Ο παραλογισμός της Άγκυρας για την Κρήτη | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο παραλογισμός της Άγκυρας για την Κρήτη

Γιατί η τουρκική απόπειρα αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας επί της μεγαλονήσου είναι αβάσιμη κατά το Διεθνές Δίκαιο*
Περίληψη: 

Η αμφισβήτηση της κυριαρχίας της Ελλάδος στην Κρήτη που επιχειρείται είναι νομικά αβάσιμη και εξόφθαλμα προκλητική, πολύ δε περισσότερο όταν συνδέεται με την απόπειρα της Τουρκίας να διεκδικήσει ως «γαλάζια πατρίδα» μεγάλο μέρος του θαλάσσιου χώρου της ανατολικής Μεσογείου ως υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ της, παραβλέποντας ή σκόπιμα παρερμηνεύοντας όσα προβλέπει το Διεθνές Δίκαιο.

Ο Δρ. ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΜΑΝΤΖΑΚΗΣ είναι διεθνολόγος - ιστορικός

Τα τελευταία χρόνια εμφανίζονται συχνά στον τουρκικό Τύπο -κυρίως στις εφημερίδες Aydınlık, Sözcü και Yeni Şafak- δημοσιεύματα που υποστηρίζουν ότι η Κρήτη δεν έχει παραχωρηθεί ολόκληρη από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στην Ελλάδα, αλλά μόνο εν μέρει, κατά συνέπεια η Τουρκία «μπορεί και πρέπει να διεκδικήσει τα 3/4 της Κρήτης», σύμφωνα με μια αρκετά διαστρεβλωμένη -αν όχι αρρωστημένη- αντίληψη του Δικαίου.

Η πατρότητα αυτής της ιδέας ανήκει στον Ümit Yalım, πρώην γενικό γραμματέα του Υπουργείου Άμυνας της Τουρκίας, χωρίς να είναι γνωστό αν του ζητήθηκε να την προβάλλει ή αν είναι πραγματικά δική του.

08072020-1.jpg

Στιγμιότυπο από την υπογραφή της Συμφωνίας του Λονδίνου, στην βρετανική πρωτεύουσα. Wikipedia
---------------------------------------------------------

Σε κάθε περίπτωση, η αμφισβήτηση που επιχειρείται είναι νομικά αβάσιμη και εξόφθαλμα προκλητική, πολύ δε περισσότερο όταν συνδέεται με την απόπειρα της Τουρκίας να διεκδικήσει ως «γαλάζια πατρίδα» (Mavi Vatan) ένα μεγάλο μέρος του θαλάσσιου χώρου της ανατολικής Μεσογείου ως υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ της, παραβλέποντας ή σκόπιμα παρερμηνεύοντας όσα προβλέπει το Διεθνές Δίκαιο και η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS) του 1982.

Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να αποδείξει το αυτονόητο, δηλαδή να εξηγήσει στους Τούρκους ημιμαθείς που υποστηρίζουν αυτά τα πράγματα και στους Έλληνες που τα αναπαράγουν, ότι οι ισχυρισμοί αυτοί στερούνται νομικής βάσης, κατά συνέπεια δεν μπορούν να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη, παρά μόνο στο πλαίσιο της σάτιρας για την -ευρύτατη δυστυχώς- έκταση της τουρκικής αμφισβήτησης σε ό,τι αφορά την Ελλάδα και τα κυριαρχικά της δικαιώματα στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο.

ΟΙ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ Η ΚΡΗΤΗ ΕΝΣΩΜΑΤΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Προτού εξετάσουμε τα επιχειρήματα του κ. Yalım, οφείλουμε να κάνουμε μια σύντομη αναφορά στις διεθνείς συνθήκες με τις οποίες η Κρήτη μεταβιβάστηκε στην Ελλάδα.

Μέχρι τους Βαλκανικούς Πολέμους των ετών 1912-1913, η Κρήτη ήταν τυπικά μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Από το 1898 δεν υπήρχαν οθωμανικές Αρχές ή οθωμανικός στρατός στο νησί, αλλά αυτό εξακολουθούσε τυπικά (de jure) να αποτελεί μέρος της οθωμανικής επικράτειας. Το καθεστώς αυτό άλλαξε επίσημα με την Συνθήκη του Λονδίνου (17/30 Μαΐου 1913), η οποία σηματοδότησε το τέλος του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου και θεωρήθηκε προκαταρκτική των επιμέρους συμφωνιών που θα υπέγραφε κάθε εμπόλεμο βαλκανικό κράτος με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Λόγω αυτού του χαρακτήρα της, η Συνθήκη δεν περιείχε μια σαφή διανομή των οθωμανικών εδαφών, αλλά μια γενική αναφορά στα εδάφη που θα έχανε ο Οθωμανός σουλτάνος Μεχμέτ E΄ Ρεσάντ (Mehmed V Reşad) και θα προσαρτούσαν τα βαλκανικά κράτη. Συγκεκριμένα, το Άρθρο 2 προέβλεπε ότι «Η Αυτού Μεγαλειότης ο Αυτοκράτωρ των Οθωμανών εκχωρεί προς τας Αυτών Μεγαλειότητας τους Συμμάχους Ηγεμόνας πάσας τας επί της Ευρωπαϊκής Ηπείρου εδαφικάς εκτάσεις της Αυτοκρατορίας Αυτού προς δυσμάς γραμμής αρχομένης από της επί του Αιγαίου Πελάγους Αίνου [σήμερα Enez] μέχρι της επί του Ευξείνου Πόντου Μήδειας [σήμερα Kıyıköy], εξαιρουμένης της Αλβανίας» [1].

Με δεδομένο ότι η Κρήτη ήταν οθωμανική κτήση δυτικά της παραπάνω γραμμής, θεωρητικά δεν χρειαζόταν να περιληφθεί ονομαστικά στην Συνθήκη. Παρά ταύτα, λαμβάνοντας υπόψη πόσες επιπλοκές και κρίσεις είχαν προκύψει με αφορμή την Κρήτη κατά τα τελευταία χρόνια, οι Δυνάμεις και η Ελλάδα θεώρησαν δόκιμο να αναφερθεί ονομαστικά, ώστε να εκλείψει κάθε αμφιβολία ή αμφισβήτηση σχετικά με το καθεστώς της. Στο πλαίσιο αυτό, το Άρθρο 4 της ίδιας Συνθήκης όριζε ότι «Η Αυτού Μεγαλειότης ο Αυτοκράτωρ των Οθωμανών δηλοί ότι εκχωρεί την Νήσον Κρήτην εις τους Συμμάχους Ηγεμόνας και ότι παραιτείται υπέρ Αυτών πάντων των ων εκέκτητο επί της Νήσου ταύτης κυριαρχικών και άλλων δικαιωμάτων» [2]. Η πρόνοια αυτή είχε ιδιαίτερη σημασία, καθώς σηματοδότησε κατά τρόπο απόλυτα σαφή το επίσημο τέλος της οθωμανικής κυριαρχίας επί της Κρήτης, μετά από δυόμισι περίπου αιώνες (1669-1913). Από την άλλη, ο τρόπος που αναφερόταν η παραίτηση του Οθωμανού σουλτάνου από την Κρήτη περιέπλεξε το νομικό καθεστώς του νησιού, καθώς οι Βαλκάνιοι σύμμαχοι της Ελλάδας έπρεπε να παραιτηθούν από τα δικαιώματα που απέκτησαν με την Συνθήκη του Λονδίνου, ώστε η Κρήτη να μεταβιβαστεί ασφαλώς και καθ’ ολοκληρία στην Ελλάδα.

Η κυβέρνηση της Σερβίας προχώρησε αρχικά έμμεσα σε αυτή την κίνηση, υπογράφοντας μόλις δύο μέρες αργότερα (19 Μαΐου / 1 Ιουνίου 1913) την ελληνοσερβική Συνθήκη Φιλίας και Συμμαχίας, η οποία αναγνώριζε το υφιστάμενο εδαφικό καθεστώς όπως αυτό είχε διαμορφωθεί ως αποτέλεσμα της πραγματικής κατοχής των πρώην οθωμανικών εδαφών από τα βαλκανικά κράτη (αρχή μετέπειτα γνωστή ως uti possidetis). Η Βουλγαρία, ωστόσο, δεν ήταν εξίσου πρόθυμη να συνεργαστεί, καθώς διαφωνούσε με την Ελλάδα και την Σερβία ως προς την διανομή των οθωμανικών εδαφών στη Μακεδονία. Οι σχέσεις μεταξύ των πρώην συμμάχων συνέχισαν να οξύνονται κατά τις επόμενες εβδομάδες, οδηγώντας τελικά στον σύντομο αλλά εξαιρετικά αιματηρό Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο (26 Ιουνίου - 10 Αυγούστου 1913). Λίγο πριν το τέλος του πολέμου αυτού, η Σερβία παραιτήθηκε επίσημα από κάθε δικαίωμα επί της Κρήτης με συμπληρωματικό πρωτόκολλο που υπέγραψαν οι πρωθυπουργοί Νίκολα Πάσιτς (Nikola Pašić) και Ελευθέριος Βενιζέλος (21 Ιουλίου / 3 Αυγούστου 1913), το Άρθρο 5 του οποίου ανέφερε ότι «Διά της αποδοχής της μεθοριακής γραμμής της περιγραφείσης εις Άρθρον 1 η Σερβία αφίσταται πάσης διεκδικήσεως επί της νήσου Κρήτης» [3].