Τα πυρηνικά όπλα θα επιστρέψουν; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Τα πυρηνικά όπλα θα επιστρέψουν;

Γιατί ξεφτίζει το παγκόσμιο καθεστώς μη διάδοσης
Περίληψη: 

Σήμερα, σε μια εποχή ανερχόμενου ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων, η Ουάσινγκτον μπορεί για άλλη μια φορά να υποβαθμίσει ή να αγνοήσει τις ανησυχίες για τις φιλοδοξίες ενός εταίρου στον τομέα των πυρηνικών όπλων και να επικεντρωθεί στον πιο σημαντικό στόχο της καταπολέμησης της Ρωσίας ή της Κίνας.

Ο ERIC BREWER είναι συνεργάτης στο Πρόγραμμα για Πυρηνικά Θέματα του Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Μελετών. Εργάστηκε στο παρελθόν στο προσωπικό του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας και στο Εθνικό Συμβούλιο Πληροφοριών.

Τον περασμένο μήνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες αποσύρθηκαν [1] από μια πυραυλική συμφωνία-ορόσημο με την Ρωσία. Μια άλλη κρίσιμη συνθήκη για τον έλεγχο των όπλων, η συμφωνία New START, πρόκειται να λήξει στις αρχές του 2021. Η Κίνα και αρκετές άλλες χώρες με πυρηνικά όπλα, χωρίς να υπόκεινται σε δεσμεύσεις βάσει της συνθήκης, έχουν δημιουργήσει το οπλοστάσιό τους. Όμως, καθώς η παγκόσμια αρχιτεκτονική ελέγχου των εξοπλισμών έχει ξεφτίσει και τα αποθέματα όπλων αυξάνονται, ένας πυλώνας παραμένει σταθερός: Μόνο μια χούφτα χωρών σε όλο τον κόσμο διαθέτουν πυρηνικά όπλα και ο κίνδυνος να εισέλθουν καινούργιες χώρες στο κλαμπ, όπως συμφωνούν οι περισσότεροι εμπειρογνώμονες, είναι σχετικά χαμηλός.

24092019-1.jpg

Ένα αντίγραφο της λεγόμενης Tsar-Bomb, της μεγαλύτερης πυρηνικής βόμβας που πυροδότησε ποτέ η Σοβιετική Ένωση, σε έκθεση στη Μόσχα, τον Αύγουστο του 2015. Maxim Zmeyev / Reuters
-----------------------------------------------

Στον αντίποδα, οι προσπάθειες των Ηνωμένων Πολιτειών για την μη διάδοση ήταν εξαιρετικά επιτυχείς. Κανένα κράτος που δεν διαθέτει ήδη πυρηνικά όπλα δεν φαίνεται να τα αναπτύσσει, αν και ορισμένα, όπως το Ιράν, έχουν τις δυνατότητες να το κάνουν. Οι περισσότερες χώρες επέλεξαν να μην κατασκευάσουν τις δικές τους [πυρηνικές] κεφαλές εν μέρει επειδή οι διεθνείς συνθήκες έχουν δημιουργήσει νομικά, πολιτικά και κανονιστικά εμπόδια στην βόμβα, και εν μέρει επειδή οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν προβεί σε εκτεταμένες δεσμεύσεις ασφαλείας με τους συμμάχους τους σε όλο τον κόσμο. Η Ουάσινγκτον και οι συνεργάτες της έχουν επίσης εμπεδώσει το ότι εκείνοι που πιάνονται να πολλαπλασιάζουν [τα πυρηνικά όπλα] θα αντιμετωπίζουν σκληρές κυρώσεις.

Ωστόσο, μολονότι ο πυρηνικός πολλαπλασιασμός παρέμεινε ως επί το πλείστον υπό έλεγχο μέχρι στιγμής, υπάρχει λόγος να αμφιβάλλουμε εάν θα το κάνει αυτό εις το διηνεκές. Η διεθνής τάξη και ο ρόλος των Ηνωμένων Πολιτειών μέσα σε αυτήν, αλλάζουν. Οι συνθήκες, οι δεσμεύσεις ασφαλείας και οι πηγές μόχλευσης στις οποίες βασίζεται η μη διάδοση δεν μπορούν να επιβιώσουν με αυτές τις αλλαγές. Η Ουάσινγκτον δεν πρέπει να εκπλαγεί αν το πυρηνικό τοπίο -και η ικανότητά της να το διαχειρίζεται- σύντομα αλλάξει προς το χειρότερο.

ΤΙ ΛΕΝΕ ΟΙ ΓΡΑΦΕΣ

Η σημερινή συναίνεση για την πρόληψη της διάδοσης των πυρηνικών όπλων δεν υπήρχε πάντα. Στα πρώτα χρόνια [2] του Ψυχρού Πολέμου, μερικοί στις Ηνωμένες Πολιτείες ισχυρίστηκαν ότι ο πολλαπλασιασμός ήταν αναπόφευκτος και ότι το να υπάρχουν περισσότερα πυρηνικά εξοπλισμένα κράτη με την πλευρά της Ουάσιγκτον θα μπορούσε να είναι ένα πλεονέκτημα. Αλλά οι άνεμοι άλλαξαν [3] στα μέσα της δεκαετίας του 1960, και η Ουάσινγκτον και η Μόσχα συνειδητοποίησαν τους κινδύνους της χωρίς όριο διάδοσης. Μέχρι το 1970, και τα δύο μέρη υποστήριξαν την Συνθήκη για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων (Treaty on the Non-Proliferation of Nuclear Weapons), σύμφωνα με την οποία χώρες που δεν είχαν ήδη πυρηνικά όπλα δεσμεύθηκαν να μην τα επιδιώξουν στο μέλλον. Η συνθήκη ουσιαστικά ανάγκασε τους ουδέτερους να πάρουν μια απόφαση, και η συντριπτική πλειοψηφία των κρατών αποφάσισε κατά των πυρηνικών όπλων.

Με την πάροδο του χρόνου, οι κυβερνήσεις δημιούργησαν πρόσθετα εργαλεία για να κλείσουν τυχόν κενά. Η Ομάδα Πυρηνικών Προμηθευτών (Nuclear Suppliers Group), η οποία αποτελείται από σχεδόν 50 κράτη, έχει ενισχύσει με επιτυχία τους ελέγχους στις εξαγωγές ευαίσθητων τεχνολογιών που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την διάδοση. Και πολλά από τα περιστατικά της δεκαετίας του 1990, συμπεριλαμβανομένης της ανακάλυψης του κρυφού πυρηνικού προγράμματος του Ιράκ το 1991, ώθησαν τα κράτη να διευρύνουν τις εξουσίες ελέγχου του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (International Atomic Energy Agency) -εξουσίες που διευκολύνουν σήμερα τον οργανισμό να επιθεωρεί το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.

Λίγοι σύμμαχοι των ΗΠΑ έχουν αναπτύξει πυρηνικά όπλα σε μεγάλο βαθμό επειδή είχαν τις Ηνωμένες Πολιτείες και το τεράστιο οπλοστάσιό τους στην πλευρά τους. Η Ουάσινγκτον, με την σειρά της, χρησιμοποίησε την εξάρτηση των χωρών αυτών από την στρατιωτική της ισχύ -και από άλλες μορφές στρατιωτικής, οικονομικής και τεχνικής βοήθειας των ΗΠΑ- ως μοχλό αν κάποια από αυτές, παρόλα ταύτα, έδειχνε πυρηνικές φιλοδοξίες. Αυτή η μόχλευση ήταν αποφασιστικής σημασίας για να αποτραπούν από το να γίνουν πυρηνικές [δυνάμεις] η Ταϊβάν [4], η Νότια Κορέα [5] και η Γερμανία [6].

Οι επίδοξοι διαδίδοντες [τα πυρηνικά] γνωρίζουν καλά ότι, ιδίως μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν την ικανότητα να επιφέρουν καταστροφικές οικονομικές ζημίες σε χώρες που δεν απέχουν από την ανάπτυξη των όπλων. Η Ουάσινγκτον είχε επιβάλλει στο παρελθόν επίπονες εσωτερικές και επιβαλλόμενες από τον ΟΗΕ οικονομικές κυρώσεις εναντίον του Ιράκ, της Λιβύης, της Βόρειας Κορέας και του Ιράν, για να πείσουν τους ηγέτες τους ότι το κόστος των πυρηνικών τους προγραμμάτων υπερβαίνει τα οφέλη. Στις περιπτώσεις της Λιβύης και του Ιράν, η απομόνωση που προέκυψε έπαιξε μεγάλο ρόλο στο να εξωθηθούν να περιορίσουν τα προγράμματά τους ή να τα εξαλείψουν εντελώς με αντάλλαγμα την άρση των κυρώσεων.

Επειδή η μη διάδοση έχει εξαρτηθεί τόσο πολύ από την ηγεσία, τις συμμαχίες και την επιβολή των ΗΠΑ, έχει περιέλθει κάτω από σοβαρές πιέσεις κατά την διάρκεια της ταραχώδους διοίκησης του προέδρου Donald Trump. Αυτή η πίεση, σε συνδυασμό με τις αυξανόμενες παγκόσμιες απειλές -η Ρωσία, η Κίνα, η Βόρεια Κορέα και τώρα ακόμα και το φάντασμα ενός χωρίς περιορισμούς Ιράν- έχει προκαλέσει ένα εύφλεκτο μίγμα πιέσεων διάδοσης [των πυρηνικών] μεταξύ φιλικών χωρών.