ΗΠΑ και Ευρώπη απομακρύνονται | Foreign Affairs - Hellenic Edition

ΗΠΑ και Ευρώπη απομακρύνονται

Με αφορμή το νέο βιβλίο του Robert Kagan, The world America made
Περίληψη: 

Ξεκινώντας από την περιγραφή του σύγχρονου κόσμου, στην διαμόρφωση του οποίου οι ΗΠΑ έπαιξαν σημαίνοντα ρόλο, ο Αμερικανός ακαδημαϊκός Robert Kagan προσπαθεί να διαγνώσει το μέλλον, ειδικά μέσα από τις σχέσεις της Αμερικής με την Ευρώπη. Πλέον, οι διαφορετικές κατευθύνσεις είναι πασιφανείς, ωστόσο, ο στόχος είναι κοινός: η διατήρηση της ειρήνης και η οικονομική ανάπτυξη.

Ο Δρ ΔΗΜΗΤΡΗΣ Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ είναι Επίκουρος Καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας στο ΤΕΙ Καλαμάτας και παράλληλα διδάσκει από το 2005 στο Διατμηματικό Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα του Τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου, «Ιστορική Έρευνα, Διδακτική και Νέες Τεχνολογίες».

Θρυλείται ότι ο Τζων Κέυνς είχε πει κάποτε πως όταν αλλάζουν τα γεγονότα, πρέπει να αλλάζει κανείς και άποψη. Παρότι η φράση ακούγεται κυνική, πουθενά δεν ταιριάζει καλύτερα (ίσως ακριβώς λόγω και αυτού του χαρακτήρα της) παρά στους μηχανισμούς εκείνους της πολιτικής εξουσίας που διαμορφώνουν την εκάστοτε στρατηγική της και επεξεργάζονται την ιδεολογία της. Η προσαρμοστικότητα προβάλλεται συνήθως ως ιδιαίτερα αναγκαία στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής όπου το κάθε εθνικό κράτος -πόσω μάλλον όταν πρόκειται για μια ηγεμονική δύναμη παγκοσμίου βεληνεκούς- είναι υποχρεωμένο να επεξεργαστεί ένα διαρκώς ευμετάβλητο διεθνές σύστημα όπου η ισορροπία δυνάμεων υπόκειται σε διαρκείς αλλαγές και όπου τα διάφορα δρώντα υποκείμενα μάχονται για να επιβάλλουν το δικό τους ιδεολογικό «πρόγραμμα» ως προς την ερμηνεία και την κατανόηση των πραγμάτων.

Η διαδικασία αυτή εντείνεται δε και λαμβάνει πολεμικό χαρακτήρα -πριν από το πραγματικό στο συμβολικό επίπεδο- πρωτίστως σε περιόδους κρίσης όπου το μέχρι τότε γενικώς αποδεκτό σύστημα ασφάλειας και το διεθνές status quo τίθενται για ποικίλους λόγους υπό ευρεία αμφισβήτηση. Αν αναφερόμαστε ειδικά στο πολιτικό κέντρο της εκάστοτε «αυτοκρατορίας», πριν αναπροσαρμόσει τους όρους άσκησης της ισχύος του στο χώρο επιρροής του ή ακόμη περισσότερο προχωρήσει στην επέκτασή του, οφείλει, με άλλα λόγια, να παραγάγει ένα νέο «λόγο» με τον οποίο να ερμηνεύει το «χθες» και να προκαταλαμβάνει το «αύριο», με βάση προφανώς το ιδιαίτερο συμφέρον του.

Στη δεκαετία του '90, μετά το απότομο τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ο «λόγος» αυτός ήταν απαραίτητο να ανανεωθεί με βάση το δεδομένο ότι οι ΗΠΑ είχαν ανακηρυχθεί κατά έναν αναπάντεχο τρόπο στη «μοναδική υπερδύναμη», χωρίς αυτό όμως να σημαίνει ότι είχαν εξαφανιστεί και οι εν δυνάμει εχθροί της. Στρέφοντας την προσοχή της στη Μ. Ανατολή, ειδικοί διανοούμενοι με φήμη «αυθεντίας» όπως ο Σάμουελ Χάντινγκτον κατέθεσε το 1993, με το γνωστό άρθρο του στο Foreign Affairs περί «σύγκρουσης πολιτισμών», αναδύεται ένα νέο ιδεολογικό σχήμα σύμφωνα με το οποίο οι μελλοντικοί πλανητικοί ανταγωνισμοί θα έχουν πολιτισμική βάση. Δεν θα ήταν δηλαδή στο εξής τόσο οι πολιτικές ή οι οικονομικές αιτίες που θα οδηγούσαν σε ρήξεις ή και σε πόλεμο μεταξύ των κρατών, όσο το πολιτισμικό τους υπόστρωμα.

ΑΡΗΣ ΚΑΙ ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΣΕ ΑΠΟΚΛΙΝΟΥΣΕΣ ΤΡΟΧΙΕΣ

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο θα μπορούσε να διαβαστεί και η περίφημη απόπειρα του Robert Kagan, πριν από 10 χρόνια, να ερμηνεύσει με νέους όρους το βασικό πυρήνα του «εθνικού χαρακτήρα» καθώς και τις αποκλίνουσες, όπως θεωρούσε, επιδιώξεις αναφορικά με τις διεθνείς τους σχέσεις δύο ως τότε στενότατων συμμάχων, των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε ένα βαρύνον άρθρο στο Policy Review [1] που έλαβε στη συνέχεια τη μορφή βιβλίου (Of Paradise and Power. America and Europe in the new world order, Ιαν. 2003) με πολύ μεγάλη εμπορική επιτυχία στην Αμερική και εκτός αυτής, ο R. Kagan επιχείρησε να νομιμοποιήσει ιδεολογικά εκείνο που φαινόταν απαραίτητο στους κύκλους του λεγόμενου νεοσυντηρητισμού στις ΗΠΑ (που ασκούσε και ασκεί μεγάλη επιρροή στα κέντρα εξουσίας της χώρας), δηλαδή τη ρήξη με τη στρατηγική τής απόλυτης ταύτισης Αμερικής και Ευρώπης στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής.

O R. Kagan δεν είναι ένας ελάσσων «οργανικός διανοούμενος» της Ουάσινγκτον. Ο ίδιος (γεννήθηκε στην Αθήνα το 1958) έχει υπηρετήσει στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ το 1984-88, όντας μάλιστα υπεύθυνος για τις ομιλίες τού τότε υπουργού Εξωτερικών, Τζορτζ Σουλτζ ενώ υπήρξε και σύμβουλος επί της εξωτερικής πολιτικής του πρώην υποψήφιου των Ρεπουμπλικανών για τις προεδρικές εκλογές του 2008, Τζον Μακέιν. Σήμερα, παραμένει μέλος διαφόρων οργάνων του Στέητ Ντηπάρτμεντ και ΜΚΟ που επηρεάζουν ή και διαμορφώνουν την εξωτερική πολιτική της χώρας ενώ από το 2010 είναι senior fellow σε μία από τις παλαιότερες και μεγαλύτερου κύρους δεξαμενές σκέψης της Αμερικής, το Brookings Institution (στο Center on United States and Europe). Είναι τακτικός αρθρογράφος της Washington Post, γράφοντας παράλληλα σε πολλά από τα πιο έγκυρα περιοδικά και επιθεωρήσεις της χώρας ενώ έγκυρα ΜΜΕ είχαν αναφέρει ότι ένα άρθρο του στο New Republic, τον περασμένο Φεβρουάριο, με το οποίο αντιπαρατίθεται στη θεωρία που θέλει τις ΗΠΑ να βιώνουν την πτώση τους ως παγκόσμια ηγέτιδα δύναμη, απασχόλησε σε μια σύσκεψη και αυτόν ακόμη τον πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα που ενδιαφέρθηκε να συζητήσει με τους συμβούλους του διεξοδικά το επιχείρημα του Kagan. Για τούτο δεν αποτελεί απλώς μια «άποψη» για τη θέση της Αμερικής στον κόσμο αλλά συνιστά έναν από τους διαμορφωτές της «αλήθειας» και έναν εκφραστή της «γενικής βούλησης» που εδραιώνεται κάθε φορά στα κέντρα αποφάσεων παραγάγοντας ειδικά αποτελέσματα στο πεδίο της πραγματικότητας.