγαντα των τηλεπικοινωνιών Huawei. Στην συνέχεια, ξαφνικά, η συμφωνία χάλασε. Οι υπηρεσίες ασφαλείας έγιναν τόσο ανήσυχες από την πιθανότητα κινεζικής κατασκοπείας που τόλμησαν να αμφισβητήσουν την απόφαση του Κρεμλίνου -και, ακόμη πιο εκπληκτικό, κατάφεραν να την αντιστρέψουν [30].

ΤΟ ΦΛΕΡΤ ΠΟΥΤΙΝ-ΣΙ

Στο τέλος, ο πιο ελπιδοφόρος οιωνός μιας συμμαχίας μπορεί να είναι η προσωπική σχέση μεταξύ των ηγετών των δύο χωρών. Η εγκαρδιότητα Putin-Xi εκτείνεται πέρα από τους επιφανειακούς αστεϊσμούς. Έχουν συναντηθεί περισσότερες από 25 φορές, πολύ πιο συχνά από ό, τι έχει με οποιοδήποτε άλλο αρχηγό κράτους. Ο Σι πρόσφατα αποκάλεσε τον Πούτιν τον «καλύτερο φίλο του» [31], και η πρώτη επίσκεψή του ως πρόεδρος ήταν στη Μόσχα. Ο Πούτιν έχει εκθειάσει τις σχέσεις του με τον Xi ως την καλύτερη προσωπική σχέση που έχει με έναν ξένο ηγέτη και αναθυμάται στοργικά να γιορτάζει [32] τα εξηκοστά γενέθλιά του με τον Xi, πάνω από φέτες λουκάνικου και σφηνάκια βότκας, κατά την διάρκεια της συνόδου κορυφής της Οικονομικής Συνεργασίας Ασίας-Ειρηνικού (Asian-Pacific Economic Cooperation, APEC) στο Μπαλί το 2013. Ο Xi έκανε δώρο στον Πούτιν το πρώτο [παράσημο] Τάγμα της Φιλίας, σχεδιασμένο να επιβραβεύει τους ξένους που συνέβαλαν «προσωπικά στην συνεργασία της ΛΔΚ με την παγκόσμια κοινότητα». Ο Πούτιν πέρασε την χρυσή αλυσίδα του Τάγματος του Αγίου Ανδρέα, το ανώτατο πολιτικό παράσημο της Ρωσίας, στον λαιμό του Xi.

Οι συνεχείς αμοιβαίες κινήσεις συμπάθειας μεταξύ των ηγετών των μεγάλων δυνάμεων αντανακλούν σχεδόν πάντοτε όχι μόνο την αλληλεπικάλυψη γεωπολιτικών στόχων, αλλά και τις ομοιότητες των καθεστώτων. Τόσο ο Πούτιν όσο και ο Σι προεδρεύουν σε εκδοχές του κρατικού καπιταλισμού. Η έλξη του Πούτιν προς τον Xi δεν είναι δύσκολο να γίνει κατανοητή: Ο ηγέτης της Κίνας είναι ένας συνάδελφος αυταρχικός που ελέγχει μια τεράστια οικονομία, η οποία ακόμη και στην σημερινή επιβράδυνση έχει ρυθμούς ανάπτυξης που η Ρωσία μπορεί μόνο να ονειρευτεί. Και η Κίνα το κάνει αυτό ακόμη και ενώ εισάγει τεράστιες ποσότητες πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Ο υποτιθέμενος σεβασμός του Σι για τον Πούτιν πιθανότατα προέρχεται από την επιτήδεια εξουδετέρωση από τον Ρώσο πρόεδρο αρκετών δυνητικά εκρηκτικών εγχώριων πολιτικών προβλημάτων, παρόμοια με εκείνα που αντιμετώπισε ο ίδιος ο Σι. Μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, ο Πούτιν συγκέντρωσε την εξουσία στο ρωσικό κράτος, δαμάζοντας τους ολιγάρχες και σαρώνοντας τα πολιτικά οχυρά των εκλεγμένων κυβερνητών και προέδρων. Στην συνέχεια, νωρίς στην τρίτη θητεία του Πούτιν το 2012, καθώς αντιμετώπισε δυσοίωνες οικονομικές προοπτικές και ταχέως μειούμενα ποσοστά έγκρισης, απέρριψε τις μεταρρυθμίσεις [οικονομικής] απελευθέρωσης που πρότεινε ο υπουργός Οικονομικών. Αντ’ αυτού, ο Πούτιν άρχισε να μεταθέτει το θεμέλιο της νομιμοποίησης του καθεστώτος του από την οικονομική πρόοδο και την αύξηση του εισοδήματος, στο Κρεμλίνο, ως τον υπερασπιστή της Ρωσίας ενάντια στην επιθετικότητα των ΗΠΑ και ως τον αναστυλωτή της παλιάς δόξας της ως παγκόσμιας υπερδύναμης -μια φόρμουλα που ο κορυφαίος Ρώσος πολιτικός κοινωνιολόγος Igor Klyamkin έχει χαρακτηρίσει ως «στρατιωτικό πατριωτισμό» [33].

Παράλληλα, ο Πούτιν κατέστειλε τις δημόσιες εκδηλώσεις διαφωνίας, έκανε έκκληση για «πατριωτική ανατροφή της νεολαίας», και εκφόβισε περαιτέρω την κοινωνία των πολιτών υπογράφοντας έναν νόμο που προσδιορίζει πολλές ΜΚΟ ως «ξένους πράκτορες», καθιστώντας τις κοινωνικούς παρίες, υποκείμενες σε παρενόχληση από την ασφάλεια και τις φορολογικές Αρχές. Έκανε την Ορθόδοξη Εκκλησία κηδεμόνα των εθνικών ηθών, και καθοδήγησε προσωπικά [34] την πολιτικοποίηση των σχολικών βιβλίων Ιστορίας, τα οποία άρχισαν να αποκαθάρουν την σοβιετική εμπειρία και να αποκαθιστούν τον Στάλιν.

Στο δρόμο προς την δική του ηγεσία -και την δια βίου προεδρία- ο Xi έχει επαναλάβει τις επιλογές του Πούτιν, κατά το πνεύμα, αν όχι πάντα κατά γράμμα. Συγκέντρωσε την χάραξη πολιτικής στο γραφείο του προέδρου του κόμματος, έσπασε τις βαρονίες των περιφερειακών γραμματέων του κόμματος, και υποκίνησε μια ευρεία εκστρατεία «κατά της διαφθοράς» με στόχο την εξάλειψη, ή τον εκφοβισμό, δυνητικών επικριτών και αντιπάλων. Κατάργησε τα de facto όρια θητείας για κορυφαίες κομματικές και κυβερνητικές θέσεις και αυστηροποίησε τους ελέγχους στα μέσα ενημέρωσης και στην έκδοση βιβλίων.

Καθώς οι κινεζικοί ρυθμοί ανάπτυξης άρχισαν να μειώνονται, ο Xi, όπως και ο «καλύτερος φίλος» του, απέρριψε μεταρρυθμίσεις υπέρ της αγοράς και επέλεξε αντ’ αυτού την δική του εκδοχή του στρατιωτικού πατριωτισμού του Πούτιν: Την επανεπιβεβαίωση της υπεροχής του Κομμουνιστικού Κόμματος, την συγχώνευση των «βασικών σοσιαλιστικών αξιών» με τις «παραδόσεις του κινεζικού πολιτισμού», και τον πόλεμο κατά της «πνευματικής ρύπανσης» που οδήγησε σε αυξημένη καταστολή στο Θιβέτ και στην [επαρχία] Xinjiang.