Το μεγάλο παιχνίδι της Τουρκίας και της Αιγύπτου στην Μ. Ανατολή | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το μεγάλο παιχνίδι της Τουρκίας και της Αιγύπτου στην Μ. Ανατολή

Οι περιφερειακές δυνάμεις ετοιμάζονται για μάχη

Ο «φιλικός» ανταγωνισμός διήρκεσε μέχρι το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Στην συνέχεια ήρθε ο Ερντογάν. Όταν το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξής του (AKP) ανέλαβε την εξουσία στην Άγκυρα το 2002, η Τουρκία ξεκίνησε μια επιθετική πολιτική υπέρ της Μέσης Ανατολής, εγκαταλείποντας τον προσανατολισμό του Ατατούρκ υπέρ της Ευρώπης. Η Άγκυρα παρενέβη στην σύγκρουση ανάμεσα στο Ισραήλ και την Παλαιστίνη. Οικοδόμησε, επίσης, δεσμούς με διάφορα μέρη της Μέσης Ανατολής που συνδέονταν με την Μουσουλμανική Αδελφότητα, από την Χαμάς ως την ίδια την Αδελφότητα στην Λιβύη και την Αίγυπτο. Ο Μουμπάρακ, ο κυβερνήτης της Αιγύπτου εκείνη την εποχή, ενοχλήθηκε από τον πρωτόγνωρο ακτιβισμό της Άγκυρας στην Μέση Ανατολή, ο οποίος, όπως ο ίδιος πίστευε, γίνεται σε βάρος του αιγυπτιακού κύρους στην περιοχή, καθώς και της παρέμβασης στην εσωτερική πολιτική της Αιγύπτου. Ο οικονομικός τομέας, όμως, επωφελήθηκε. Μεταξύ του 2002 και 2013, το εμπόριο μεταξύ της Αιγύπτου και της Τουρκίας αυξήθηκε από 301 εκατομμύρια δολάρια σε 5 δισεκατομμύρια δολάρια. Οι Turkish Airlines, η ναυαρχίδα αερομεταφορών της Τουρκίας, προσέθεσε την Αλεξάνδρεια, την Χουργκάντα και το Σαρμ αλ Σέιχ στον κατάλογο των απευθείας πτήσεών της από Κωνσταντινούπολη.

Οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών φαίνεται να ενισχύθηκαν όταν ο Μουμπάρακ παραιτήθηκε εν όψει των μαζικών διαδηλώσεων τον Φεβρουάριο του 2011. Ο Ερντογάν παρουσίασε την Τουρκία ως μοντέλο μιας σύγχρονης ισλαμικής δημοκρατίας. Κατά την επίσκεψή του στο Κάιρο τον Σεπτέμβριο του 2011, τα πλήθη της Αιγύπτου τον υποδέχτηκαν σαν ήρωα. Μεγάλες αφίσες με το πρόσωπο του Ερντογάν κοσμούσαν την εθνική οδό από το αεροδρόμιο του Καΐρου ως το κέντρο της πόλης. Οι αιγυπτιακές εφημερίδες εκείνης της περιόδου υπαινίχθηκαν ότι μια νέα ευθυγράμμιση με την Τουρκία θα ασκούσε πίεση στο Ισραήλ, ενώ ο Ερντογάν άφησε να εννοηθεί ότι εξέταζε μια επίσκεψη στην Γάζα ως ένδειξη τουρκικής υποστήριξης τόσο προς την Χαμάς, όσο και προς τον πληθυσμό της Γάζας.

Τελικά, η επίσκεψη στην Γάζα δεν πραγματοποιήθηκε, σύμφωνα με πληροφορίες λόγω της αντίθεσης από το τότε ηγετικό Ανώτατο Αιγυπτιακό Συμβούλιο των Ενόπλων Δυνάμεων. Αν και ένα σχόλιο του Ερντογάν που προέτρεπε τους Αιγυπτίους να υιοθετήσουν την τουρκική εκκοσμίκευση προκάλεσε σημαντικές επικρίσεις μεταξύ των ισλαμιστών Αιγυπτίων, η έκκληση του Ερντογάν να αναζητηθεί από τους Αιγύπτιους μια νέα προσέγγιση στην πολιτική παρέμεινε ισχυρή. Η οικονομική επιτυχία της Τουρκίας ενέτεινε την έλξη ˑ αν και τόσο η Αίγυπτος, όσο και η Τουρκία έχουν πληθυσμό περίπου παρόμοιο σε μέγεθος, με εκείνον της Αιγύπτου να υπολογίζεται σε περίπου 88 εκατομμύρια και της Τουρκίας στα 78 εκατομμύρια, η Τουρκία έχει κατά κεφαλήν ΑΕΠ περίπου 18.500 δολάρια και ξεπερνά της Αιγύπτου που εκτιμάται στα 3.800 δολάρια.

ΑΡΑΒΙΚΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ

Μέχρι τον Νοέμβριο του 2013, ωστόσο, οι σχέσεις ανάμεσα στην Τουρκία και την Αίγυπτο ήταν υπό κατάρρευση, καθώς το αιγυπτιακό Υπουργείο Εξωτερικών κάλεσε τον κάποτε μεγάλης επιρροής Τούρκο πρεσβευτή για να τον ενημερώσει πως είχε 48 ώρες για να εγκαταλείψει την χώρα. Η άνοδος και η εξίσου αιφνίδια πτώση των σχέσεων Αιγύπτου-Τουρκίας είναι άμεσα συνδεδεμένες με την υποστήριξη της Μουσουλμανικής Αδελφότητας από τον Ερντογάν και την έντονη αντίθεσή του προς το στρατιωτικό καθεστώς.

Ο Morsi, ένα ανώτερο στέλεχος του Γραφείου Προσανατολισμού της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, έγινε πρόεδρος της Αιγύπτου τον Ιούνιο του 2012. Ο Morsi γρήγορα αποζήτησε την τουρκική υποστήριξη σχετικά με τις βασικές πρωτοβουλίες του για την εξωτερική πολιτική, δημιουργώντας μια περιφερειακή ομάδα που επικεντρώθηκε στην κρίση της Συρίας, η οποία θα περιελάμβανε την Τουρκία, το Ιράν, και την Σαουδική Αραβία, μαζί με την Αίγυπτο. Η ομάδα απέτυχε λόγω της άρνησης της Σαουδική Αραβίας να συμπεριληφθούν οι Ιρανοί, αλλά ο Morsi απολάμβανε την ισχυρή τουρκική υποστήριξη. Ο Ερντογάν επισκέφθηκε το Κάιρο για δεύτερη φορά τον Νοέμβριο του 2012, αυτήν την φορά φέρνοντας μαζί του μια μεγάλη αντιπροσωπεία από την κυβέρνηση και από τον ιδιωτικό τομέα. Έκανε μια ομιλία στο Πανεπιστήμιο του Καΐρου, στην οποία εγκωμίασε τον Morsi για την απόφασή του να αποσύρει τον πρεσβευτή της Αιγύπτου από το Ισραήλ ως αποτέλεσμα των ισραηλινών αεροπορικών επιδρομών στην Γάζα, ενώ πρότεινε πως μια συμμαχία ανάμεσα στην Αίγυπτο και την Τουρκία θα εξασφάλιζε ειρήνη και σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο, υπονοώντας ότι μια τέτοια συμμαχία θα περιόριζε την ικανότητα του Ισραήλ να χρησιμοποιήσει βία. Ο Ερντογάν επαίνεσε τους ακτιβιστές της αιγυπτιακής νεολαίας για την κατάρρευση της «δικτατορίας» του Μουμπάρακ και διακήρυξε ότι «η Αίγυπτος κι η Τουρκία είναι ένα», ένα λογοπαίγνιο με το σύνθημα που προωθείται από τον αιγυπτιακό στρατό ότι «ο στρατός και ο λαός είναι ένα».

Οι φιλοδοξίες του Ερντογάν για μια στρατηγική εταιρική σχέση με την Αίγυπτο, μια σχέση στην οποία η Τουρκία θα είναι ο επικεφαλής εταίρος, ναυάγησε καθώς η λαβή του Morsi στην εξουσία άρχισε να χαλαρώνει. Λίγο μετά την ομιλία του Ερντογάν στο Πανεπιστήμιο του Καΐρου, ο Morsi εξέδωσε μια «συνταγματική διακήρυξη» που έβαζε τις εκτελεστικές εξουσίες του υπεράνω δικαστικού ελέγχου και, στην συνέχεια, πίεσε για ένα νέο σύνταγμα που συντάχθηκε σε μεγάλο βαθμό από τους ισλαμιστές. Οι διαδηλώσεις εναντίον του Μόρσι και της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στο Κάιρο έγιναν ολοένα και πιο βίαιες, και διάφορες προσπάθειες στο πλαίσιο του διαλόγου μεταξύ Morsi και των διαφόρων πολιτικών κομμάτων κατέρρευσαν. Μέχρι την άνοιξη του 2013, το αντι-Morsi κίνημα Tamarod άρχισε να διοργανώνει μαζικές διαδηλώσεις προγραμματισμένες για τις 30 Ιουνίου, την επέτειο ενός έτους διακυβέρνησης από τον Morsi. Καθώς κυκλοφορούσαν αναφορές ότι ο Morsi είχε προσπαθήσει να απομακρύνει τον Σίσι από την θέση του υπουργού Άμυνας, η στρατιωτική ηγεσία της Αιγύπτου προειδοποίησε ότι ο στρατός μπορεί να χρειαστεί να επέμβει για να «εμποδίσει την Αίγυπτο από το να εισέλθει σε ένα σκοτεινό τούνελ».