Η μεγάλη ανασκαφή | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η μεγάλη ανασκαφή

Πώς να κρατηθούν σε λογαριασμό οι εξορυκτικές εταιρείες –και οι κυβερνήσεις που δουλεύουν μαζί τους
Περίληψη: 

Για τον κόσμο τής εξορυκτικής βιομηχανίας, τα τελευταία χρόνια υπήρξαν ταραγμένα. Αλλά αυτές μέρες τής Άγριας Δύσης μπορεί να πλησιάζουν στο τέλος τους.

Ο MATT MOSSMAN είναι ειδικός στο πολιτικό ρίσκο για τις αναδυόμενες αγορές, με έδρα του την Ουάσιγκτον.

Για τον κόσμο τής εξορυκτικής βιομηχανίας, τα τελευταία χρόνια υπήρξαν ταραγμένα. Οι πολιτικοί, οι πολίτες, οι εργαζόμενοι και οι μέτοχοι, όλοι θέλουν μεγαλύτερο μερίδιο από τα κέρδη, και οι εταιρείες εξόρυξης έχουν δει τις εθνικές κυβερνήσεις να αυξάνουν τους φόρους και να απαιτούν επαναδιαπραγμάτευση των συμβάσεων με ευνοϊκότερους όρους. Ορισμένες κυβερνήσεις, συμπεριλαμβανομένης εκείνης της Νότιας Αφρικής, μελέτησαν μέχρι και την ολοκληρωτική εθνικοποίηση των ορυχείων τους.

Ένας λόγος για τις τριβές αυτές είναι ότι τα ορυχεία στις πλούσιες χώρες εξαντλούνται όλο και περισσότερο, καθιστώντας τους μεταλλωρύχους όλο και περισσότερο εξαρτημένους από αποθέματα σε λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες. Αυτό συνεπάγεται σημαντικά μεγαλύτερο ρίσκο: Οι φτωχότερες χώρες είναι ακριβώς οι περιοχές όπου είναι μεγαλύτερη η προοπτική για διαφθορά και εθνικοποίηση πόρων.

Ένας άλλος λόγος είναι ότι οι τιμές των βασικών εμπορευμάτων έχουν εκτοξευθεί στα ύψη. Ακόμη και μετά την πτώση τού τρέχοντος έτους, οι τιμές για πολλά μέταλλα, ορυκτά και πολύτιμους λίθους είναι ακόμα σχεδόν διπλάσιες από εκείνες που ήταν πριν από δέκα χρόνια, και τα κέρδη έχουν αυξηθεί αναλόγως. Οι 40 μεγαλύτερες εταιρείες εξόρυξης στον κόσμο απέφεραν περίπου 500 δισεκατομμύρια δολάρια το 2012, σε σύγκριση με 100 δισεκατομμύρια το 2002, σύμφωνα με μια μελέτη τής «δεξαμενής σκέψης» Chatham House. Ωστόσο, πολλές κυβερνήσεις όπου λειτουργούν αυτές οι εταιρείες δεν ανάμεναν ποτέ μια τέτοια αύξηση των εσόδων από την εξόρυξη, όταν διαπραγματεύονταν τα αρχικά σχετικά συμβόλαια πριν χρόνια ή και δεκαετίες. Ισχυρίζονται ότι τα περισσότερα από τα απροσδόκητα κέρδη τις έχουν παρακάμψει, και αυτό μπορεί να είναι αλήθεια - υπάρχουν τόσο λίγες δημόσια διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με το πόσα παίρνουν κατά μέσο όρο οι κυβερνήσεις όντως, και ως εκ τούτου, είναι συχνά αδύνατο να καθοριστεί το τι συνιστά μια καλή συμφωνία. Περαιτέρω, χωρίς καλά στοιχεία, όλες οι πλευρές είναι επιρρεπείς στην καχυποψία, την απογοήτευση, και - πολύ συχνά – τις διαφωνίες που σκοτώνουν τελικά τις επενδύσεις και ματαιώνουν την ανάπτυξη.

Όμως, η ομίχλη τής μυστικότητας ίσως να διαλύεται. Οι πλούσιες σε πόρους χώρες στρέφονται όλο και περισσότερο σε συμβούλους, σε ομάδες υπεράσπισης, καθώς και σε υπηρεσίες ανάπτυξης για να τις βοηθήσουν να διαπραγματευτούν με τους μεταλλωρύχους από μια πιο ενημερωμένη θέση. Και οι μεταλλωρύχοι κάνουν το ίδιο με την ελπίδα να αποφεύγονται οι συγκρούσεις που τους μαστίζουν τα τελευταία χρόνια. Το αποτέλεσμα είναι ότι, μέσα στα επόμενα λίγα χρόνια, η βιομηχανία εξόρυξης, και πιο συγκεκριμένα τα ορυχεία, θα γίνουν πιο διαφανή από ποτέ. Οι επιχειρήσεις εξόρυξης θα δουν πιθανότατα λιγότερα κέρδη, και οι φτωχές και μεσαίου εισοδήματος χώρες θα πάρουν περισσότερα. Αυτά τα χρήματα μπορεί να πάνει προς την κάλυψη των βασικών αναγκών τού πληθυσμού τους και στην επιτάχυνση της ανάπτυξης - ή μπορεί να χαθούν στην διαφθορά.

ΟΛΑ ΚΑΘΑΡΑ

ΟΙ εκκλήσεις για διαφάνεια στην εξορυκτική βιομηχανία δεν αποτελούν κάτι καινούργιο. Πρωτοβουλίες όπως η Πρωτοβουλία Διαφάνειας των Εξορυκτικών Βιομηχανιών (Extractive Industries Transparency Initiative, EITI) και η Publish What You Pay (PWYP), που ιδρύθηκαν για να πιέσουν υπέρ τής δημοσιοποίησης στοιχείων στον τομέα τής εξόρυξης και της ενέργειας, είναι περίπου μια δεκαετία παλιές. Ομάδες υπεράσπισης ξεκίνησαν πιέζοντας τους μεταλλωρύχους και τις κυβερνήσεις να αποκαλύψουν τις μεταξύ τους οικονομικές ροές, αλλά αυτό δεν έφερε καμία σημαντική αλλαγή. Μερικοί από τους πιο διεφθαρμένους πολιτικούς του κόσμου έχουν υπογράψει εθελοντικά τα συστήματα δημοσιοποίησης, αποδέχθηκαν τον έπαινο και την πρόσθετη ενίσχυση από τον ανεπτυγμένο κόσμο ως ανταμοιβή, και στη συνέχεια απλά συνέχισαν τις δωροληψίες και τις κλοπές. Τώρα, όμως, οι υπέρμαχοι της διαφάνειας θέλουν να μαζέψουν περισσότερες λεπτομέρειες. Θέλουν, για παράδειγμα, να αποκαλύπτονται οι όροι των συμβάσεων και αντί να καταγράφονται λεπτομερώς τα κατ’ αποκοπή ποσά των χρηματοδοτικών ροών θέλουν τις πληροφορίες διαχωρισμένες ανά πληρωμή. Τελικά, καθώς οι λεπτομέρειες συσσωρεύονται, οι παρατηρητές τής βιομηχανίας ελπίζουν ότι θα μπορούν να παρακολουθούν συγκεκριμένα κοιτάσματα για να δουν αν οι συμβάσεις τηρούνται, και θα μπορούν να εντοπίσουν πολύ πιο γρήγορα την διαφθορά και άλλα προβλήματα.

Στην προσπάθεια αυτή, οι υπέρμαχοι τής διαφάνειας βοηθήθηκαν από νέους νόμους σε πολλές πλούσιες χώρες οι οποίες στοχεύουν στην προώθηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και την καταπολέμηση της διαφθοράς και της συγκάλυψης φόρων. Αυτές περιλαμβάνουν τον Νόμο περί Δωροδοκίας τού Ηνωμένου Βασιλείου και την Πράξη Dodd-Frank για τη Μεταρρύθμιση της Wall Street και την Προστασία των Καταναλωτών. Εάν εφαρμοστούν όπως προβλέπεται, οι νόμοι αυτοί θα κάνουν τις εγχώριες εταιρείες υπεύθυνες για κακές συμπεριφορές στο εξωτερικό και θα τις αναγκάσουν να αποκαλύπτουν τις πληρωμές τους προς τις ξένες εταιρείες.

Η Μογγολία είναι μια καλή περίπτωση για την μελέτη των πιθανών επιπτώσεων της διαφάνειας [1]. Το 2009, η χώρα υπέγραψε μια συμφωνία για επενδύσεις με την Rio Tinto, την δεύτερη μεγαλύτερη εταιρεία εξόρυξης στον κόσμο, για την εξαγωγή μετάλλου από το Oyu Tolgoi, ένα σημαντικό κοίτασμα χαλκού και χρυσού. Όταν η Μογγολία υπέγραψε την συμφωνία, είχε λίγα ορυχεία και μια πολυτάραχη ιστορία με τις ξένες επενδύσεις. Η χώρα δεν είχε, επίσης, τους δρόμους, τις σιδηροδρομικές γραμμές, και τις ναυτιλιακές υποδομές που απαιτούνται για να προσεγγίσει τους αγοραστές. Εν ολίγοις, η Rio Tinto πήρε ένα μεγάλο ρίσκο και περίμενε μια ανάλογη ανταμοιβή.