Τι θα σήμαινε πραγματικά μια προσάρτηση για την ειρήνη στη Μ. Ανατολή | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Τι θα σήμαινε πραγματικά μια προσάρτηση για την ειρήνη στη Μ. Ανατολή

Ο Βενιαμίν Νετανιάχου είναι έτοιμος να θάψει την λύση των δύο κρατών

Ο Αμπάς αποτέλεσε για τον Νετανιάχου ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα. Θέλοντας να συνεργαστεί με το Ισραήλ για την ασφάλεια και να αποφύγει τόσο την βία όσο και το τραπέζι των διαπραγματεύσεων, ο Αμπάς έχει κάνει πολλά για να προωθήσει την εκστρατεία του Νετανιάχου για να κλείσει την πόρτα για μια ουσιαστική παλαιστινιακή κρατική οντότητα. Θεωρείται επίσης από την κυβέρνηση Τραμπ ως η ενσάρκωση όλων όσων είναι λάθος με τους Παλαιστινίους, βοηθώντας να απελευθερωθεί ο Νετανιάχου από σοβαρές πιέσεις των ΗΠΑ. Όχι ότι υπάρχουν πολλά που μπορεί να κάνει ο Παλαιστίνιος πρόεδρος για να βελτιώσει την θέση της Παλαιστινιακής Αρχής. Μερικοί τον έχουν παρακινήσει να καταρτίσει το δικό του σχέδιο ειρήνης. Αλλά τι είδους σχέδιο θα ήταν αυτό; Ο Αμπάς έχει κολλήσει ανάμεσα στην συνθηκολόγηση και τις προτάσεις που ο Νετανιάχου, ο Γκάντς και το ισραηλινό κοινό δεν θα αποδεχθούν ποτέ -όπως μια επιστροφή στα σύνορα του Ιουνίου 1967 με ανταλλαγές γης και την Ανατολική Ιερουσαλήμ ως παλαιστινιακή πρωτεύουσα.

Οι φιλοδοξίες του Νετανιάχου έχουν πάρει μια επιπλέον ώθηση από τα αραβικά κράτη, ειδικά του Κόλπου, των οποίων την εύνοια επεδίωξε. Ακόμη και όταν συνέχισε την οικοδόμηση οικισμών και κινήθηκε για να αποτρέψει τις παλαιστινιακές φιλοδοξίες, οι σχέσεις της κυβέρνησής του με την Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Μπαχρέιν άνθισαν. Οράματα συμφωνιών μη-επιθετικότητας -ακόμη και ομαλοποίησης- χορεύουν στο κεφάλι του Νετανιάχου. Και υπάρχουν καλοί λόγοι να πιστέψουμε ότι αυτή η ύφεση με τα κράτη του Αραβικού Κόλπου θα αντέξει: η Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ που ανησυχούν για ένα ανερχόμενο Ιράν˙ η αραβική απογοήτευση και εξάντληση με τους Παλαιστίνιους˙ και η επιθυμία, ειδικά στον Κόλπο, να διατηρηθούν στενοί δεσμοί με μια κυβέρνηση Τραμπ που συμμερίζεται τις αντι-ιρανικές απόψεις του Ισραήλ, βοήθησαν στην ευθυγράμμιση των συμφερόντων του Ισραήλ και των αραβικών κρατών, γεννώντας δημόσιες κινήσεις όπως επισκέψεις Ισραηλινών αθλητών, διπλωματών και επιχειρηματιών στον Κόλπο καθώς και πιο διακριτή συνεργασία για την ασφάλεια και τις πληροφορίες

Τις τελευταίες εβδομάδες, το ζήτημα της προσάρτησης υπογράμμισε τόσο την υπόσχεση όσο και τους περιορισμούς αυτών των νέων σχέσεων. Νωρίτερα αυτόν τον μήνα, η ισραηλινή εφημερίδα Yedioth Ahronoth δημοσίευσε ένα άνευ προηγουμένου άρθρο [4] του Yousef al-Otaiba, του πρέσβη των ΗΑΕ στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και ένα βίντεο με το οποίο απευθύνθηκε απευθείας στο ισραηλινό κοινό, προειδοποιώντας για επιδείνωση των δεσμών εάν το Ισραήλ προχωρούσε την προσάρτηση και υποσχόμενος αναβαθμισμένους δεσμούς, αν καθυστερούσε. Λίγο αργότερα, ο Nawaf Obaid, Σαουδάραβος πρώην πολιτικός σύμβουλος με δεσμούς με την βασιλική οικογένεια, έκανε μια παρόμοια έκκληση [5] στις σελίδες της Haaretz. Και ημέρες αργότερα, σε μια βιντεο-ενημέρωση της Αμερικανικής Εβραϊκής Επιτροπής (American Jewish Committee), ο Anwar Gargash, Υπουργός Εξωτερικών των ΗΑΕ, εξέφρασε την αντίθεσή του στην προσάρτηση αλλά κατέστησε σαφές [6] ότι οι πολιτικές διαφωνίες δεν πρέπει να αποκλείουν την συνεργασία με το Ισραήλ σε περιφερειακά θέματα. Είναι σαφές, καθώς ο Νετανιάχου σκέφτεται αν και τι θα προσαρτήσει, ότι θα αναζητήσει τρόπους για να διατηρήσει τα εντυπωσιακά κέρδη του με τα κράτη του Κόλπου. Και λαμβάνοντας υπόψη τα οφέλη που αποκομίζουν αυτές οι χώρες από την βελτιωμένη σχέση τους με το Ισραήλ, μπορεί να αναζητήσουν τρόπους να κάνουν το ίδιο.

Μεταξύ των υποστηρικτών του Netanyahu, ωστόσο, ένας εταίρος ξεχωρίζει. Παρόλο που η κυβέρνηση Τραμπ έστειλε πρόσφατα ανάμικτα μηνύματα σχετικά με το ζήτημα της προσάρτησης, ο πρόεδρος των ΗΠΑ και η ειρηνευτική ομάδα του έχουν κάνει πολλά για να υποστηρίξουν την αργή προσπάθεια του Νετανιάχου να σκοτώσει την παλαιστινιακή κρατική υπόσταση. Κατά τα τελευταία τρία χρόνια, η κυβέρνηση Τραμπ δεν έχει επιδιώξει τίποτα λιγότερο από μια αναδιατύπωση της αμερικανικής πολιτικής για την λύση των δύο κρατών, ευθυγραμμίζοντάς την με τις επιθυμίες του Νετανιάχου: ένα παλαιστινιακό κράτος στο 70% της Δυτικής Όχθης, μια συμβολική πρωτεύουσα σε ένα προάστιο ή δύο της Ανατολικής Ιερουσαλήμ, και μια σειρά από τόσο επαχθείς προϋποθέσεις που οι Παλαιστίνιοι θα έπρεπε να τηρήσουν, που ο ίδιος ο πρεσβευτής του Τραμπ στο Ισραήλ αστειεύτηκε ότι θα έπρεπε να γίνουν μια δημοκρατία όπως ο Καναδάς για να πληρούν αυτές τις προϋποθέσεις. Ναι, η υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών για την παλαιστινιακή κρατική υπόσταση προξενεί στον Νετανιάχου καούρες με την δεξιά πτέρυγά του. Αλλά ο μακρύς κατάλογος από καλούδια που του έδωσε η κυβέρνηση Τραμπ -από το να κηρύξει την Ιερουσαλήμ πρωτεύουσα του Ισραήλ και να ανοίξει την αμερικανική πρεσβεία εκεί μέχρι να κηρύξει τα Υψώματα του Γκολάν ως κυρίαρχο ισραηλινό έδαφος μέχρι το άνοιγμα της πόρτας για την προσάρτηση της Κοιλάδας του Ιορδάνη και μεγάλων τμημάτων της Δυτικής Όχθης με το ειρηνευτικό του σχέδιο- του έδωσε ένα εξαιρετικό πλεονέκτημα. Όχι μόνο αυτές οι κινήσεις επέτρεψαν στο Ισραήλ να επεκτείνει σταθερά την επικράτειά του˙ έχουν σχεδόν εγγυηθεί ότι οι Παλαιστίνιοι δεν θα έρθουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΚΡΑΤΩΝ

Θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί γιατί ο Νετανιάχου ρισκάρει να θέσει σε κίνδυνο όλα αυτά τα κέρδη προκειμένου να επεκτείνει τον ισραηλινό νόμο σε περιοχές που ήδη ελέγχει η χώρα του και που κανείς δεν την πιέζει να τις επιστρέψει. Γιατί να φουντώσει μια δυσλειτουργική παλαιστινιακή αιτία, να θυμώσει τα αραβικά κράτη (και ιδιαίτερα την Ιορδανία), να διακινδυνεύσει πιθανούς πονοκεφάλους με τους Ευρωπαίους και, σε περίπτωση νέας κυβέρνησης των ΗΠΑ, να ξεκινήσει στραβά; Η ιδέα της προσάρτησης πριν από τις τρεις τελευταίες εκλογές βοήθησε τον Νετανιάχου με την [εκλογική] βάση του. Αλλά πώς τον βοηθά τώρα;