Ο Μόντι χάνει τον στόχο | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο Μόντι χάνει τον στόχο

Η νέα κυβέρνηση της Ινδίας δεν έχει όραμα γα την οικονομία
Περίληψη: 

Η Ινδία χρειάζεται ριζική αλλαγή: Το σύστημα των δικαιωμάτων επί της αγροτικής γης είναι ένα χάος, ο μεταποιητικός τομέας της έχει στραγγαλιστεί από τους περιορισμούς στην αγορά εργασίας και τα κρατίδιά της είναι ελάχιστα εναρμονισμένα. Αλλά, μέχρι στιγμής, ο Μόντι έχει σπαταλήσει σημαντικές ευκαιρίες για να καθιερώσει το οικονομικό όραμά του.

Ο DEREK SCISSORS είναι εσωτερικός μελετητής στο American Enterprise Institute.

Νωρίς το πρωί τής 15ης Αυγούστου, ημέρα τής ανεξαρτησίας τής Ινδίας, ο Ναρέντρα Μόντι, ο πρωθυπουργός τής χώρας, πραγματοποίησε μια δυνατή από στήθους ομιλία, καλώντας για εθνική ενότητα στην καταπολέμηση της φτώχειας, την βελτίωση της υγιεινής και την προστασία των γυναικών από την σεξουαλική βία. Υπήρξε, όμως, ένας τομέας για τον οποίο η ομιλία υπολείπονταν: Τα οικονομικά. Αντίθετα με τις προεκλογικές υποσχέσεις τού Μόντι, η ομιλία του δεν περιελάμβανε σχεδόν κανένα περιεχόμενο υπέρ τής αγοράς [1].

Είναι, βέβαια, πολύ νωρίς για να βαθμολογηθούν τα «Modinomics». Θα ήταν παράλογο να περιμένουμε από τον νέο πρωθυπουργό να έχει ήδη ενεργοποιήσει μια ριζική μεταρρύθμιση. Και τα μέλη τού κόμματός του, Bharatiya Janata (BJP), σε λιγότερο προβεβλημένους χώρους, έχουν μιλήσει για την ανάγκη αλλαγής πολιτικής, συνήθως τονίζοντας την σημασία τής βελτίωσης του επιχειρηματικού κλίματος [2] και τον περιορισμό τής γραφειοκρατίας.

Χωρίς βαθύτερες μεταρρυθμίσεις, όμως, αυτά θα αποτελούν μόνο μικρές βελτιώσεις. Για να είναι επιτυχής, ο Μόντι πρέπει να κάνει πολύ περισσότερα. Το κόμμα του έκανε προεκλογική εκστρατεία στην βάση τής εκκίνησης μιας εποχής με πολιτικές υπέρ τής αγοράς [3] μετά από χρόνια κακοδιαχείρισης [4] από το Κόμμα τού Κογκρέσου. Η Ινδία χρειάζεται ριζική αλλαγή: Το σύστημα των δικαιωμάτων επί της αγροτικής γης είναι ένα χάος, ο μεταποιητικός τομέας της έχει στραγγαλιστεί από τους περιορισμούς στην αγορά εργασίας και τα κρατίδιά της είναι ελάχιστα εναρμονισμένα. Αλλά, μέχρι στιγμής, ο Μόντι έχει σπαταλήσει σημαντικές ευκαιρίες [5] για να καθιερώσει το οικονομικό όραμά του: Στον νέο προϋπολογισμό που παρουσίασε στις αρχές Ιουλίου, στις συνομιλίες στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) στα τέλη Ιουλίου, και στην ομιλία του την Ημέρα τής Ανεξαρτησίας.

Ακόμη χειρότερα, η κυβέρνηση δεν έχει δημιουργήσει δικές της ευκαιρίες για να προωθήσει μια μεταρρυθμιστική πλατφόρμα, προγραμματίζοντας ένα σημαντικό γεγονός ή μια ομιλία γύρω από αυτό. Αρχίζει να φαίνεται ότι ο προεκλογικός Μόντι είναι διαφορετικός από τον πρωθυπουργό Μόντι, και ότι ίσως ο ίδιος και η ομάδα του δεν σκοπεύουν να κάνουν μια αποφασιστική στροφή προς την ενίσχυση του ανταγωνισμού στην αγορά και, τελικά, προς την μεγαλύτερη ευημερία.

ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ, ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΦΤΩΧΩΝ;

Μια δίκαιη αξιολόγηση του Μόντι και της κυβέρνησής του εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το τι περιμένει ο πληθυσμός από τη νέα ομάδα. Μήπως η Ινδία χρειάζεται απλώς να μειώσει την διαφθορά και να γίνει πιο φιλική προς τις επιχειρήσεις; Ή μήπως απαιτεί πιο σαρωτικές μεταρρυθμίσεις [6]; Αν είναι το πρώτο, ο Μόντι είναι σε καλό δρόμο. Η αποτελεσματική καταπολέμηση της διαφθοράς και τα μέτρα υπέρ των επιχειρήσεων είναι δύσκολα, αλλά είναι εφικτά, και η διαδικασία έχει τουλάχιστον ξεκινήσει. Αν κάποιος περιμένει το δεύτερο [7], όμως, τα σημεία αναφοράς για την επιτυχία είναι σημαντικά υψηλότερα.

Από αυτή την άποψη, η πρώτη ουσιαστική πράξη τής νέας κυβέρνησης, τα αποκαλυπτήρια του προϋπολογισμού, ήταν μια απογοήτευση. Οι υπερασπιστές τού προϋπολογισμού λένε ότι δεν ήταν το κατάλληλο φόρουμ [8] για να παρουσιαστεί ένα οικονομικό μανιφέστο. Αντ’ αυτού, υποστηρίζουν, το έγγραφο αυτό ορθώς εστιάζει σε μικρής κλίμακας, στοχευμένες μεταρρυθμίσεις [9], συμπεριλαμβανομένης της προώθησης έργων υποδομής και του να επιτρέπεται περισσότερη ξένη ιδιοκτησία στους τομείς τής άμυνας και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Παρά το γεγονός ότι κάποιες αλλαγές ήταν ευπρόσδεκτες, το μεγαλύτερο μέρος τού προϋπολογισμού ήταν συνηθισμένο [10], συμπεριλαμβανομένων των δαπανών για αγάλματα, μνημεία και χώρους πολιτιστικής κληρονομιάς, για σύσταση επιτροπών και για διανομή ωφελημάτων προς τους αγρότες. Ο προϋπολογισμός υποσχέθηκε μείωση του πληθωρισμού και υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά δεν δείχνει το πώς θα επιτευχθούν αυτά.

Έχοντας επικριθεί για τον προϋπολογισμό, το BJP απάντησε δίνοντας έμφαση στο επιχειρηματικό κλίμα. Αυτό έχει προχωρήσει πέρα από αόριστες υποσχέσεις για «μείωση της γραφειοκρατίας» [11] και τα παρόμοια. Για παράδειγμα, η στάση τού Μόντι εναντίον τής αναδρομικής φορολογίας, της είσπραξης φόρων-έκπληξη από επιχειρήσεις χρόνια αφότου πραγματοποιήθηκαν οι συναλλαγές και πληρώθηκαν οι αρχική φόροι, είναι περιορισμένη [12] αλλά εξακολουθεί να αποτελεί βελτίωση. Και ο Νόμος τής Επιτροπής Μάρκετινγκ του Αγροτικού Προϊόντος (Agriculture Produce Marketing Committee Act) έχει ως στόχο να επιτρέψει στους αγρότες να πωλούν ελεύθερα, και όχι να αναγκάζονται να περάσουν μέσα από μεσάζοντες [13], κάτι που και θα ωθήσει τα κέρδη των αγροτών και θα μειώσει τις τιμές των τροφίμων.

Αλλά, το υπόλοιπο υλικό τού BJP είναι πάρα πολύ σύνηθες. Ακριβώς όπως υποσχέθηκε το Κόμμα τού Κογκρέσου, το BJP ισχυρίζεται επίσης ότι η αύξηση του ΑΕΠ θα επιταχυνθεί σύντομα [14]. Το ΑΕΠ είναι ένα λογιστικό εργαλείο, δεν είναι μαγικό ελιξίριο, και αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι το πώς θα γίνει να αυξηθεί γρηγορότερα. Το Κογκρέσο προσπάθησε να επιτύχει ταχύτερη ανάπτυξη μέσω των δαπανών σε υποδομές και η νέα κυβέρνηση έχει προτείνει κάτι παρόμοιο. Αλλά οι συμπράξεις δημόσιου-ιδιωτικού τομέα έχουν αποτύχει σε μεγάλο βαθμό [15] και η κυβέρνηση Μόντι δεν μπορεί να αντέξει οικονομικά να είναι ο βασικός επενδυτής [16]. Το Νέο Δελχί έχει προσκαλέσει ξένες επενδύσεις στους σιδηροδρόμους και σε άλλους τομείς, αλλά χωρίς μεγάλες εσωτερικές μεταρρυθμίσεις [17] θα λάβει πολύ λιγότερη χρηματοδότηση από όση ελπίζει.

Για ξεπεταχτεί πραγματικά η ανάπτυξη των υποδομών, η Ινδία θα πρέπει να αντιμετωπίσει το θέμα τής ιδιοκτησίας γης. Το BJP έχει δηλώσει ότι θέλει να αναθεωρήσει τον Νόμο Απόκτηση Γης τού 2013 [18], ο οποίος ήταν τόσο άσχημα ελαττωματικός που ορισμένα κρατίδια που κυβερνώντο από το Κογκρέσο ήθελαν να αλλάξουν το νομοσχέδιο εντός έξι μηνών από την εφαρμογή του [19].