Έξυπνη Ανάπτυξη | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Έξυπνη Ανάπτυξη

Πώς η Κολομβία, το Μεξικό και η Σιγκαπούρη νικούν τις BRICS
Περίληψη: 

Κατά κάποιον τρόπο, οι χώρες BRICS έχουν σπαταλήσει τα χρόνια τής αφθονίας. Παρότι έριχναν χρήματα στην οικοδόμηση δυναμικών οικονομιών και στην επίτευξη παγκόσμιας ισχύς, παραμέλησαν να επενδύσουν στους δικούς τους πληθυσμούς. Μια άλλη ομάδα κρατών έχει επιτύχει μια καλύτερη ισορροπία.

Ο EDUARDO J. Gomez είναι ανώτερος λέκτορας Διεθνούς Ανάπτυξης και Αναδυόμενων Οικονομιών στο King’s College του Λονδίνου, στο Ινστιτούτο Διεθνούς Ανάπτυξης King’s.

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες όλα αφορούν τις χώρες BRICS: μια ομάδα πέντε χωρών (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα και Νότιος Αφρική), που εξελίχθηκε σε οικονομική υπερδύναμη και σταδιακά απέκτησε γεωπολιτική επιρροή. Αλλά τώρα, με τις οικονομίες τους να επιβραδύνονται, οι ημέρες αυτές φαίνεται να έχουν τελειώσει. Επιπλέον, κατά κάποιον τρόπο, οι χώρες BRICS έχουν σπαταλήσει τα χρόνια τής αφθονίας. Παρότι έριχναν χρήματα για να οικοδομήσουν δυναμικές οικονομίες και να γίνουν παγκόσμιοι ηγέτες, παραμέλησαν να επενδύσουν στο δικό τους πληθυσμό. Ως εκ τούτου, έχουν διανύσει λιγότερη απόσταση στον δρόμο τής ανάπτυξης από όσο πολλοί θα περίμεναν.

Τίποτα δεν καταδεικνύει το πρόβλημα καλύτερα από μια ομάδα οικονομιών που το έχουν αποφύγει εντελώς. Το Μεξικό, η Κολομβία και η Σιγκαπούρη έχουν επενδύσει περισσότερο στην οικονομική και κοινωνική ευημερία παρά στο να καταστήσουν τις χώρες τους παγκόσμιους ηγέτες. Ως αποτέλεσμα, αυτές οι μικρότερες οικονομίες φαίνεται να λειτουργούν καλύτερα σε ορισμένους τομείς από ό,τι οι χώρες BRICS.

ΜΕΓΑΛΕΣ ΤΡΟΜΕΡΕΣ BRICS

Μέχρι τώρα, η ιστορία τής ανόδου των BRICS είναι γνωστή. Η γρήγορη ανάπτυξη οδήγησε στην αύξηση του ΑΕΠ, του κατά κεφαλήν εισοδήματος, των άμεσων ξένων επενδύσεων και των εξαγωγών. Οι BRICS άρχισαν να βασίζονται λιγότερο στην εξωτερική βοήθεια [1] και κέρδισαν μόνες τους θέσεις στο γεωπολιτικό τραπέζι των «μεγάλων», όπου αναμενόταν να παίξουν ρόλους αυξανόμενης γεωπολιτικής σημασίας [2].

Οι ηγέτες των BRICS ανέλαβαν τους νέους τους ρόλους με αυτοκυριαρχία. Ο Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα, πρόεδρος της Βραζιλίας από το 2003 έως και το 2010, για παράδειγμα, έδωσε διαλέξεις στα Ηνωμένα Έθνη και στις συνόδους κορυφής τής Αφρικής σχετικά με τη μείωση της φτώχειας [3] καθώς και για την πρόληψη και τη θεραπεία του AIDS [4]. Από την πλευρά του, ο Ρώσος ηγέτης Βλαντιμίρ Πούτιν έχει δώσει συμβουλές για τα πάντα, από την εθνική ασφάλεια μέχρι την περιφερειακή οικονομική ανάπτυξη στην Ασία [5]. Ο Ινδός πρωθυπουργός Μανμοχάν Σινγκ εφήρμοσε αυστηρή ηγεσία υπέρ της προώθησης μιας φιλελεύθερης παγκόσμιας εμπορικής τάξης [6] και η κυβέρνησή του έχει υπογράψει διμερείς εμπορικές συμφωνίες με το Μπαγκλαντές, την Κίνα, τη Νότια Κορέα και το Νεπάλ. Η Κίνα, επίσης , έχει αποκτήσει πιο ενεργό ρόλο, από ό,τι συνήθως, στην παροχή οικονομικών συμβουλών, για όσους θέλουν να ακούσουν. Ο κινέζος ηγέτης Σι Τζινπίνγκ έχει προχωρήσει τόσο πολύ ώστε να προτείνει και να βοηθήσει στην χρηματοδότηση μιας νέας Ασιατικής Τράπεζα Ανάπτυξης Υποδομών [7]. Και οι πρόεδροι της Νότιας Αφρικής, από τον Τάμπο Μπέκι έως τον Τζέικομπ Ζούμα, ήταν θετικοί ως προς την προώθηση περιφερειακών οργάνων όπως το Συμβούλιο Ειρήνης και Ασφάλειας της Αφρικανικής Ένωσης [8], το οποίο ιδρύθηκε το 2003 για να βοηθήσει στον τερματισμό των συγκρούσεων, να επιβεβαιώσει την ασφάλεια και να προστατεύσει την εθνική κυριαρχία.

Οι BRICS έχουν επίσης προσπαθήσει να γίνουν παγκόσμιοι ηγέτες όσον αφορά την παροχή εξωτερικής βοήθειας. Στη σύνοδο κορυφής τού 2013 στο Durban, συμφώνησαν να δημιουργήσουν την «BRICS Τράπεζα Ανάπτυξης» [9]. Με ένα ταμείο περίπου 100 δισ. δολαρίων, η BDB (BRICS Development Bank) παρέχει επιχορηγήσεις και δάνεια για τη χρηματοδότηση και την ανάπτυξη των υποδομών στις αναπτυσσόμενες χώρες, με λίγες προϋποθέσεις. Πέρα από την BDB, οι χώρες BRICS έχουν επίσης βοηθήσει στην χρηματοδότηση εκατοντάδων ταμείων πολυμερών πρωτοβουλιών οικονομικής ανάπτυξης [10], σχέδια του ΔΝΤ [11] και πολυμερείς προσπάθειες για την υγεία, όπως το Παγκόσμιο Ταμείο για την Καταπολέμηση του HIV / AIDS, της φυματίωσης και της ελονοσίας. Η Ρωσία προηγείται στις χρηματοδοτήσεις, παρέχοντας στο ταμείο το εκτιμώμενο ποσό των 297 εκατομμυρίων δολαρίων, το 2012 [12], ακολουθούμενη από την Κίνα με 25 εκατομμύρια δολάρια, τη Νότιο Αφρική με 10,3 εκατ. δολάρια, και την Ινδία με 10 εκατομμύρια δολάρια.

Καθώς οι οικονομίες των BRICS μεγάλωσαν και οι δωρεές τους αυξάνονταν, το ίδιο έκαναν και οι προσπάθειες της διεθνούς οικονομικής κοινότητας για να τους κάνει να δώσουν περισσότερα. Το 2011, για παράδειγμα, το ΔΝΤ πλησίασε την Πρόεδρο της Βραζιλίας Ντίλμα Ρούσεφ σχετικά με χρηματοδοτική βοήθεια προς την Ελλάδα και την Πορτογαλία [13]. Η Βραζιλία συμφώνησε να δωρίσει 10 δισ. δολάρια [14]. Μετά από αυτό, το ΔΝΤ ζήτησε από την ομάδα των BRICS να παράσχει περισσότερη χρηματοδότηση για να βοηθήσει στην ενίσχυση των αποθεματικών του ΔΝΤ και ενδεχομένως να βοηθήσει την Ευρώπη [11].

Ο στόχος των BRICS να γίνουν παγκόσμιοι ηγέτες έχει αποκτήσει κάποιο κόστος. Έχουν δώσει λιγότερη προσοχή στην εσωτερική πολιτική - ιδιαίτερα όσον αφορά την υγεία και την εκπαίδευση, οι οποίες, λόγω του μεγάλου μεγέθους των BRICS, συνήθως αντιμετωπίζονται από τις τοπικές κυβερνήσεις με περιορισμένη εποπτεία. Τώρα, που αντιμετωπίζουν οικονομική ύφεση, οι χώρες BRICS αντιμετωπίζουν επίσης και παραμελημένους πληθυσμούς.

ΛΑΘΟΣ ΠΡΟΤΥΠΑ

Πριν γίνει μέλος των BRIC, η Βραζιλία ήταν βυθισμένη σε βαθιά οικονομική κρίση. Η γρήγορη ανάκαμψή της εξέπληξε πολλούς, αλλά έχει σημειώσει μικρή πρόοδο στην κοινωνική ανάπτυξη από τότε. Μια τέτοια περίπτωση είναι η αποτυχία της να δημιουργήσει ένα δίκαιο και αποτελεσματικό σύστημα υγείας. Σχεδόν το 70% του πληθυσμού εξαρτάται από το καθολικό σύστημα υγείας, που ονομάζεται SUS, αλλά η κυβερνητική χρηματοδότηση για αυτό είναι ελάχιστη [15]. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει επίσης αμελήσει να βοηθήσει τις τοπικές κυβερνήσεις να διαχειριστούν τα νοσοκομεία τού SUS και έχει δώσει λίγα χρήματα για βασικές ανάγκες, όπως κρεβάτια και μηχανήματα ακτίνων Χ, για εργαζόμενους της υγειονομικής περίθαλψης και για φάρμακα. Ως αποτέλεσμα το 2012 εκτιμάται ότι περίπου το 40% του πληθυσμού δεν είχε πρόσβαση στα βασικά φάρμακα [16].