Η παράξενη ήττα των Ηνωμένων Πολιτειών | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η παράξενη ήττα των Ηνωμένων Πολιτειών

Το μήνυμα ενός ιστορικού της γαλλικής ιστορίας για τις εποχές της πανδημίας
Περίληψη: 

Οι σημερινοί Αμερικανοί ίσως να καταλάβουν καλύτερα από τους προηγούμενους ομολόγους τους την εμπειρία εκείνων των οποίων οι δημοκρατίες έχουν διαφθαρεί ή έχουν υποχωρήσει στην αυταρχική παρόρμηση.

Ο ROBERT ZARETSKY είναι καθηγητής Σύγχρονης Γαλλικής Ιστορίας στο Honors College του Πανεπιστημίου του Χιούστον και συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο Catherine & Diderot: The Empress, The Philosopher, and the Fate of the Enlightenment [1].

Αυτό το καλοκαίρι σηματοδοτεί την 80η επέτειο από την πτώση της Γαλλίας. Η πτώση ήταν τόσο ξαφνική όσο και σοκαριστική: έξι εβδομάδες αφότου τα γερμανικά πάντσερ, σαρώνοντας βόρεια της γραμμής Maginot, διαπέρασαν το πυκνό δάσος των Αρδεννών στα μέσα Μαΐου, ο νεοδιορισμένος ηγέτης της γαλλικής κυβέρνησης, στρατάρχης Philippe Pétain, απευθύνθηκε στο έθνος: «Με βαριά καρδιά ανακοινώνω ότι οι εχθροπραξίες πρέπει να σταματήσουν». Μεταξύ εκείνων που άκουσαν το ραδιοφωνικό διάγγελμα ήταν ένας λοχαγός του γαλλικού στρατού, ο οποίος, αν και παρασημοφορημένος βετεράνος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, και πάλι επέμενε να δίνει τη μάχη. Σε διάστημα λίγων εβδομάδων, έφτιαξε στα γρήγορα μια «δήλωση αποδεικτικών στοιχείων» των γεγονότων στα οποία μόλις είχε συμμετάσχει.

22072020-1.jpg

Ο Τραμπ επισκέπτεται το Εθνικό Στρατιωτικό Ιατρικό Κέντρο Walter Reed στη Μπεθέσντα, στο Μέριλαντ, τον Ιούλιο του 2020. Tasos Katopodis / Reuters
-------------------------------------------------------

Γραμμένο υπό αυτό που ο συγγραφέας, Marc Bloch, ομολόγησε ότι ήταν «μια έξαρση οργής», το βιβλίο που προέκυψε, το L’Étrange défaite, ή αλλιώς «Η Παράξενη Ήττα», παραμένει μεταξύ των πιο εντυπωσιακών αναλύσεων της κατάρρευσης της Γαλλίας. Ένας εικονοκλαστικός ιστορικός της μεσαιωνικής Γαλλίας, ο Μπλος ανέπτυξε μια σημαίνουσα, αν και άπιαστη, ιδέα για αυτό που ονόμασε mentalités: τις διανοητικές και συναισθηματικές δομές που, όχι λιγότερο σίγουρα από τους υλικούς παράγοντες, διαμόρφωσαν τον τρόπο με τον οποίο οι προηγούμενες γενιές καταλάβαιναν τον κόσμο τους. Δεν αποτελεί έκπληξη, ότι ο Bloch πίστευε ότι οποιαδήποτε αξιόλογη εξήγηση για το πώς η Γαλλία υπέστη «μια ήττα που κανείς δεν θα πίστευε πιθανή», απαιτούσε μια εφόρμηση στις νοοτροπίες των πολιτικών και στρατιωτικών ελίτ της.

Ογδόντα χρόνια αργότερα, η έρευνα του Bloch ρίχνει χρήσιμο φως σε εκείνους τους ιστορικούς που, συγκλονισμένοι από την έξαρση της δικής τους εποχής, μπορεί να επιδιώκουν να κατανοήσουν την κάποτε αδιανόητη ήττα των Ηνωμένων Πολιτειών στον «πόλεμο» εναντίον του νέου κορωνοϊού.

ΨΕΥΤΟ-ΠΟΛΕΜΟΣ

Η drôle de guerre, ή αλλιώς ο ψευτο-πόλεμος, ξεδιπλώθηκε για οκτώ μήνες ξεκινώντας τον Σεπτέμβριο του 1939. Κατά την διάρκεια εκείνης της περιόδου, η Γαλλία στρατολόγησε και κινητοποίησε εκατομμύρια άνδρες. Μετακινημένοι σε αμυντικές θέσεις σε ολόκληρη την χώρα, οι στρατολογημένοι συχνά δεν είχαν το στρατιωτικό ισοδύναμο του εξοπλισμού ατομικής προστασίας ή PPE (personal protective equipment). Υπέφεραν από ελλείψεις σε μπότες και κουβέρτες κατά την διάρκεια του ιδιαίτερα κρύου χειμώνα και από ανησυχητική έλλειψη μασκών -σε αυτήν την περίπτωση, μασκών αερίων. Μεταξύ των αξιωματικών που είχαν μάσκες, ορισμένοι αρνήθηκαν να τις φορέσουν. Το κάπνισμα του τσιγάρου καθώς εξέταζαν τα στρατεύματά τους έφερνε περισσότερο καμάρι.

Η σύνθεση όλων αυτών των ελλείψεων αποτελούσε μια έλλειψη πειστικής ηγεσίας. Η κυβέρνηση, υπό τον πρωθυπουργό Édouard Daladier, εξέδωσε κενές προτροπές αντί για σαφείς και συνετούς λόγους για τις θυσίες που ζητούσαν από στρατιώτες και πολίτες. Αποφασισμένη να αποφύγει τις συνέπειες της κήρυξης πολέμου, η κυβέρνηση προσπάθησε να δώσει την εντύπωση ότι απλώς επεδίωκε την ειρήνη με άλλα μέσα. Το έργο του Jean Giraudoux, The Trojan War Will Not Take Place («Ο Τρωικός Πόλεμος Δεν Θα Πραγματοποιηθεί»), απεικονίζει έτσι τον Έκτορα να στρέφεται στην διπλωματία για να αποτρέψει την πτώση της Τροίας. Είναι ενδεικτικό ότι ο Giraudoux δεν ήταν μόνο ο πιο διάσημος θεατρικός συγγραφέας του έθνους, αλλά και ο υπουργός Πληροφοριών της κυβέρνησης.

Στις αρχές του 1940, στρατιώτες που ανήκαν σε ορισμένες επαγγελματικές κατηγορίες αποστρατεύτηκαν. Στην συνέχεια, όπως τώρα, η κυβέρνηση προσπάθησε να βάλει ένα πέπλο κανονικότητας στην καθημερινή ζωή. Δεν ήταν δύσκολο. Με τις καφετέριες του Παρισιού να γεμίζουν με πελάτες, τα θέατρα να γεμίζουν με θεατές και τα γήπεδα να γεμίζουν με οπαδούς, η πόλη έδωσε νέα ζωή στο plus ça change, plus c’est la même chose («όσο περισσότερο αλλάζει, τόσο περισσότερο μένει ίδιο»). Δεν προκαλεί έκπληξη ότι το τραγούδι της drôle de guerre (του ψευτο-πολέμου) ήταν το «Paris Will Always Be Paris» («Το Παρίσι θα είναι πάντα το Παρίσι») του Maurice Chevalier.

Κοιτάζοντας πίσω σε εκείνη την περίοδο, ο Μπλος τοποθετεί την ευθύνη στην κυβέρνηση. Με το να αποτύχει να παράσχει στους Γάλλους «το μίνιμουμ των ξεκάθαρων και σαφών πληροφοριών χωρίς τις οποίες δεν είναι δυνατή η ορθολογική συμπεριφορά», οι εκλεγμένοι ηγέτες της χώρας ήταν ένοχοι για παραμέληση καθήκοντος που αποτελούσε «το πιο φρικτό έγκλημα των αυτοαποκαλούμενων δημοκρατών μας». Όσον αφορά το θέμα της γαλλικής δημοκρατίας, ο Μπλος ήταν εξίσου σοβαρός. Σημειώνει ότι η αποτελεσματικότητα οποιασδήποτε μορφής διακυβέρνησης, είτε μοναρχική είτε δημοκρατική, υποφέρει όταν υπάρχει αποσύνδεση μεταξύ των δηλωμένων αξιών του συστήματος και των πραγματικών αξιών αυτών που το διαχειρίζονται. «Μια δημοκρατία γίνεται απελπιστικά αδύναμη και το γενικό καλό υποφέρει αναλόγως, εάν οι ανώτεροι αξιωματούχοι της, αναθρεμμένοι να την περιφρονούν … την υπηρετούν μόνο με μισή καρδιά».