Καλά ξεκουμπίσματα στην Συνθήκη INF | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Καλά ξεκουμπίσματα στην Συνθήκη INF

Η Ουάσιγκτον δεν θα πρέπει να δέσει τα χέρια της στην Ασία
Περίληψη: 

Κατά την διάρκεια της 32ετούς ζωής της Συνθήκης INF, η Κίνα ανέπτυξε την παγκοσμίως πρώτη συμβατική πυραυλική δύναμη, ξεχειλίζοντας ακριβώς από τα όπλα που η συνθήκη απαγόρευε στις Ηνωμένες Πολιτείες να αναπτύξουν: Πυραύλους κρουζ και βαλλιστικά βλήματα εκτοξευόμενα από το έδαφος με βεληνεκές από 500 έως 5.500 χιλιόμετρα.

Ο ANDREW S. ERICKSON είναι επισκέπτης μελετητής στο Κέντρο Κινεζικών Σπουδών Fairbank του Harvard και καθηγητής Στρατηγικής στο Ναυτικό Πολεμικό Κολλέγιο. Είναι ο συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο Chinese Anti-Ship Ballistic Missile (ASBM) Development: Drivers, Trajectories and Strategic Implications[1].

Στις αρχές Αυγούστου, οι Ηνωμένες Πολιτείες αποσύρθηκαν επισήμως από την Συνθήκη για τις Πυρηνικές Δυνάμεις Μέσου Βεληνεκούς (Intermediate-Range Nuclear Forces, INF), μια συμφωνία-ορόσημο του 1987 για τον έλεγχο των εξοπλισμών με την Ρωσία. Μόλις δύο εβδομάδες αργότερα, σε ένα μικρό νησί στα ανοικτά των ακτών της Καλιφόρνιας, το Πεντάγωνο δοκίμασε έναν χερσαίας βάσης πύραυλο που είχε απαγορευτεί από την συμφωνία. Η κατάρρευση της Συνθήκης INF είναι πλέον επίσημη, τόσο στα χαρτιά όσο και επί του πεδίου.

Η κατάρρευση της συνθήκης πλησίαζε εδώ και πολύ καιρό. Μια συμφωνία δεν μπορεί να λειτουργήσει αν την τηρεί μόνο η μια πλευρά, και ο μοναδικός συνυπογράφων της συνθήκης INF, η Μόσχα, παραβιάζει τους κανόνες της για χρόνια. Κατά την διάρκεια της προεδρίας του, ο Μπαράκ Ομπάμα μελέτησε το να αποσυρθεί από την INF για ακριβώς τον ίδιο λόγο που οδήγησε στην απόφαση του προέδρου Donald Trump. Ωστόσο, για πολλούς παρατηρητές, η απόφαση να απορριφθεί η συνθήκη είναι λανθασμένη και επικίνδυνη [2]. Η διοίκηση Trump, υποστηρίζουν [3], αποσυναρμολογεί τα προστατευτικά κιγκλιδώματα που ανεγέρθηκαν για να συγκρατήσουν τις εντάσεις από το να κλιμακωθούν σε μια αποσταθεροποιητική κούρσα εξοπλισμών. Σε μια εποχή που πολλά στοιχεία της παγκόσμιας αρχιτεκτονικής ελέγχου των εξοπλισμών ξεφτίζουν, αυτό το τελευταίο ατύχημα θα μπορούσε μόνο να κάνει τα πράγματα χειρότερα.

30082019-1.jpg

Κινεζικοί βαλλιστικοί πύραυλοι σε στρατιωτική παρέλαση στο Πεκίνο, τον Σεπτέμβριο του 2015. Andy Wong / REUTERS
-----------------------------------------------------------

Αλλά αυτή η κριτική χάνει το νόημα. Εάν η μονομερής τήρηση της συνθήκης από τις ΗΠΑ ήταν μάταιη μπροστά στις επανειλημμένες ρωσικές παραβιάσεις, είχε γίνει εντελώς επικίνδυνη μπροστά σε έναν πολύ πιο ισχυρό αντίπαλο -την Κίνα. Κατά την διάρκεια της 32ετούς ζωής της Συνθήκης INF, η Κίνα ανέπτυξε την παγκοσμίως πρώτη συμβατική πυραυλική δύναμη [4], ξεχειλίζοντας ακριβώς από τα όπλα που η συνθήκη απαγόρευε στις Ηνωμένες Πολιτείες να αναπτύξουν: Πυραύλους κρουζ και βαλλιστικά βλήματα εκτοξευόμενα από το έδαφος με βεληνεκές από 500 έως 5.500 χιλιόμετρα.

Σήμερα, η Κίνα χρησιμοποιεί αυτό το πυραυλικό οπλοστάσιο για να απειλήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους και τους εταίρους τους σε όλη την Ανατολική Ασία. Η έξοδος από την Συνθήκη INF δεν αποτελεί πανάκεια, αλλά ανοίγει πολύ απαραίτητες δυνατότητες για την Ουάσινγκτον ώστε να επαναφέρει την στρατιωτική ισορροπία με το Πεκίνο προς όφελός της. Η Ουάσινγκτον πρέπει να εκμεταλλευτεί αυτή την ευκαιρία για να εξελίξει και να αναπτύξει τους δικούς της πυραύλους για να αντιμετωπίσει την κινεζική απειλή –αλλιώς θα ρισκάρει να συντριβεί σε μελλοντική αντιπαράθεση.

Η ΚΙΝΑ ΤΡΑΒΑΕΙ ΕΜΠΡΟΣ

Η Συνθήκη INF, με την στενή εστίασή της στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ρωσία, ενεργούσε πάντοτε ως ζουρλομανδύας για την στρατηγική των ΗΠΑ στην Ασία. Θεωρητικά, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να έχουν πιέσει την Κίνα να προσχωρήσει στην συνθήκη -αλλά η Κίνα δεν θα το έκανε, και δεν θα το κάνει. Το Πεκίνο αποκομίζει μεγάλο όφελος από την σημαίνουσα βασισμένη στην ξηρά πυραυλική δύναμη που έχει στην διάθεσή του και κατέστησε σαφές ότι δεν θα προσχωρήσει σε ουσιαστικές συμφωνίες ελέγχου των εξοπλισμών στο άμεσο μέλλον. Για παράδειγμα, σε μια επείγουσα σύνοδο του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών στις 22 Αυγούστου, ο μόνιμος εκπρόσωπος της Κίνας στα Ηνωμένα Έθνη, Zhang Jun, προέτρεψε [5] την Ουάσινγκτον να «ασκήσει αυτοσυγκράτηση και να διαφυλάξει σοβαρά το ισχύον καθεστώς ελέγχου των εξοπλισμών» ενώ επέμεινε ότι οι πύραυλοι της Κίνας δεν αποτελούν «καμία απειλή για οποιαδήποτε χώρα».

Τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, η Κίνα έχει πραγματοποιήσει μια μετεωρική στρατιωτική πρόοδο ακολουθώντας τεχνολογίες που τοποθετούν τους αντιπάλους στην λάθος πλευρά της φυσικής. Οι βαλλιστικοί πύραυλοι, οι οποίοι ταξιδεύουν με πολλές φορές την ταχύτητα του ήχου και είναι επομένως εξαιρετικά δύσκολο να αναχαιτιστούν, αποτέλεσαν τον ακρογωνιαίο λίθο αυτής της προσπάθειας. Η Κίνα μπορεί να εξελίξει και να αναπτύξει αυτά τα όπλα πολύ φτηνότερα και αποτελεσματικότερα από ό, τι οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να αμυνθούν απέναντί τους, καθιστώντας οποιαδήποτε μελλοντική σύγκρουση με την Κίνα εξαιρετικά δαπανηρή και επικίνδυνη δουλειά. Συνολικά, το Πεκίνο «ελέγχει τη μεγαλύτερη και πιο ποικίλη πυραυλική δύναμη στον κόσμο, διαχειριζόμενη περισσότερους από 2.000 βαλλιστικούς πυραύλους και πυραύλους κρουζ», δήλωσε [6] το 2017 ο ναύαρχος Harry Harris, τότε διοικητής της αμερικανικής Διοίκησης του Ειρηνικού. Σύμφωνα με τον Harris, περίπου το 95% αυτών των πυραύλων θα είχε απαγορευτεί από την συνθήκη INF, εάν η Κίνα ήταν ένας υπογράφων.

Το Πεκίνο έχει επωφεληθεί και από άλλες μορφές αμερικανικής μυωπίας. Οι συζητήσεις για τον έλεγχο των όπλων τείνουν να επικεντρώνονται στα πυρηνικά όπλα, από τα οποία η Κίνα έχει πολύ λιγότερα από όσα η Ρωσία ή οι Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, το απόθεμα των συμβατικών πυραύλων της Κίνας υπερβαίνει το πυρηνικό της απόθεμα με αναλογία τουλάχιστον 7:1 [7]. Νωρίτερα αυτό το καλοκαίρι, το Πεκίνο εξαπέλυσε έξι αντιαεροπορικούς βαλλιστικούς πυραύλους σε διαμφισβητούμενα νερά στην Θάλασσα της Νότιας Κίνας, ένα μήνυμα θεληματικότητας [8] προς τους γείτονές του, την Ουάσιγκτον και τον κόσμο γενικότερα. Τώρα διαθέτει αρκετές δωδεκάδες τέτοιων πυραύλων «φονέας αεροπλανοφόρων» (“carrier killer” missiles), που έχουν ονομαστεί έτσι λόγω της δυνητικής ικανότητάς τους να καταστρέφουν πολεμικά πλοία ή αεροπλανοφόρα μακριά από τις κινεζικές ακτές.