Στη μέση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Στη μέση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν

Υπό πίεση, η Βαγδάτη ίσως να μην επιλέξει τις Ηνωμένες Πολιτείες
Περίληψη: 

Καθώς το Ιράν προσπαθεί να παρακάμψει τις κυρώσεις των ΗΠΑ, το Ιράκ θα μπορούσε να βρεθεί σε μια άβολη θέση στη μέση. Εξάλλου, η Τεχεράνη είναι βαθιά ενσωματωμένη στους τομείς πολιτικής, οικονομίας και ασφάλειας του Ιράκ, και το να ειπωθεί ότι το Ιράν είναι σήμερα ο πιο ισχυρός ξένος δρων στην Βαγδάτη δεν απαιτεί υπερβολή. Το ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ο δεύτερος ισχυρότερος ξένος παίκτης στην ιρακινή σκηνή είναι εξίσου αληθές.

Ο ALEX VATANKA είναι ανώτερος συνεργάτης στο Middle East Institute στην Ουάσινγκτον. Μπορείτε να τον ακολουθείτε στο Twitter @AlexVatanka.

Στα τέλη Μαΐου, η Σαουδική Αραβία φιλοξένησε τρεις ξεχωριστές συναντήσεις κορυφής στη Μέκκα, με την ελπίδα να εξασφαλίσει την κατηγορηματική καταδίκη της ιρανικής δραστηριότητας στη Μέση Ανατολή. Αλλά οι Σαουδάραβες, είτε στον Οργανισμό Ισλαμικής Συνεργασίας (Organization of Islamic Cooperation), είτε στον Αραβικό Σύνδεσμο (Arab League) είτε στο Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου (Gulf Cooperation Council, GCC), προς απογοήτευσή τους, διαπίστωσαν ότι δεν μοιράστηκαν όλοι το σκεπτικό τους σχετικά με το Ιράν.

Ένας διαφωνών ξεχώριζε ιδιαίτερα. Κατά την συνάντηση του Αραβικού Συνδέσμου, ο Ιρακινός πρόεδρος, Μπαρχάμ Σαλίχ, παρακάλεσε τους ηγέτες της περιοχής να βοηθήσουν να διατηρηθεί η σταθερότητα του Ιράν. Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους πολεμήσουν με το Ιράν [1], υποστήριξε, η σύγκρουση θα έχει επικίνδυνες συνέπειες για το Ιράκ και για ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.

26062019-1.jpg

Ο πρόεδρος του Ιράκ, Barham Salih, περπατά με τον Ιρανό πρόεδρο, Hassan Rouhani, κατά την διάρκεια τελετής υποδοχής στην Βαγδάτη, τον Μάρτιο του 2019. Thaier al-Sudani / Reuters
-------------------------------------------------------------------------

Η δήλωση του Σαλίχ ήταν μια υπενθύμιση όχι μόνο προς τους Σαουδάραβες αλλά και προς τις Ηνωμένες Πολιτείες ότι η Βαγδάτη [2] είναι εξαιρετικά ευάλωτη όταν πρόκειται για την πίεση του Ιράν. Και μην κάνετε λάθος: Το Ιράν έχει μεγάλα σχέδια για το Ιράκ. Παρόλο που οι σχέσεις μεταξύ των γειτόνων είχαν τα σκαμπανεβάσματά τους, η Τεχεράνη έχει επενδύσει βαθιά στο Ιράκ, τόσο πολιτικά όσο και οικονομικά, και οι επενδύσεις αυτές μόνο θα πολλαπλασιαστούν βραχυπρόθεσμα. Στο κάτω-κάτω, οι κυρώσεις των Ηνωμένων Πολιτειών κατά του Ιράν έχουν καταστήσει το Ιράκ μια ουσιώδη σύνδεση στην δυνητική αλυσίδα εμπορίου του Ιράν. Ο τρόπος με τον οποίο θα διαδραματιστούν τα σχέδια αυτά θα θέσει σε δοκιμασία τους Ιρανούς, τους Ιρακινούς και την διοίκηση του προέδρου των ΗΠΑ, Donald Trump.

ΕΓΓΥΤΗΤΑ ΣΕ ΔΙΑΦΟΡΑ ΕΠΙΠΕΔΑ

Οι κυρώσεις που επέβαλε στο Ιράν στα τέλη του 2018 η διοίκηση του Τραμπ είναι οι πιο σοβαρές που έχει βιώσει η χώρα ποτέ. Απ’ όλες τις απόψεις, η Τεχεράνη δεν έμεινε απλώς έκπληκτη αλλά πιάστηκε ανέτοιμη χωρίς εναλλακτικό σχέδιο. Οι Ιρανοί είχαν στηριχθεί στους οικονομικούς εταίρους τους στην Ευρώπη και την Ασία, ότι θα τους έσωζαν από την οργή του προέδρου Τραμπ με το να διατηρούν ανοιχτά τα εμπορικά κανάλια στο πλαίσιο της πυρηνικής συμφωνίας του 2015 που υπέγραψε η Τεχεράνη με τις Ηνωμένες Πολιτείες και με άλλες πέντε παγκόσμιες δυνάμεις.

Αντ’ αυτού, η μια χώρα μετά την άλλη επέλεξαν να παίξουν με ασφάλεια και να αποφύγουν να αψηφήσουν τις κυρώσεις των ΗΠΑ. Ο αντίκτυπος ήταν γρήγορος και έντονος: Το εμπόριο του Ιράν με τα 28 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης μειώθηκε κατά περίπου 83% από τον Ιανουάριο του 2018 έως τον Ιανουάριο του 2019. Οι Ευρωπαίοι σταμάτησαν να αγοράζουν το πετρέλαιο του Ιράν, που είναι ιστορικά η ζωτική γραμμή του εμπορίου της χώρας με την ήπειρο. Έχοντας ανάγκη μια προσωρινή λύση, η Τεχεράνη στράφηκε στους άμεσους γείτονές της, όπως η Τουρκία, το Αφγανιστάν και το Ιράκ, ως εμπορικούς εταίρους των οποίων το συνεχιζόμενο εμπόριο θα μπορούσε να βοηθήσει στην αντιστάθμιση των βαθιών ζημιών που επιβλήθηκαν από τις κυρώσεις των ΗΠΑ.

Όταν πρόκειται για την καταστρατήγηση των κυρώσεων, η γεωγραφία έχει σημασία. Σύμφωνα με τον Οργανισμό Προώθησης Εμπορίου του Ιράν, μια «ομάδα υπεράσπισης» που συνδέεται με το Υπουργείο Εσωτερικών, σε αυτό το σημείο οι κυρώσεις των ΗΠΑ δεν μπορούν να γίνουν πιο σκληρές, και η καλύτερη επιλογή του Ιράν είναι να επικεντρωθεί στην ενίσχυση του εμπορίου με τους άμεσους γείτονές του. Η ομάδα παρότρυνε τους πολιτικούς ηγέτες στην Τεχεράνη να αναπροσανατολίσουν το μη πετρελαϊκό εμπόριο της χώρας μακριά από απομακρυσμένους πελάτες υπέρ εκείνων που βρίσκονται πιο κοντά στην χώρα. Στο κάτω-κάτω, μεταξύ των άλλων προβλημάτων που έχουν δημιουργήσει οι αμερικανικές κυρώσεις για το ιρανικό εμπόριο σε μεγάλες αποστάσεις, περιόρισαν τη ναυτιλία και εμπόδισαν το Ιράν να χρηματοδοτήσει και να ασφαλίσει τις εμπορικές του συναλλαγές -για να μην αναφέρουμε τον επαναπατρισμό των εσόδων από τις εξαγωγές.

Το Ιράκ είναι πολιτικά κοντά στην Τεχεράνη και ως εκ τούτου συγκριτικά ανοιχτό στις εξαγωγές του Ιράν. Η γραφειοκρατία του εμπορίου λειτουργεί πιο ομαλά μεταξύ συνδεδεμένων οικονομιών, και οι συναλλαγές που δεν χρησιμοποιούν δολάρια ΗΠΑ δεν χρειάζεται να περάσουν από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στα οποία απαγορεύεται η συναλλαγή με ιρανικές οντότητες. Το Ιράκ είναι επίσης γεωγραφικά πλησιέστερο στο Ιράν, κάτι που βοηθά το Ιράν να αποφύγει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει με το πιο μακρινό εμπόριο. Ως εκ τούτου, η τελευταία συζήτηση στην Τεχεράνη προτείνει να γίνουν οι άμεσοι γείτονες η κορυφαία οικονομική προτεραιότητα της χώρας, καθώς η συνεργασία με αυτούς είναι απλώς πολύ λιγότερο περίπλοκη από ό, τι με άλλους.

ΦΙΛΟΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΑΛΕΣ ΗΜΕΡΕΣ

Στην περίπτωση του Ιράκ, υπάρχει κάτι παραπάνω στην σχέση με το Ιράν από απλώς την εγγύτητα. Οι Ιρανοί έχουν πραγματική επιρροή στην Βαγδάτη και μπορούν να συγκεντρώσουν υποστήριξη από αξιωματούχους σε ανώτατο επίπεδο, όπως αποδεικνύουν τα σχόλια του προέδρου Salih στην συνάντηση του Αραβικού Συνδέσμου. Οι ισχυροί οικονομικοί δεσμοί υποστηρίζουν αυτήν την πολιτική επιρροή. Την τελευταία δεκαετία, το Ιράκ έχει καταστεί η μεγαλύτερη εξαγωγική αγορά του Ιράν για τα μη πετρελαϊκά αγαθά. Το διμερές εμπόριο ανέρχεται συνολικά σε 12 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως, ενώ η Τεχεράνη και η Βαγδάτη θέλουν να το ενισχύσουν στα 20 δισεκατομμύρια δολάρια.