Η αποτυχία του ευρώ | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η αποτυχία του ευρώ

Το ευρωπαϊκό νόμισμα και η περίπτωση της Ελλάδας
Περίληψη: 

Το ευρώ ήταν καταδικασμένο να αποτύχει τόσο λόγω της στενά αντιπληθωριστικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας όσο και της απόφασης για «μη διάσωση» μιας χώρας με εξαγορά των ομολόγων της από την ΕΚΤ. Έτσι έφτασε η Ελλάδα σε μη βιώσιμο χρέος. Χρειάζονται νέοι συνταγματικοί δημοσιονομικοί κανόνες στην ευρωζώνη αν αυτή θέλει να ξεπεράσει την κρίση και να διασώσει το ευρώ.

Ο MARTIN FELDSTEIN είναι Καθηγητής Οικονομικών στην έδρα George F. Baker του Πανεπιστημίου Harvard και Επίτιμος Πρόεδρος του Εθνικού Γραφείου Οικονομικών Ερευνών των ΗΠΑ. Υπήρξε επικεφαλής του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων από το 1982 ως το 1984. Το άρθρο προέρχεται από μελέτη του Εθνικού Γραφείου Οικονομικών Ερευνών με τίτλο «Το ευρώ και η ευρωπαϊκή οικονομική απόδοση».

Το ευρώ μπορεί πλέον να χαρακτηριστεί ως ένα πείραμα που απέτυχε. Η αποτυχία αυτή, η οποία ήρθε μόλις δώδεκα χρόνια μετά την παρουσίασή του, το 1999, δεν ήταν τυχαία ούτε αποτέλεσμα γραφειοκρατικής κακοδιαχείρισης, αλλά μάλλον η αναπόφευκτη συνέπεια του να επιβάλεις ένα νόμισμα σε μια ομάδα πολύ ετερογενών χωρών. Οι δυσμενείς οικονομικές συνέπειες του ευρώ περιλαμβάνουν την κρίση δημόσιου χρέους σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, την εύθραυστη κατάσταση μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών, τα υψηλά επίπεδα ανεργίας στην ευρωζώνη και τα μεγάλα ελλείμματα εμπορικού ισοζυγίου που πλήττουν τις περισσότερες χώρες της ευρωζώνης.

Ο πολιτικός στόχος της δημιουργίας μιας αρμονικής Ευρώπης απέτυχε επίσης. Η Γαλλία και η Γερμανία έχουν επιβάλει οδυνηρά μέτρα λιτότητας στην Ελλάδα και την Ιταλία ως προϋπόθεση για την οικονομική τους βοήθεια, ενώ το Παρίσι και το Βερολίνο έχουν διαφωνήσει έντονα για τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αλλά και για τον τρόπο που θα μοιραστεί η οικονομική βοήθεια.

Το αρχικό κίνητρο που οδήγησε στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Ένωση και το ευρώ ήταν πολιτικό και όχι οικονομικό. Οι ευρωπαίοι πολιτικοί είχαν ως επιχείρημα το ότι η χρήση ενός κοινού νομίσματος θα εμφυσήσει στους πολίτες τους εντονότερα την αίσθηση ότι ανήκουν σε μια ευρωπαϊκή κοινότητα και ότι η μετατόπιση των ευθυνών για την νομισματική πολιτική από το εθνικό επίπεδο σε μια κεντρική τράπεζα στην Φρανκφούρτη θα σηματοδοτούσε και μια μετατόπιση πολιτικών δυνάμεων.

Το πρωταρχικό πολιτικό κίνητρο για αυξημένη ευρωπαϊκή ενοποίηση ήταν, και πιθανόν να είναι ακόμα, να ενισχυθεί ο ρόλος της Ευρώπης στις παγκόσμιες σχέσεις. Το 1956, αμέσως μόλις οι ΗΠΑ υποχρέωσαν τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία να αποσύρουν τις δυνάμεις τους από τη Διώρυγα του Σουέζ, ο γερμανός καγκελάριος Konrad Adenauer ανέφερε σε έναν Γάλλο πολιτικό ότι τα ανεξάρτητα ευρωπαϊκά κράτη δεν θα γίνονταν ποτέ παγκόσμιες δυνάμεις, αλλά «ότι τους απομένει μόνο ένας τρόπος για να παίξουν έναν αποφασιστικό ρόλο στον κόσμο και αυτός είναι να ενωθούν σε μια Ευρώπη… Η Ευρώπη θα είναι η εκδίκησή σας». Έναν χρόνο μετά, η Συνθήκη της Ρώμης εγκαινίασε την Κοινή Αγορά.

Η Κοινή Αγορά επεκτάθηκε το 1967 και δημιουργήθηκε η Ευρωπαϊκή Κοινότητα και στη συνέχεια, το 1992, η Συνθήκη του Μάαστριχτ έδωσε ώθηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που δημιούργησε μια μεγαλύτερη περιοχή ελευθέρου εμπορίου, κινητικότητα στην εργασία, και έθεσε ένα χρονοδιάγραμμα για την υιοθέτηση ενός κοινού νομίσματος και μιας ενοποιημένης Ευρώπης σε επίπεδο αγαθών και υπηρεσιών. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έθεσε αυτή τη ρύθμιση ως θεμέλιο λίθο για μεγαλύτερη πολιτική ενότητα και δημιούργησε το αληθοφανές επιχείρημα ότι η περιοχή του ελευθέρου εμπορίου μπορεί να πετύχει μόνο αν οι χώρες μέλη χρησιμοποιούσαν ένα κοινό νόμισμα. (Φυσικά, δεν υπάρχει τίποτα στην οικονομική λογική και εμπειρία που να υπονοεί ότι το ελεύθερο εμπόριο απαιτεί και κοινό νόμισμα. Η Βορειο-Αμερικανική Συμφωνία Ελευθέρων Συναλλαγών, για παράδειγμα, έχει αυξήσει το εμπόριο χωρίς κανείς ποτέ να σκεφτεί ότι οι ΗΠΑ, ο Καναδάς και το Μεξικό θα έπρεπε να έχουν κοινό νόμισμα).

Η Γερμανία αντιστάθηκε στην απόφαση να δημιουργηθεί ένα κοινό νόμισμα, καθώς ήταν απρόθυμη να εγκαταλείψει το γερμανικό μάρκο και την σταθερότητα των τιμών, αλλά και την ευημερία που είχε επέλθει στην μεταπολεμική οικονομία της χώρας. Σταδιακά, όμως, η Γερμανία ενέδωσε ενώ η Γαλλία και οι άλλοι κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα πρόγραμμα που θα οδηγούσε στην εγκαθίδρυση του ευρώ το 1999. Αλλά η Γερμανία ήταν ικανή να επηρεάσει κάποια χαρακτηριστικά της ΕΚΤ: την επίσημη ανεξαρτησία της Τράπεζας, τον μοναδικό πολιτικό στόχο της σταθερότητας των τιμών της, την απαγόρευση αγοράς ομολόγων από κράτη μέλη - έναν κανόνα που εγκαταλείπει αβοήθητες τις χώρες που χρεοκόπησαν - και το γεγονός ότι εδρεύει στην Φρανκφούρτη. Η Γερμανία, επίσης, πίεσε για τη δημιουργία ενός Συμφώνου Σταθερότητας που δημιούργησε οικονομικές ρήτρες για όποια χώρα είχε έλλειμμα προϋπολογισμού πάνω από 3% του ΑΕΠ ή χρέος που θα ξεπερνούσε το 60% του ΑΕΠ. Όταν σε σύντομο χρονικό διάστημα η Γαλλία και η Γερμανία παραβίασαν αυτές τις συνθήκες, το Συμβούλιο των Υπουργών ψήφισε να μην επιβληθούν ποινές και οι όροι της συμφωνίας αποδυναμώθηκαν έτσι ώστε να μην έχουν σημασία.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΕΝΟΣ ΠΡΟΑΝΑΓΓΕΛΘΕΝΤΟΣ ΘΑΝΑΤΟΥ

Πολύ πριν παρουσιαστεί το ευρώ, οι οικονομολόγοι επισήμαναν τις δυσμενείς συνέπειες ενός κοινού νομίσματος στις οικονομίες της Ευρώπης. (Δείτε, για παράδειγμα, το άρθρο μου στον «Economist» από το 1992, με τίτλο «Η υπόθεση ενάντια στο ευρώ» ή το δοκίμιο, από τις ίδιες σελίδες, «ΟΝΕ και Διεθνείς διαμάχες», Νοέμβριος/Δεκέμβριος 1997). Το κοινό νόμισμα προϋποθέτει ότι όλες οι χώρες της οικονομικής ένωσης έχουν την ίδια οικονομική πολιτική και το ίδιο βασικό επιτόκιο, με τα επιτόκια να διαφέρουν ανάμεσα στους δανειστές μόνο εξαιτίας διαφορών στο πιστωτικό ρίσκο. Κοινό νόμισμα, επίσης, σημαίνει καθορισμένη ισοτιμία μέσα στην νομισματική ένωση και η ίδια ισοτιμία να σχετίζεται με όλα τα άλλα συναλλάγματα, ακόμα και όταν κάποιες χώρες μέσα στην νομισματική ένωση θα ωφεληθούν από τις αλλαγές στις σχετικές αξίες. Για αυτόν τον λόγο, οι οικονομολόγοι εξήγησαν ότι το ευρώ θα οδηγήσει σε μεγαλύτερες διακυμάνσεις στην παραγωγή και τις θέσεις εργασίας, σε μια πιο αργή προσαρμογή στην πτώση της συνολικής ζήτησης και σε επίμονες εμπορικές ανισορροπίες ανάμεσα στην Ευρώπη και τον υπόλοιπο κόσμο. Και πράγματι, όλες αυτές οι αρνητικές συνέπειες έχουν συμβεί τα τελευταία χρόνια.