Γιατί τα ευρωπαϊκά κράτη δεν πολεμούν μεταξύ τους | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Γιατί τα ευρωπαϊκά κράτη δεν πολεμούν μεταξύ τους

Ο λαϊκισμός και ο απομονωτισμός βάζουν σε κίνδυνο την ειρήνη
Περίληψη: 

Το ιστορικό παράδειγμα έχει δείξει πως είναι δυνατόν οι δημοκρατίες να πολεμήσουν μεταξύ τους, ενίοτε με ιδιαίτερη σκληρότητα, όταν φυσικά τους το επιβάλλουν τα συμφέροντά τους.

Ο ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ Ζ. ΖΑΝΙΔΗΣ είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών με ειδίκευση στις Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγικές Σπουδές.

Σήμερα, είναι σχεδόν αυτονόητο πως κανένα ευρωπαϊκό κράτος δεν πρόκειται να εμπλακεί σε πολεμική αντιπαράθεση με κάποιο γειτονικό του. Οι Ευρωπαίοι πολίτες απολαμβάνουν ελευθερίες και δικαιώματα πρωτόγνωρα σε αυτήν την γωνιά του πλανήτη αφού η Ευρωπαϊκή Ένωση, ένας οργανισμός sui generis που δεσπόζει στην ήπειρο, έχει δημιουργήσει μια εσωτερική αγορά με ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων, εμπορευμάτων, υπηρεσιών και κεφαλαίων (europa.eu).

Αυτή η σχεδόν αυτονόητη ειρήνη είναι πρόσφατο απόκτημα καθώς σε ευρωπαϊκό έδαφος δεν έχουν ξεσπάσει πολεμικές συγκρούσεις μόλις από την λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου (1945) κι εντεύθεν αν και υπάρχουν αξιοσημείωτες εξαιρέσεις (Βοσνία 1992, Γιουγκοσλαβία 1999, κρίση στην Κριμαία 2014) κυρίως λόγω της κατάρρευσης του κομμουνιστικού μπλοκ και της μετέπειτα ανακατανομής ισχύος (Κουσκουβέλης 2004).

12052020-1.jpg

Ηγέτες του ΝΑΤΟ και ο γενικός γραμματέας, Jens Stoltenberg, ετοιμάζονται για μια «οικογενειακή» φωτογραφία στην σύνοδο κορυφής των ηγετών του ΝΑΤΟ στο Watford της Βρετανίας, στις 4 Δεκεμβρίου 2019. REUTERS/Yves Herman
----------------------------------------------------------------------------

Η Ευρώπη αποτελούσε για αιώνες το πεδίο μαχών καθώς φιλοξενούσε τις περισσότερες πολεμικές συγκρούσεις οι οποίες κόστισαν εκατομμύρια νεκρούς, τραυματίες και ανυπολόγιστες υλικές καταστροφές. Ως εκ τούτου είναι εύλογο το ερώτημα πώς κατόρθωσαν τα ευρωπαϊκά κράτη να παραμερίσουν τους μεταξύ τους ανταγωνισμούς, πολλοί εκ των οποίων ανάγονταν στον Μεσαίωνα, ώστε να φθάσουν στο σημείο η ειρήνη να θεωρείται περίπου δεδομένη τις τελευταίες επτά και πλέον δεκαετίες. Tί ακριβώς άλλαξε μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου κι έχει αποτρέψει έως σήμερα μια νέα σύρραξη σε ευρωπαϊκό έδαφος;

Η νεοφιλελεύθερη θεωρία πιστεύει ότι έχει βρει την απάντηση στο ερώτημα αυτό. Η εξάπλωση της δημοκρατίας συμβάλλει καθοριστικά στην απάλειψη του πολέμου από τις σχέσεις των ευρωπαϊκών κρατών γιατί ως γνωστόν οι δημοκρατίες δεν πολεμούν μεταξύ τους (Mearsheimer 2009).

Ένας άλλος παράγοντας που συνέβαλλε τα μέγιστα στην εξάλειψη του πολέμου από την ευρωπαϊκή ήπειρο είναι φυσικά η εξάπλωση της ελεύθερης αγοράς και του εμπορίου (Mearsheimer 2009). Ειδικά μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης (ΕΣΣΔ) και των δορυφόρων της, του αντίπαλου δέους της Δύσης όσον αφορά την οικονομική και κοινωνική οργάνωση, η ελεύθερη οικονομία κυριάρχησε στην ευρωπαϊκή ήπειρο και εν πολλοίς σε ολόκληρο τον κόσμο μην έχοντας κανέναν ουσιαστικό ανταγωνιστή, ώστε το τέλος της ιστορίας είχε επέλθει (Fukuyama 1993). Το ελεύθερο εμπόριο οδηγεί μοιραία σε μεγαλύτερη οικονομική αλληλεξάρτηση μεταξύ των κρατών, ειδικά στην ευρωπαϊκή ήπειρο η οποία είναι από τις πλέον ανεπτυγμένες περιοχές του πλανήτη, με αποτέλεσμα την εκπαραθύρωση του πολέμου από τις διεθνείς σχέσεις.

Τέλος, αξιοσημείωτος παράγοντας για τον περιορισμό του πολέμου αποτελεί η ραγδαία, από τον Β' Π.Π. κι εντεύθεν, ανάπτυξη των Διεθνών Οργανισμών που έχουν κατορθώσει να βάλουν μια στοιχειώδη τάξη στο άναρχο διεθνές σύστημα των κρατών (Mearsheimer 2009). Όλοι αυτοί οι παράγοντες θεωρούνται σημαντικοί στην εξάλειψη του πολέμου ειδικά σε μια περιοχή ανεπτυγμένη οικονομικά και με ισχυρούς δεσμούς με τις ΗΠΑ όπως είναι η Ευρώπη. Όμως όντως έχει εξαλειφθεί ο πόλεμος στην Ευρώπη; Αν ναι, αυτό οφείλεται στους παραπάνω λόγους;

Η κριτική μας θα προσπαθήσει, στο μέτρο του δυνατού, να απαντήσει στα δύο παραπάνω ερωτήματα. Ουσιαστικά υποστηρίζουμε ότι η συχνότητα των πολεμικών συγκρούσεων στην Ευρώπη έχει μεν μειωθεί δραστικά αλλά εντούτοις δεν έχει εξαλειφθεί πλήρως καθώς αυτό, εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, δεν είναι εφικτό (στο πλαίσιο πάντα του άναρχου διεθνούς συστήματος και των ανταγωνισμών ασφαλείας που προκαλεί με αποτέλεσμα να διαταράζεται η ισορροπία ισχύος) (Mearsheimer 2009). Για τη μείωση αυτή συμβάλλει μεν η εξάπλωση της δημοκρατίας, της ελεύθερης αγοράς και η ανάπτυξη υπερεθνικών/Διεθνών οργανισμών κυρίως, όμως, οφείλεται στην παρουσία των ΗΠΑ, μέσω του ΝΑΤΟ, οι οποίες από το 1945 προσφέρουν ασφάλεια στα ευρωπαϊκά κράτη εξαιτίας της αδιαμφισβήτητης στρατιωτικής τους κυριαρχίας, τόσο στο πυρηνικό όσο και στο συμβατικό επίπεδο, ως η μοναδική εναπομείνασα υπερδύναμη του πλανήτη (Mearsheimer 2009).

Πιο συγκεκριμένα, το ιστορικό παράδειγμα έχει δείξει πως είναι δυνατόν οι δημοκρατίες να πολεμήσουν μεταξύ τους, ενίοτε με ιδιαίτερη σκληρότητα, όταν φυσικά τους το επιβάλλουν τα συμφέροντά τους. Τα παραδείγματά είναι αρκετά. Ενδεικτικά αναφέρονται οι περιπτώσεις των ΗΠΑ εναντίον ινδιάνικων φυλών τον 18ο και 19ο αιώνα, ΗΠΑ εναντίον Μεγάλης Βρετανίας το 1861 και το 1895-96, Γαλλία εναντίον Μεγάλης Βρετανίας το 1898, Γαλλία εναντίον Γερμανίας το 1923, ΗΠΑ εναντίον Ισπανίας το 1898, οι δημοκρατίες που πολέμησαν μεταξύ τους στον Α' Π.Π. Είναι προφανές ότι ο πόλεμος δεν εξαρτάται από τη μορφή του πολιτεύματος του εκάστοτε κράτους αλλά με τα συμφέροντά του. Η δημοκρατική οργάνωση του πολιτεύματος μάλιστα είναι δυνατόν να οδηγήσει σε πολεμική εμπλοκή ένα κράτος ακόμα και όταν αυτό είναι αντίθετο με τα συμφέροντά του. Αυτό συμβαίνει όταν επηρεαστεί η κοινή γνώμη από λαϊκίστικες απόψεις οι οποίες θα σύρουν την κυβέρνηση στην στρατιωτική εμπλοκή (περίπτωση εμπλοκής της Ελλάδος στον άτυχο πόλεμο του 1897 εναντίον της Οθωμανικής αυτοκρατορίας).